Πνευματικά Δικαιώματα © 1995-2012 Ομάδα Τεκμηρίωσης του FreeBSD
Η διανομή και χρήση σε μορφή πηγαίου κώδικα (SGML DocBook) ή σε "μεταγλωττισμένη" μορφή (SGML, HTML, PDF, PostScript, RTF κοκ) με ή χωρίς αλλαγές, επιτρέπεται εφόσον οι παρακάτω προϋποθέσεις τηρούνται:
Η διανομή σε μορφή πηγαίου κώδικα (SGML DocBook) πρέπει να διατηρεί την παραπάνω δήλωση πνευματικών δικαιωμάτων, αυτή τη λίστα με προϋποθέσεις και την επόμενη παράγραφο στις πρώτες γραμμές του αρχείου, αμετάβλητες.
Η διανομή σε μεταγλωττισμένες μορφές (μετάφραση σε άλλα DTD, μετατροπή σε PDF, PostScript, RTF ή άλλες μορφές) πρέπει να αναπαράγει την παραπάνω δήλωση πνευματικών δικαιωμάτων, αυτή τη λίστα με προϋποθέσεις, και την παρακάτω παράγραφο τόσο στην τεκμηρίωση όσο και σε άλλο υλικό που παρέχεται μαζί με την διανομή.
ΑΥΤΗ Η ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ ΔΙΝΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΜΑΔΑ ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗΣ ΤΟΥ FREEBSD "ΩΣ ΕΧΕΙ" ΚΑΙ ΔΕΝ ΠΑΡΕΧΕΤΑΙ ΚΑΜΙΑ ΑΜΕΣΗ Η ΕΜΜΕΣΗ ΕΓΓΥΗΣΗ, ΣΥΜΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΟΜΕΝΩΝ, ΑΛΛΑ ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΠΕΡΙΟΡΙΖΕΤΑΙ ΜΟΝΟ ΣΕ ΑΥΤΕΣ, ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΜΜΕΣΩΝ ΕΓΓΥΗΣΕΩΝ ΓΙΑ ΕΜΠΟΡΕΥΣΙΜΟΤΗΤΑ Η ΚΑΤΑΛΛΗΛΟΤΗΤΑ ΓΙΑ ΟΠΟΙΟΝΔΗΠΟΤΕ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΟ ΣΚΟΠΟ. ΣΕ ΚΑΜΙΑ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΔΕΝ ΕΥΘΥΝΕΤΑΙ Η ΟΜΑΔΑ ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗΣ ΤΟΥ FREEBSD ΓΙΑ ΟΠΟΙΕΣΔΗΠΟΤΕ ΑΜΕΣΕΣ, ΕΜΜΕΣΕΣ, ΤΥΧΑΙΕΣ, ΕΙΔΙΚΕΣ, ΣΗΜΑΝΤΙΚΕΣ, Η ΚΑΤΑ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΒΛΑΒΕΣ (ΣΥΜΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΟΜΕΝΩΝ, ΑΛΛΑ ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΠΕΡΙΟΡΙΖΕΤΑΙ ΜΟΝΟ ΣΕ ΑΥΤΕΣ, ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΔΥΝΑΜΙΑ ΠΡΟΣΒΑΣΗΣ ΣΕ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ Η ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ, ΤΗΝ ΑΔΥΝΑΜΙΑ ΧΡΗΣΗΣ, ΤΗΝ ΑΠΩΛΕΙΑ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ Η ΚΕΡΔΟΥΣ, ΚΑΙ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΩΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΩΝ), ΠΟΥ ΠΡΟΚΑΛΟΥΝΤΑΙ ΜΕ ΟΠΟΙΟΔΗΠΟΤΕ ΤΡΟΠΟ ΑΠΟ ΤΗ ΧΡΗΣΗ ΑΥΤΗΣ ΤΗΣ ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗΣ.
Το FreeBSD είναι ένα κατοχυρωμένο εμπορικό σύμβολο του FreeBSD Foundation.
Οι λέξεις 3Com και HomeConnect είναι κατοχυρωμένα εμπορικά σύμβολα της 3Com Corporation.
Οι λέξεις 3ware και Escalade είναι κατοχυρωμένα εμπορικά σύμβολα της 3ware Inc.
Η λέξη ARM είναι κατοχυρωμένο εμπορικό σύμβολο της ARM Limited.
Η λέξη Adaptec είναι κατοχυρωμένο εμπορικό σύμβολο της Adaptec, Inc.
Οι λέξεις ή φράσεις Adobe, Acrobat, Acrobat Reader, και PostScript είναι είτε κατοχυρωμένα εμπορικά σύμβολα ή εμπορικά σύμβολα της Adobe Systems Incorporated στις Ηνωμένες Πολιτείες ή/και σε άλλες χώρες.
Οι λέξεις ή φράσεις Apple, AirPort, FireWire, Mac, Macintosh, Mac OS, Quicktime, και TrueType είναι εμπορικά σύμβολα της Apple Computer, Inc., κατοχυρωμένα στις Ηνωμένες Πολιτείες και σε άλλες χώρες.
Οι λέξεις Corel και WordPerfect είναι εμπορικά σύμβολα ή κατοχυρωμένα εμπορικά σύμβολα της Corel Corporation ή/και των θυγατρικών της στον Καναδά, τις Ηνωμένες Πολιτείες ή/και σε άλλες χώρες.
Η φράση Sound Blaster είναι εμπορικό σύμβολο της Creative Technology Ltd. στις Ηνωμένες Πολιτείες ή/και σε άλλες χώρες.
Η λέξη CVSup είναι κατοχυρωμένο εμπορικό σύμβολο του John D. Polstra.
Οι λέξεις ή φράσεις Heidelberg, Helvetica, Palatino, και Times Roman είναι είτε κατοχυρωμένα εμπορικά σύμβολα ή εμπορικά σύμβολα της Heidelberger Druckmaschinen AG στις ΗΠΑ και σε άλλες χώρες.
Οι λέξεις ή φράσεις IBM, AIX, EtherJet, Netfinity, OS/2, PowerPC, PS/2, S/390, και ThinkPad είναι εμπορικά σύμβολα της International Business Machines Corporation στις Ηνωμένες Πολιτείες, άλλες χώρες, ή και στα δύο ταυτόχρονα.
Οι λέξεις IEEE, POSIX, και 802 είναι κατοχυρωμένα εμπορικά σύμβολα του Institute of Electrical and Electronics Engineers, Inc. στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Οι λέξεις Intel, Celeron, EtherExpress, i386, i486, Itanium, Pentium, και Xeon είναι εμπορικά σύμβολα ή κατοχυρωμένα εμπορικά σύμβολα της Intel Corporation και των θυγατρικών της στις Ηνωμένες Πολιτείες και σε άλλες χώρες.
Οι λέξεις Intuit και Quicken είναι κατοχυρωμένα εμπορικά σύμβολα ή κατοχυρωμένα σύμβολα υπηρεσιών της Intuit Inc., ή κάποιων από τις θυγατρικές της, στις Ηνωμένες Πολιτείες και σε άλλες χώρες.
Το Linux είναι ένα κατοχυρωμένα εμπορικό σύμβολο του Linus Torvalds στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Οι λέξεις LSI Logic, AcceleRAID, eXtremeRAID, MegaRAID και Mylex είναι εμπορικά σύμβολα ή κατοχυρωμένα εμπορικά σύμβολα της LSI Logic Corp.
Οι λέξεις M-Systems και DiskOnChip είναι εμπορικά σύμβολα ή κατοχυρωμένα εμπορικά σύμβολα της M-Systems Flash Disk Pioneers, Ltd.
Οι λέξεις Macromedia, Flash, και Shockwave είναι εμπορικά σύμβολα ή κατοχυρωμένα εμπορικά σύμβολα της Macromedia, Inc. στις Ηνωμένες Πολιτείες και/ή σε άλλες χώρες.
Οι λέξεις Microsoft, IntelliMouse, MS-DOS, Outlook, Windows, Windows Media, και Windows NT είναι είτε κατοχυρωμένα εμπορικά σύμβολα ή εμπορικά σύμβολα της Microsoft Corporation στις Ηνωμένες Πολιτείες και/ή σε άλλες χώρες.
Οι λέξεις Netscape και Netscape Navigator είναι κατοχυρωμένα εμπορικά σύμβολα της Netscape Communications Corporation στις Η.Π.Α και άλλες χώρες.
Οι λέξεις GateD και NextHop είναι κατοχυρωμένα εμπορικά σύμβολα και εμπορικά σύμβολα της NextHop στις Η.Π.Α. και άλλες χώρες.
Οι λέξεις Motif, OSF/1, και UNIX είναι κατοχυρωμένα εμπορικά σύμβολα και οι λέξεις ή φράσεις IT DialTone και The Open Group είναι εμπορικά σύμβολα του The Open Group στις Ηνωμένες Πολιτείες και σε άλλες χώρες.
Η λέξη Oracle είναι κατοχυρωμένο εμπορικό σύμβολο της Oracle Corporation.
Οι λέξεις PowerQuest και PartitionMagic είναι κατοχυρωμένα εμπορικά σύμβολα της PowerQuest Corporation στις Ηνωμένες Πολιτείες και/ή σε άλλες χώρες.
Οι λέξεις RealNetworks, RealPlayer και RealAudio είναι κατοχυρωμένα εμπορικά σύμβολα της RealNetworks, Inc.
Οι λέξεις ή φράσεις Red Hat, και RPM είναι εμπορικά σύμβολα ή κατοχυρωμένα εμπορικά σύμβολα της Red Hat, Inc. στις Ηνωμένες Πολιτείες και σε άλλες χώρες.
Οι λέξεις SAP, R/3, και mySAP είναι εμπορικά σύμβολα ή κατοχυρωμένα εμπορικά σύμβολα της SAP AG στη Γερμανία και σε πολλές άλλες χώρες του κόσμου.
Οι λέξεις ή φράσεις Sun, Sun Microsystems, Java, Java Virtual Machine, JavaServer Pages, JDK, JRE, JSP, JVM, Netra, OpenJDK, Solaris, StarOffice, Sun Blade, Sun Enterprise, Sun Fire, SunOS, Ultra και VirtualBox είναι εμπορικά σύμβολα ή κατοχυρωμένα εμπορικά σύμβολα της Sun Microsystems, Inc. στις Ηνωμένες Πολιτείες και σε άλλες χώρες.
Οι λέξεις Symantec και Ghost είναι κατοχυρωμένα εμπορικά σύμβολα της Symantec Corporation στις Ηνωμένες Πολιτείες και σε άλλες χώρες.
Η λέξη MATLAB είναι ένα κατοχυρωμένο εμπορικό σύμβολο της The MathWorks, Inc.
Η λέξη SpeedTouch είναι ένα εμπορικό σύμβολο της Thomson
Οι λέξεις ή φράσεις U.S. Robotics και Sportster είναι κατοχυρωμένα εμπορικά σύμβολα της U.S. Robotics Corporation.
Η λέξη VMware είναι εμπορικό σύμβολο της VMware, Inc.
Οι λέξεις ή φράσεις Waterloo Maple και Maple είναι εμπορικά ή κατοχυρωμένα εμπορικά σύμβολα της Waterloo Maple Inc.
Η λέξη Mathematica είναι κατοχυρωμένο εμπορικό σύμβολο της Wolfram Research, Inc.
Η λέξη XFree86 είναι ένα εμπορικό σύμβολο του The XFree86 Project, Inc.
Οι λέξεις ή φράσεις Ogg Vorbis και Xiph.Org είναι εμπορικά σύμβολα τουXiph.Org.
Πολλές από τις λέξεις ή φράσεις οι οποίες χρησιμοποιούνται από τους κατασκευαστές ή τους πωλητές τους για να διακρίνουν τα προϊόντα τους θεωρούνται εμπορικά σύμβολα. Όπου αυτές εμφανίζονται σε αυτό το κείμενο και για όσες από αυτές γνωρίζει η Ομάδα Ανάπτυξης του FreeBSD ότι είναι πιθανόν να είναι εμπορικά σύμβολα, θα δείτε ένα από τα σύμβολα: “™” ή “®”.
Καλώς ήρθατε στο FreeBSD! Αυτό το εγχειρίδιο καλύπτει την εγκατάσταση και την καθημερινή χρήση του FreeBSD 8.3-RELEASE και του FreeBSD 9.1-RELEASE. Το βιβλίο αυτό είναι μόνιμα υπό βελτίωση και ανάπτυξη και αποτελεί το αποτέλεσμα της δουλειάς πολλών ατόμων, οπότε κάποια τμήματα μπορεί να περιέχουν σχετικά ξεπερασμένες πληροφορίες και να χρειάζονται ανανέωση. Αν ενδιαφέρεστε να μας βοηθήσετε σε αυτό το έργο, επικοινωνήστε μαζί μας στην ηλεκτρονική λίστα ομάδας τεκμηρίωσης του FreeBSD. Η τελευταία έκδοση αυτού του κειμένου είναι πάντα διαθέσιμη από την ιστοσελίδα του FreeBSD (παλιότερες εκδόσεις μπορείτε να βρείτε στη διεύθυνση http://docs.FreeBSD.org/doc/). Μπορείτε επίσης να μεταφορτώσετε στον υπολογιστή σας το ίδιο βιβλίο σε άλλες μορφές αρχείου και με διάφορες μορφές συμπίεσης από τον εξυπηρετητή FTP του FreeBSD ή ένα από τα πολλά mirror sites. Αν προτιμάτε ένα τυπωμένο αντίτυπο, μπορείτε να αγοράσετε ένα αντίγραφο του Εγχειριδίου, από το FreeBSD Mall. Μπορείτε επίσης να ψάξετε σε όλο το βιβλίο.
x και
Προγενέστερων Εκδόσεωνx και
Μεταγενέστερων Εκδόσεωνcronfdisk πριν την
Επεξεργασίαed0inetd.confexportsrootX και 8.Xboot0 Screenshotboot2/etc/ttysrmuser Διαδραστική Διαγραφή
Λογαριασμούchpass από τον
Υπερχρήστηchpass από Κανονικό
Χρήστηdump over sshdump over ssh with RSH setmdconfig to Mount an Existing File System
Imagemdconfigmdmfsmdconfigmdmfs/etc/ttyssrc/:Το πρώτο τμήμα αυτού του βιβλίου, οδηγεί τον νέο χρήστη στη διαδικασία εγκατάστασης του FreeBSD και τον εισάγει ομαλά στη φιλοσοφία και τον σχεδιασμό του UNIX®. Αυτό το τμήμα δεν έχει ιδιαίτερες απαιτήσεις. Αρκεί μόνο η διάθεση για εξερεύνηση ενός νέου συστήματος και η δυνατότητα αφομοίωσης των γνώσεων για το FreeBSD καθώς αυτές εισάγονται σταδιακά.
Αφού διαβάσετε το πρώτο τμήμα, το δεύτερο, κατά πολύ μεγαλύτερο τμήμα, περιλαμβάνει μια εκτενή αναφορά σε διάφορα θέματα που ενδιαφέρουν τους διαχειριστές συστημάτων FreeBSD. Μερικά από αυτά τα κεφάλαια είναι ευκολότερο να τα κατανοήσετε αν έχετε ήδη μελετήσει συγκεκριμένα τμήματα του βιβλίου. Όπου χρειάζεται κάτι τέτοιο, θα αναφέρεται στη σύνοψη του κεφαλαίου που μόλις ξεκινήσατε να διαβάζετε.
Για περισσότερες πηγές πληροφοριών, δείτε το Παράρτημα B, Βιβλιογραφία.
Η τρέχουσα έκδοση του Εγχειριδίου στο διαδίκτυο, είναι το αποτέλεσμα της προσπάθειας πολλών εκατοντάδων εθελοντών στο διάστημα των τελευταίων 10 χρόνων. Οι πιο σημαντικές αλλαγές σε σχέση με την τρίτη έντυπη έκδοση του Εγχειριδίου (2004) φαίνονται παρακάτω:
Κεφάλαιο 26, DTrace, το DTrace, είναι ένα νέο κεφάλαιο με πληροφορίες σχετικά με αυτό το πανίσχυρο εργαλείο ανάλυσης απόδοσης.
Κεφάλαιο 21, Υποστήριξη Συστημάτων Αρχείων, η Υποστήριξη Συστημάτων Αρχείων, είναι ένα νέο κεφάλαιο με πληροφορίες για συστήματα αρχείων τα οποία υποστηρίζονται από το FreeBSD αλλά αναπτύσσονται από άλλες ομάδες, όπως το ZFS από την Sun™.
Κεφάλαιο 18, Έλεγχος Συμβάντων Ασφαλείας,ο Έλεγχος Συμβάντων Ασφαλείας, είναι ένα νέο κεφάλαιο με πληροφορίες σχετικά με τις νέες δυνατότητες και την χρήση του auditing στο FreeBSD.
Κεφάλαιο 23, Εικονικοποίηση, η Εικονικοποίηση, είναι ένα νέο κεφάλαιο με πληροφορίες σχετικά με την εγκατάσταση του FreeBSD σε λογισμικό εκτέλεσης εικονικών (virtual) μηχανημάτων.
Κεφάλαιο 3, Εγκατάσταση του FreeBSD 9.x και
Μεταγενέστερων Εκδόσεων, η Εγκατάσταση του
FreeBSD 9.x και Μεταγενέστερων
Εκδόσεων, είναι ένα νέο κεφάλαιο σχετικά με την εγκατάσταση του
FreeBSD με τη βοήθεια του νέου προγράμματος
bsdinstall.
Η τρίτη έκδοση αυτού του βιβλίου ήταν το αποτέλεσμα της προσπάθειας περισσότερων από δύο χρόνων από τα μέλη της Ομάδας Τεκμηρίωσης του FreeBSD. Η έντυπη έκδοση είχε τόσο μεγάλο μέγεθος, που κρίθηκε αναγκαίο να τυπωθεί σε δύο χωριστούς τόμους. Παρακάτω φαίνονται οι σημαντικότερες αλλαγές σε αυτή τη νέα έκδοση:
Κεφάλαιο 12, Ρύθμιση και Βελτιστοποίηση, Το κεφάλαιο Ρύθμισης και
Βελτιστοποίησης του FreeBSD, επεκτάθηκε με νέες πληροφορίες για τη
διαχείριση ενέργειας και πόρων του συστήματος μέσω ACPI, με
περισσότερες πληροφορίες για το σύστημα cron και
με περισσότερες επιλογές παραμετροποίησης του πυρήνα του FreeBSD.
Κεφάλαιο 15, Ασφάλεια, Το κεφάλαιο Ασφάλειας, επεκτάθηκε με νέες πληροφορίες για Δίκτυα VPN, για λίστες ελέγχου πρόσβασης αρχείων (ACLs) και περισσότερες συμβουλές σχετικά με την ασφάλεια του FreeBSD.
Κεφάλαιο 17, Υποχρεωτικός Έλεγχος Πρόσβασης, Ο Υποχρεωτικός Έλεγχος Πρόσβασης (MAC), είναι ένα νέο κεφάλαιο σε αυτή την έκδοση. Εξηγεί τι είναι ο μηχανισμός MAC και πώς μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να ενισχυθεί η ασφάλεια ενός συστήματος FreeBSD.
Κεφάλαιο 19, Αποθηκευτικά Μέσα, Το κεφάλαιο για τα Αποθηκευτικά Μέσα, επεκτάθηκε, με νέες πληροφορίες για συσκευές αποθήκευσης USB, στιγμιότυπα συστήματος αρχείων (snapshots), περιορισμούς στη χρήση των συστημάτων αρχείων (quotas), συστήματα αρχείων που βασίζονται σε υπάρχοντα αρχεία ή στο δίκτυο, καθώς και κρυπτογραφημένες κατατμήσεις δίσκων.
Κεφάλαιο 22, Ο Διαχειριστής Τόμων Vinum, Ο Διαχειριστής Τόμων Vinum, είναι ένα νέο κεφάλαιο σε αυτή την έκδοση. Περιγράφει τον τρόπο χρήσης του Vinum, ενός συστήματος διαχείρισης αποθηκευτικών μέσων που υλοποιεί την οργάνωση φυσικών δίσκων του συστήματος σε διάταξη RAID-0, RAID-1 και RAID-5.
Στο Κεφάλαιο 28, PPP και SLIP, προστέθηκε ένα τμήμα σχετικό με την επίλυση προβλημάτων στις συνδέσεις PPP και SLIP.
Κεφάλαιο 29, Ηλεκτρονικό Ταχυδρομείο, Το κεφάλαιο για το Ηλεκτρονικό Ταχυδρομείο, επεκτάθηκε με νέες πληροφορίες για την χρήση εναλλακτικών MTA, πιστοποίηση ταυτότητας στο SMTP, το πρωτόκολλο UUCP, τα εργαλεία fetchmail και procmail και με άλλα θέματα για προχωρημένους.
Κεφάλαιο 30, Εξυπηρετητές Δικτύου, Το κεφάλαιο Εξυπηρετητών Δικτύων, περιλαμβάνεται για πρώτη φορά σε αυτή την έκδοση. Αυτό το κεφάλαιο περιγράφει πως να εγκαταστήσετε τον Διακομιστή HTTP Apache, τον εξυπηρετητή ftpd του FreeBSD και τον διακομιστή Samba για επικοινωνία με πελάτες Microsoft® Windows®. Στο κεφάλαιο αυτό, έχουν μεταφερθεί κάποιες ενότητες από το Κεφάλαιο 32, Προχωρημένα Θέματα Δικτύωσης (Προχωρημένα Θέματα Δικτύωσης), προκειμένου να βελτιωθεί η παρουσίαση τους.
Κεφάλαιο 32, Προχωρημένα Θέματα Δικτύωσης, Το κεφάλαιο για Προχωρημένα Θέματα Δικτύωσης, επεκτάθηκε με νέες πληροφορίες για τη χρήση συσκευών Bluetooth® στο FreeBSD, την εγκατάσταση ασύρματων δικτύων, και την Μέθοδο Δικτύωσης Ασύγχρονης Μεταφοράς (ATM).
Προστέθηκε ένα Λεξιλόγιο, για να συγκεντρώσει όλους τους τεχνικούς όρους και τους διάφορους ορισμούς που περιέχονται σε ολόκληρο το βιβλίο.
Έγιναν αισθητικές βελτιώσεις στους πίνακες και στα γραφήματα σε ολόκληρο το βιβλίο.
Η δεύτερη έκδοση ήταν το αποτέλεσμα τουλάχιστον δύο χρόνων εργασίας από τα μέλη της Ομάδας Τεκμηρίωσης του FreeBSD. Οι πιο σημαντικές αλλαγές σε αυτή την έκδοση ήταν οι παρακάτω:
Προστέθηκε ένα ολοκληρωμένο Ευρετήριο.
Όλα τα γραφήματα σε ASCII αντικαταστάθηκαν από γραφικά διαγράμματα.
Προστέθηκε μια τυποποιημένη σύνοψη σε κάθε κεφάλαιο, η οποία περιέχει μια σύντομη ανακεφαλαίωση των πληροφοριών που περιέχει το κεφάλαιο και τι αναμένεται να γνωρίζει από πριν ο αναγνώστης.
Το περιεχόμενο αναδιοργανώθηκε σε τρία λογικά μέρη: “Ξεκινώντας με το FreeBSD”, “Διαχείριση Συστήματος” και “Παραρτήματα”.
Το Κεφάλαιο 2, Εγκατάσταση του FreeBSD 8.x και
Προγενέστερων Εκδόσεων (“Εγκαθιστώντας το FreeBSD”)
ξαναγράφτηκε από την αρχή με πολλές εικόνες, ώστε να διευκολύνει τους
χρήστες να κατανοήσουν το κείμενο.
Το Κεφάλαιο 4, Βασικές Έννοιες στο UNIX® (“Βασικές Έννοιες στο UNIX®”) επεκτάθηκε ώστε να συμπεριλαμβάνει πρόσθετες πληροφορίες για τις διεργασίες (processes), τους δαίμονες (daemons), και τα σήματα (signals).
Το Κεφάλαιο 5, Εγκατάσταση Εφαρμογών: Πακέτα και Ports (“Εγκατάστασης Εφαρμογών: Πακέτα και Ports”) επεκτάθηκε ώστε να συμπεριλαμβάνει πρόσθετες πληροφορίες για την διαχείριση προμεταγλωττισμένων πακέτων (packages).
Το Κεφάλαιο 6, Το Σύστημα X Window (“Το Σύστημα X Window”) ξαναγράφτηκε από την αρχή με έμφαση στην χρήση μοντέρνων τεχνολογιών, όπως τα περιβάλλοντα εργασίας KDE και GNOME σε XFree86™ 4.X.
Το Κεφάλαιο 13, Η Διαδικασία Εκκίνησης του FreeBSD (“Η Διαδικασία Εκκίνησης του FreeBSD”) επεκτάθηκε με περισσότερες πληροφορίες.
Το Κεφάλαιο 19, Αποθηκευτικά Μέσα (“Αποθηκευτικά Μέσα”) ξαναγράφτηκε με βάση τα παλαιότερα δύο κεφάλαια “Δίσκοι” και “Αντίγραφα Ασφαλείας”. Πιστεύουμε ότι τα θέματα αυτά είναι πιο ευκολονόητα όταν παρουσιάζονται μαζί σαν ένα κεφάλαιο. Προστέθηκε επίσης μια ενότητα για RAID (υλοποίηση μέσω υλικού ή λογισμικού).
Το Κεφάλαιο 27, Σειριακές Επικοινωνίες (“Σειριακές Επικοινωνίες”) αναδιοργανώθηκε από την αρχή και ενημερώθηκε για τις εκδόσεις FreeBSD 4.X/5.X.
Το Κεφάλαιο 28, PPP και SLIP (“PPP και SLIP”) ενημερώθηκε σε σημαντικό βαθμό.
Πολλοί νέοι τομείς προστέθηκαν στο Κεφάλαιο 32, Προχωρημένα Θέματα Δικτύωσης (“Προχωρημένα Θέματα Δικτύωσης”).
Το Κεφάλαιο 29, Ηλεκτρονικό Ταχυδρομείο (“Ηλεκτρονικό Ταχυδρομείο”) επεκτάθηκε για να συμπεριλαμβάνει περισσότερες πληροφορίες για τις ρυθμίσεις του Sendmail.
Το Κεφάλαιο 11, Συμβατότητα με Εκτελέσιμα του Linux (“Συμβατότητα με Εκτελέσιμα του Linux®”) επεκτάθηκε για να συμπεριλαμβάνει πληροφορίες για την εγκατάσταση της βάσης δεδομένων Oracle® και του Mathematica®.
Στην δεύτερη έκδοση καλύπτονται επίσης τα παρακάτω νέα θέματα:
Ρύθμιση και Βελτιστοποίηση (Κεφάλαιο 12, Ρύθμιση και Βελτιστοποίηση)
Πολυμέσα (Κεφάλαιο 8, Πολυμέσα)
Αυτό το βιβλίο χωρίζεται σε πέντε διακριτά λογικά τμήματα. Το πρώτο τμήμα, Ξεκινώντας με το FreeBSD, περιγράφει την εγκατάσταση και την βασική χρήση του FreeBSD. Ο προτεινόμενος τρόπος ανάγνωσης αυτού του τμήματος είναι ένα-ένα κεφάλαιο, με τη σειρά, προσπερνώντας κεφάλαια με γνωστά θέματα. Το δεύτερο τμήμα, Βασικές Εργασίες, περιγράφει μερικά χαρακτηριστικά του FreeBSD τα οποία χρησιμοποιούνται συχνά. Μπορείτε να διαβάσετε τα κεφάλαια σε αυτό το τμήμα (καθώς και σε όλα τα τμήματα που ακολουθούν) με όποια σειρά θέλετε. Κάθε κεφάλαιο ξεκινά με μια σαφή και σύντομη σύνοψη, η οποία περιγράφει τα περιεχόμενα του κεφαλαίου καθώς και τι χρειάζεται να γνωρίζει ήδη ο αναγνώστης. Αυτό επιτρέπει στον περιστασιακό αναγνώστη να προσπερνά γρήγορα ενότητες, για να βρει κεφάλαια τα οποία τον ενδιαφέρουν περισσότερο. Το τρίτο τμήμα, Διαχείριση Συστήματος, περιέχει θέματα σχετικά με τη διαχείριση συστημάτων FreeBSD. Το τέταρτο τμήμα, Δικτυακές Επικοινωνίες, καλύπτει θέματα δικτύωσης και διακομιστών. Το πέμπτο τμήμα περιέχει παραρτήματα με διάφορες πληροφορίες.
Παρουσιάζει το FreeBSD στο νέο χρήστη. Περιγράφει την ιστορία του FreeBSD Project, τους στόχους του και το μοντέλο ανάπτυξης του.
x και
Προγενέστερων Εκδόσεων, Εγκατάσταση του FreeBSD 8.x και Προγενέστερων ΕκδόσεωνΟδηγεί τον χρήστη στην διαδικασία εγκατάστασης του
FreeBSD 8.x και προγενέστερων
εκδόσεων με τη χρήση του sysinstall.
Συμπεριλαμβάνονται επίσης μερικά θέματα εγκατάστασης για
προχωρημένους, όπως η εγκατάσταση μέσω σειριακής κονσόλας.
x και
Μεταγενέστερων Εκδόσεων, Εγκατάσταση του FreeBSD 9.x και Μεταγενέστερων ΕκδόσεωνΟδηγεί τον χρήστη στην διαδικασία εγκατάστασης του
FreeBSD 9.x και μεταγενέστερων
εκδόσεων με τη χρήση του
bsdinstall.
Περιέχει τις βασικές εντολές και λειτουργίες του λειτουργικού συστήματος FreeBSD. Εάν είστε εξοικειωμένος με το Linux® ή με άλλο λειτουργικό τύπου UNIX® μπορείτε πιθανώς να προσπεράσετε αυτό το κεφάλαιο.
Περιγράφει τον τρόπο εγκατάστασης λογισμικού τρίτων κατασκευαστών με την καινοτόμο “Συλλογή των Ports (Ports Collection)” του FreeBSD και με τα συνήθη προμεταγλωττισμένα πακέτα (packages).
Περιγράφει γενικά το σύστημα X Window και ειδικότερα το X11 του FreeBSD. Επίσης περιγράφει ολοκληρωμένα περιβάλλοντα εργασίας όπως το KDE και το GNOME.
Αναφέρει και εξηγεί μερικές από τις πιο συνήθεις εφαρμογές για υπολογιστές γραφείου, όπως προγράμματα πλοήγησης ιστοσελίδων και εφαρμογές γραφείου και περιγράφει πως να τις εγκαταστήσετε στο FreeBSD.
Υποδεικνύει πως να εγκαταστήσετε δυνατότητες αναπαραγωγής ήχου και βίντεο στο σύστημα σας. Επίσης περιλαμβάνει δειγματοληπτικά κάποιες εφαρμογές ήχου και βίντεο.
Εξηγεί τους λόγους για τους οποίους θα πρέπει να δημιουργήσετε ένα νέο πυρήνα. Παρέχει, επίσης, λεπτομερείς οδηγίες για την ρύθμιση, μεταγλώττιση και εγκατάσταση του νέου σας προσαρμοσμένου πυρήνα.
Περιγράφει πως να διαχειρίζεστε εκτυπωτές στο FreeBSD. Συμπεριλαμβάνει πληροφορίες για σελίδες λογοτύπων, λογαριασμούς εκτυπωτών και αρχικές ρυθμίσεις.
Περιγράφει τις δυνατότητες συμβατότητας του FreeBSD με εφαρμογές Linux®. Επίσης παρέχει λεπτομερείς οδηγίες εγκατάστασης για πολλές γνωστές εφαρμογές του Linux® όπως Oracle®, SAP® R/3®, και Mathematica®.
Περιγράφει τις παραμέτρους που έχουν στη διάθεση τους οι διαχειριστές του συστήματος, ώστε να ρυθμίσουν ένα σύστημα FreeBSD για βέλτιστη απόδοση. Επίσης περιγράφει τα διάφορα αρχεία ρυθμίσεων που χρησιμοποιούνται στο FreeBSD και που να τα βρείτε.
Περιγράφει την διαδικασία εκκίνησης του FreeBSD και εξηγεί πως μπορούμε να την ελέγχουμε με τη βοήθεια επιλογών και ρυθμίσεων.
Περιγράφει την δημιουργία και την διαχείριση των λογαριασμών χρηστών. Επίσης περιγράφει τρόπους με τους οποίους μπορούν να τεθούν περιορισμοί στους χρήστες όσο αφορά τη χρήση πόρων του συστήματος, καθώς και άλλες λειτουργίες διαχείρισης λογαριασμών.
Περιγράφει διάφορα διαθέσιμα εργαλεία που θα σας βοηθήσουν να κρατήσετε το FreeBSD σύστημα σας ασφαλές. Συμπεριλαμβάνονται οι υλοποιήσεις Kerberos, IPsec και OpenSSH.
Περιγράφει το πλαίσιο λειτουργιών των jails και τις βελτιώσεις που παρέχουν σε σχέση με την παραδοσιακή chroot υποστήριξη του FreeBSD.
Εξηγεί τι είναι ο Υποχρεωτικός Έλεγχος Πρόσβασης (MAC) και πως ο μηχανισμός αυτός μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την ασφάλιση ενός FreeBSD συστήματος.
Περιγράφει τι είναι ο Έλεγχος Συμβάντων, πως μπορεί να εγκατασταθεί, να ρυθμιστεί και πως μπορούν να διερευνώνται και να παρακολουθούνται τα ίχνη του ελέγχου (audit trails).
Περιγράφει πως να διαχειρίζεστε μέσα αποθήκευσης και συστήματα αρχείων με το FreeBSD. Συμπεριλαμβάνονται φυσικοί δίσκοι, συστοιχίες RAID, οπτικά και μαγνητικά μέσα, εικονικοί δίσκοι μνήμης και δικτυακά συστήματα αρχείων.
Περιγράφει τι είναι το πλαίσιο λειτουργιών GEOM στο FreeBSD και πως να ρυθμίσετε διάφορα επίπεδα RAID που υποστηρίζονται στο FreeBSD.
Εξετάζει την υποστήριξη μη-εγγενών συστημάτων αρχείων στο FreeBSD, όπως το Z File System της Sun™.
Περιγράφει πως να χρησιμοποιήσετε το Vinum, ένα διαχειριστή λογικών τόμων που παρέχει λογικούς δίσκους ανεξάρτητα από τη συσκευή στην οποία είναι αποθηκευμένοι, καθώς και δυνατότητες RAID-0, RAID-1 και RAID-5 μέσω λογισμικού.
Περιγράφει τι προσφέρουν τα συστήματα εικονικοποίησης και πως μπορούν να χρησιμοποιηθούν με το FreeBSD.
Περιγράφει πως να χρησιμοποιήσετε το FreeBSD σε γλώσσες εκτός της Αγγλικής. Καλύπτει την δυνατότητα τοπικών ρυθμίσεων τόσο σε επίπεδο συστήματος, όσο και σε επίπεδο εφαρμογών.
Εξηγεί τις διαφορές μεταξύ των εκδόσεων FreeBSD-STABLE, FreeBSD-CURRENT και των επίσημων (RELEASE) εκδόσεων του FreeBSD. Περιγράφει ποιοι χρήστες ωφελούνται όταν ακολουθούν ένα σύστημα ανάπτυξης καθώς και τα απαιτούμενα για αυτό το σκοπό βήματα. Καλύπτει τις μεθόδους που μπορούν να χρησιμοποιήσουν οι χρήστες για να ενημερώσουν το σύστημα τους με τις τελευταίες διορθώσεις ασφαλείας.
Περιγράφει την ρύθμιση και χρήση του εργαλείου DTrace της Sun™ στο FreeBSD. Το δυναμικό tracing μπορεί να βοηθήσει στον εντοπισμό προβλημάτων απόδοσης, παρέχοντας ανάλυση του συστήματος σε πραγματικό χρόνο.
Εξηγεί πως να συνδέσετε τερματικά και μόντεμ στο FreeBSD σύστημα σας, για χρήση τόσο σε εισερχόμενες όσο και σε εξερχόμενες συνδέσεις.
Περιγράφει πως να χρησιμοποιήσετε τις τεχνολογίες PPP, SLIP, ή PPP μέσω Ethernet για να συνδεθείτε σε απομακρυσμένα συστήματα με το FreeBSD.
Εξηγεί τα διαφορετικά στοιχεία ενός διακομιστή ηλεκτρονικής αλληλογραφίας και εμβαθύνει σε θέματα απλών ρυθμίσεων για το πλέον δημοφιλές λογισμικό διακομιστή ηλεκτρονικής αλληλογραφίας: το sendmail.
Παρέχει λεπτομερείς οδηγίες και παραδείγματα αρχείων ρύθμισης για να ρυθμίσετε το FreeBSD να ενεργεί ως δικτυακός εξυπηρετητής αρχείων, εξυπηρετητής ονομάτων τομέα (DNS), εξυπηρετητής δικτυακών πληροφοριών (NIS), η εξυπηρετητής συγχρονισμού ώρας (NTP).
Εξηγεί την φιλοσοφία που κρύβεται πίσω από τα firewalls (τείχη προστασίας) που βασίζονται σε λογισμικό και παρέχει λεπτομερείς πληροφορίες για τις ρυθμίσεις των διαφόρων firewalls που διατίθενται για το FreeBSD.
Περιγράφει πολλά προχωρημένα θέματα δικτύωσης, συμπεριλαμβανομένου του διαμοιρασμού μιας σύνδεσης Internet με άλλους υπολογιστές στο τοπικό σας δίκτυο (LAN), θέματα δρομολόγησης για προχωρημένους, ασύρματη δικτύωση, Bluetooth®, ATM, IPv6 και πολλά ακόμη.
Περιέχει λίστα με διάφορες πηγές για να αποκτήσετε το FreeBSD σε CD-ROM ή DVD, όπως επίσης και διάφορες τοποθεσίες στο Internet από όπου μπορείτε να κατεβάσετε και να εγκαταστήσετε το FreeBSD.
Αυτό το βιβλίο αγγίζει πολλά διαφορετικά θέματα που μπορεί να σας κεντρίσουν το ενδιαφέρον για μια πιο λεπτομερή εξερεύνηση. Η βιβλιογραφία ταξινομεί σε κατηγορίες πολλά εξαιρετικά βιβλία τα οποία αναφέρονται στο κείμενο.
Περιγράφει πολλά φόρουμ που διατίθενται στους χρήστες του FreeBSD, ώστε να θέτουν ερωτήματα και να συμμετέχουν σε τεχνικές συζητήσεις για το FreeBSD.
Καταγράφει τα δακτυλικά αποτυπώματα των κλειδιών PGP αρκετών μελών της Ομάδας Ανάπτυξης του FreeBSD.
Σε ολόκληρο το βιβλίο, χρησιμοποιούνται κάποιες τυπογραφικές συμβάσεις ώστε η μορφοποίηση του να είναι συνεπής και να είναι πιο ευανάγνωστο:
Η πλάγια γραμματοσειρά χρησιμοποιείται για ονόματα αρχείων, URLs, κείμενο με έμφαση και για χρήση πρωτοεμφανιζόμενων τεχνικών όρων.
Γραφή σταθερού πλάτους Η σταθερού πλάτους γραμματοσειρά
χρησιμοποιείται για μηνύματα λάθους, εντολές, μεταβλητές
περιβάλλοντος, ονομασίες των ports, ονόματα κεντρικών
υπολογιστών, ονόματα χρηστών, ονόματα ομάδων, ονόματα συσκευών,
μεταβλητές και αποσπάσματα κώδικα.
Η έντονη γραμματοσειρά χρησιμοποιείται για εφαρμογές, εντολές και πλήκτρα.
Η πληκτρολόγηση σημειώνεται με έντονη γραφή ώστε να
ξεχωρίζει από το υπόλοιπο κείμενο. Συνδυασμοί πλήκτρων που πρέπει να
πιεσθούν ταυτόχρονα σημειώνονται με `+' μεταξύ των
πλήκτρων, όπως:
Ctrl+Alt+Del
Το οποίο σημαίνει πως ο χρήστης θα πρέπει να πιέσει τα πλήκτρα Ctrl, Alt και το πλήκτρο Del ταυτόχρονα.
Σε περίπτωση που κάποια πλήκτρα πρέπει να πιεσθούν με συγκεκριμένη σειρά, θα εμφανίζονται χωρισμένα με κόμματα:
Ctrl+X, Ctrl+S
Το οποίο σημαίνει πως ο χρήστης αναμένεται να πιέσει τα πλήκτρα Ctrl και X ταυτόχρονα και έπειτα να πιέσει τα πλήκτρα Ctrl και S ταυτόχρονα.
Τα παραδείγματα που ξεκινούν με E:\>
υποδηλώνουν μια εντολή MS-DOS®. Αυτές οι εντολές μπορούν να εκτελούνται
από το παράθυρο “Γραμμής Εντολών” σε σύγχρονο περιβάλλον
Microsoft® Windows®, εκτός αν αναφέρεται κάτι διαφορετικό.
E:\> tools\fdimage floppies\kern.flp A:Τα παραδείγματα που ξεκινούν με # υποδηλώνουν μια εντολή
που θα πρέπει να εκτελεστεί από τον υπερχρήστη (superuser) ενός
συστήματος FreeBSD. Μπορείτε να συνδεθείτε σαν χρήστης
root για να πληκτρολογήσετε την εντολή, ή
να συνδεθείτε σαν κανονικός χρήστης και να χρησιμοποιήσετε την εντολή
su(1) ώστε να αποκτήσετε προνόμια υπερχρήστη.
# dd if=kern.flp of=/dev/fd0Τα παραδείγματα που ξεκινούν με % υποδηλώνουν μια εντολή
που πρέπει να εκτελεστεί από ένα κανονικό χρήστη. Χρησιμοποιείται η
σύνταξη C-shell για να θέσουμε μεταβλητές περιβάλλοντος και άλλες εντολές
κελύφους, εκτός αν αναφέρεται κάτι διαφορετικό.
% topΤο βιβλίο που κρατάτε, παρουσιάζει τις προσπάθειες πολλών εκατοντάδων ανθρώπων από όλο τον κόσμο. Είτε μας ενημέρωσαν για τυπογραφικά λάθη, είτε μας έστειλαν ολόκληρα κεφάλαια, η συμβολή όλων ήταν χρήσιμη.
Μερικές εταιρείες υποστήριξαν την ανάπτυξη αυτού του εγγράφου μισθώνοντας συντάκτες να εργάζονται σε πλήρη απασχόληση, πληρώνοντας για την έκδοση, κτλ. Ειδικότερα, η BSDi (η οποία αργότερα αποκτήθηκε από την Wind River Systems) μίσθωσε μέλη του FreeBSD Documentation Project να εργάζονται σε πλήρη απασχόληση για την βελτίωση του βιβλίου, οδηγώντας στην πρώτη έντυπη έκδοση στα αγγλικά τον Μάρτιο του 2000 (ISBN 1-57176-241-8). Η εταιρεία Wind River Systems μίσθωσε τότε μερικούς επιπρόσθετους συντάκτες ώστε να κάνει βελτιώσεις στην δομή της έντυπης έκδοσης και να προσθέσει κάποια νέα κεφάλαια. Η αποκορύφωση αυτής της εργασίας ήταν η παρουσίαση της δεύτερης έντυπης έκδοσης, τον Νοέμβριο του 2001 (ISBN 1-57176-303-1). 1-57176-303-1). Το 2003-2004, η FreeBSD Mall, Inc, μίσθωσε αρκετούς συνεργάτες να βελτιώσουν το Εγχειρίδιο Χρήσης προς ετοιμασία της τρίτης έντυπης έκδοσης.
Αυτό το μέρος του Εγχειριδίου του FreeBSD είναι για τους χρήστες και τους διαχειριστές συστημάτων που δεν έχουν ήδη μεγάλη εμπειρία με το FreeBSD. Τα κεφάλαια που ακολουθούν:
Είναι εισαγωγικά για το FreeBSD
Σας καθοδηγούν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εγκατάστασης
Σας εισάγουν στις βασικές έννοιες του UNIX®
Περιγράφουν τη διαδικασία εγκατάστασης της πληθώρας εφαρμογών που είναι διαθέσιμες στο FreeBSD
Σας εισάγουν στο γραφικό περιβάλλον του UNIX®, το σύστημα Χ, και σας καθοδηγούν σχετικά με τις αρχικές ρυθμίσεις ενός γραφικού περιβάλλοντος εργασίας, με το οποίο μπορείτε να είστε ακόμα πιο παραγωγικοί
Σε αυτό το τμήμα του βιβλίου, έχουμε προσπαθήσει να μειώσουμε στο ελάχιστο τις αναφορές σε τμήματα ή κεφάλαια του Εγχειριδίου τα οποία δεν έχετε ήδη διαβάσει. Αυτό αποσκοπεί στο να γίνει πιο εύκολη η ανάγνωση του τμήματος αυτού του Εγχειριδίου από την αρχή μέχρι και το τέλος, χωρίς να απαιτείται να ψάχνετε συνεχώς τα επόμενα ή προηγούμενα τμήματα.
x και
Προγενέστερων Εκδόσεωνx και
Μεταγενέστερων ΕκδόσεωνΕυχαριστούμε για το ενδιαφέρον σας για το FreeBSD! Το ακόλουθο κεφάλαιο καλύπτει διάφορες πτυχές του FreeBSD Project, όπως την ιστορία του, τους στόχους του, το μοντέλο ανάπτυξης, κ.τ.λ.
Μετά την ανάγνωση αυτού του κεφαλαίου, θα γνωρίζετε:
Πως σχετίζεται το FreeBSD με άλλα λειτουργικά συστήματα Η/Υ.
Την ιστορία του FreeBSD Project.
Τους στόχους του FreeBSD Project.
Τις βασικές αρχές του open-source μοντέλου ανάπτυξης του FreeBSD.
Και φυσικά: από που προέρχεται το όνομα “FreeBSD”.
Το FreeBSD είναι ένα λειτουργικό σύστημα βασισμένο στο 4.4BSD-Lite, το οποίο μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε Η/Υ Intel (x86 και Itanium®), AMD64 και Sun UltraSPARC®. Σε εξέλιξη βρίσκεται επίσης η διαδικασία μεταφοράς του FreeBSD σε άλλες αρχιτεκτονικές. Μπορείτε επίσης να διαβάσετε για την ιστορία του FreeBSD, ή για την πιο πρόσφατη επίσημη έκδοση του. Εάν ενδιαφέρεστε να συμβάλλετε με κάποιο τρόπο στο Project (κώδικας, hardware, μη-προσημειωμένα χαρτονομίσματα), διαβάστε το άρθρο Συνεισφέροντας στην Ανάπτυξη του FreeBSD.
Το FreeBSD έχει πολλά αξιόλογα χαρακτηριστικά. Μερικά από αυτά είναι:
Preemptive πολυεπεξεργασία (preemptive multitasking) με δυναμικό έλεγχο προτεραιότητας για να εξασφαλιστεί ομαλός και δίκαιος διαμοιρασμός των πόρων του Η/Υ μεταξύ εφαρμογών και χρηστών, ακόμη και στις πιο αντίξοες συνθήκες.
Πολυχρηστικές δυνατότητες (multi-user facilities) οι οποίες επιτρέπουν σε πολλά άτομα ταυτόχρονα να χρησιμοποιήσουν ένα σύστημα FreeBSD για διαφορετικά πράγματα. Αυτό σημαίνει, για παράδειγμα, ότι τα περιφερειακά του συστήματος, όπως εκτυπωτές και οδηγοί ταινιών είναι σωστά μοιρασμένα μεταξύ όλων των χρηστών του συστήματος ή του δικτύου και πως μπορούν να τεθούν συγκεκριμένα όρια σε χρήστες ή ομάδες χρηστών, προστατεύοντας κρίσιμους πόρους του συστήματος από υπερβολική χρήση.
Ισχυρές δυνατότητες δικτύωσης TCP/IP (TCP/IP networking) με υποστήριξη για βιομηχανικά πρότυπα όπως τα SCTP, DHCP, NFS, NIS, PPP, SLIP, IPsec και IPv6. Αυτό σημαίνει πως ένα μηχάνημα FreeBSD μπορεί να αλληλεπιδρά εύκολα με άλλα συστήματα και να εργάζεται σαν εταιρικός εξυπηρετητής, υποστηρίζοντας λειτουργίες ζωτικής σημασίας, όπως NFS (απομακρυσμένη πρόσβαση σε αρχεία) και υπηρεσίες ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e-mail), ή την παρουσία του οργανισμού σας στο διαδίκτυο μέσω των υπηρεσιών WWW, FTP, routing και firewall (ασφάλειας).
Η προστασία της μνήμης (memory protection) εξασφαλίζει ότι οι διάφορες εφαρμογές (ή οι χρήστες) δεν αλληλεπιδρούν μεταξύ τους. Μια εφαρμογή που παρουσιάζει κάποιο πρόβλημα δε μπορεί να επηρεάσει άλλες με κανέναν τρόπο.
Το FreeBSD είναι ένα λειτουργικό σύστημα 32-bit (64-bit σε AMD64, και UltraSPARC®) και σχεδιάστηκε με αυτό τον τρόπο εξ' αρχής.
Το βιομηχανικό πρότυπο X Window System (X11R6) προσφέρει γραφικό περιβάλλον εργασίας (GUI) στο κόστος μιας κοινής κάρτας VGA και μιας οθόνης και διατίθεται με τον πλήρη πηγαίο κώδικα.
Συμβατότητα εκτελέσιμων με πολλά προγράμματα που έχουν μεταγλωττιστεί για Linux, SCO, SVR4, BSDI και NetBSD.
Χιλιάδες έτοιμες-προς-εκτέλεση εφαρμογές είναι διαθέσιμες από την συλλογή ports και packages για το FreeBSD. Γιατί να ψάχνετε στο διαδίκτυο όταν μπορείτε να τα βρείτε όλα εδώ;
Στο διαδίκτυο είναι επίσης διαθέσιμες χιλιάδες πρόσθετες και εύκολες στην προσαρμογή εφαρμογές. Το FreeBSD έχει συμβατότητα πηγαίου κώδικα με τα πιο δημοφιλή εμπορικά συστήματα UNIX®, επομένως οι περισσότερες εφαρμογές χρειάζονται λίγες έως καθόλου μετατροπές για να μεταγλωττιστούν (compile).
Η Δυναμική σελιδοποίηση εικονικής μνήμης και το “ολοκληρωμένο VM/buffer cache” παρέχουν υψηλή απόδοση σε εφαρμογές με αυξημένες ανάγκες σε μνήμη, ενώ διατηρούν την ικανοποιητική απόκριση του συστήματος στους άλλους χρήστες.
Υποστήριξη SMP για μηχανήματα με πολλαπλές CPU.
Πλήρης σειρά εργαλείων ανάπτυξης για C, C++, και Fortran. Στη Συλλογή των Ports και των έτοιμων πακέτων, θα βρείτε πολλές ακόμα γλώσσες προγραμματισμού, κατάλληλες τόσο για έρευνα όσο και για ανάπτυξη λογισμικού.
Η διαθεσιμότητα του πηγαίου κώδικα ολόκληρου του συστήματος σημαίνει ότι έχετε τον υψηλότερο βαθμό ελέγχου στο περιβάλλον σας. Γιατί να είστε κλειδωμένοι σε ένα κλειστό σύστημα και να είστε εξαρτημένοι από τον προμηθευτή σας, όταν μπορείτε να έχετε ένα πραγματικά ανοιχτό σύστημα;
Εκτεταμένη online τεκμηρίωση.
Και πολλά άλλα!
Το FreeBSD βασίζεται στην έκδοση 4.4BSD-Lite του Computer Systems Research Group (CSRG) του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας στο Berkeley, και συνεχίζει την διακεκριμένη παράδοση του στην ανάπτυξη συστημάτων BSD. Επιπρόσθετα στο εξαίρετο έργο που παρείχε το CSRG, το FreeBSD Project ξόδεψε πολλές χιλιάδες ώρες στη βελτιστοποίηση του συστήματος για μέγιστες επιδόσεις και αξιοπιστία σε καθημερινές καταστάσεις πραγματικού φόρτου εργασίας. Αν και πολλοί εμπορικοί κολοσσοί δυσκολεύονται να προσφέρουν λειτουργικά συστήματα με τέτοια χαρακτηριστικά, επιδόσεις και αξιοπιστία, το FreeBSD μπορεί να τα προσφέρει τώρα!
Οι εφαρμογές στις οποίες μπορεί να χρησιμοποιηθεί το FreeBSD, πραγματικά περιορίζονται μόνο από την φαντασία σας. Από ανάπτυξη λογισμικού μέχρι αυτοματισμούς εργοστασίων, από απογραφή ειδών μέχρι την διόρθωση του αζιμούθιου απομακρυσμένων δορυφορικών κεραιών, εάν μπορεί να γίνει με ένα εμπορικό προϊόν UNIX®, είναι παραπάνω από πιθανό ότι μπορεί να γίνει και με το FreeBSD! Το FreeBSD επίσης ωφελείται σημαντικά από κυριολεκτικά χιλιάδες εφαρμογές υψηλής ποιότητας που αναπτύσσονται από κέντρα ερευνών και πανεπιστήμια σε όλο τον κόσμο, και συχνά διατίθενται σε χαμηλό κόστος ή δωρεάν. Το πλήθος των εμπορικών εφαρμογών που διατίθενται για το FreeBSD, αυξάνεται επίσης καθημερινά.
Ο πηγαίος κώδικας του ίδιου του FreeBSD είναι πλήρως διαθέσιμος, και έτσι το σύστημα μπορεί να προσαρμοστεί σε αφάνταστα υψηλό επίπεδο για ειδικές εφαρμογές ή projects, και με τρόπους γενικά μη πραγματοποιήσιμους σε άλλα λειτουργικά εμπορικών προμηθευτών. Παρακάτω θα βρείτε μερικά μόνο παραδείγματα από εφαρμογές στις οποίες μπορεί να χρησιμοποιηθεί αυτή τη στιγμή το FreeBSD:
Υπηρεσίες Ίντερνετ: Το ισχυρό σύστημα δικτύωσης TCP/IP του FreeBSD, το αναδεικνύει σε ιδεώδη πλατφόρμα για μια μεγάλη γκάμα υπηρεσιών Ίντερνετ όπως:
Με το FreeBSD, μπορείτε εύκολα να ξεκινήσετε από χαμηλά με ένα φτηνό PC της οικογένειας 386, και καθώς η επιχείρηση σας μεγαλώνει, να αναβαθμιστείτε σε ένα τετραπύρηνο επεξεργαστή Xeon με δίσκους RAID.
Εκπαίδευση: Είστε φοιτητής πληροφορικής ή κάποιου σχετικού τομέα; Δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος να μάθετε για λειτουργικά συστήματα, αρχιτεκτονικές Η/Υ, και συστήματα δικτύων από την πρακτική εμπειρία και την σε βάθος γνώση που μπορεί να σας παρέχει το FreeBSD. Το μεγάλο πλήθος των δωρεάν διαθέσιμων πακέτων εφαρμογών CAD, γραφικής σχεδίασης, και μαθηματικών, κάνουν το FreeBSD εξαιρετικά χρήσιμο σε όσους το κύριο ενδιαφέρον τους στους υπολογιστές είναι να κάνουν τη δουλειά τους!
Έρευνα: Με διαθέσιμο τον πηγαίο κώδικα ολόκληρου του συστήματος, το FreeBSD είναι μία εξαίρετη πλατφόρμα για την έρευνα στα λειτουργικά συστήματα όπως επίσης για άλλους κλάδους της πληροφορικής. Η φύση της ελεύθερης διάθεσης του FreeBSD επιτρέπει επίσης σε απομακρυσμένες ομάδες να συνεργάζονται σε ιδέες ή να μοιράζονται την ανάπτυξη εφαρμογών, χωρίς να ανησυχούν για άδειες χρήσης και χωρίς να περιορίζεται η δυνατότητα τους για ελεύθερη συζήτηση οποιουδήποτε θέματος σε ανοιχτές ομάδες συζήτησης (forums).
Δικτύωση: Χρειάζεστε ένα καινούργιο router (δρομολογητή); Ένα εξυπηρετητή DNS; Ένα firewall για να κρατάτε τον κόσμο έξω από το εσωτερικό σας δίκτυο; Το FreeBSD μπορεί εύκολα να μετατρέψει εκείνο το άχρηστο 386 ή 486 PC που κάθεται στην γωνία, σε ένα προηγμένο δρομολογητή με εξεζητημένες δυνατότητες φιλτραρίσματος πακέτων.
Σταθμός εργασίας με X Window: Το FreeBSD είναι μια εξαίρετη επιλογή για ένα οικονομικό εξυπηρετητή Χ τερματικών, χρησιμοποιώντας τον ελεύθερα διαθέσιμο εξυπηρετητή X11. Σε αντίθεση με τα απλά τερματικά X, με το FreeBSD μπορείτε, εφόσον το επιθυμείτε, να εκτελείτε πολλές εφαρμογές τοπικά, απαλλάσσοντας έτσι τον κεντρικό εξυπηρετητή από περιττό φορτίο. To FreeBSD μπορεί να ξεκινήσει ακόμα και “diskless” (χωρίς σκληρό δίσκο), κάνοντας έτσι τους προσωπικούς σταθμούς εργασίας ακόμη πιο φτηνούς και ευκολότερους στη διαχείριση.
Ανάπτυξη Λογισμικού: Το βασικό σύστημα του FreeBSD διατίθεται ολοκληρωμένο, με πλήρη σειρά εργαλείων ανάπτυξης, που περιλαμβάνουν τον αναγνωρισμένο GNU C/C++ compiler και debugger.
Το FreeBSD είναι διαθέσιμο σε μορφή πηγαίου κώδικα αλλά και έτοιμου, μεταγλωττισμένου εκτελέσιμου σε CD-ROM, DVD, και μέσω ανώνυμου FTP. Δείτε το Παράρτημα A, Που θα Βρείτε το FreeBSD για περισσότερες πληροφορίες για το πως να αποκτήσετε το FreeBSD.
Το ακόλουθο τμήμα παρέχει μερικές πληροφορίες σχετικές με το project, και περιλαμβάνει μια σύντομη ιστορία του FreeBSD, τους στόχους, και το μοντέλο ανάπτυξης του.
To FreeBSD Project γεννήθηκε στις αρχές του 1993, μερικώς σαν εξέλιξη του “Unofficial 386BSD Patchkit” από τους 3 τελευταίους συντονιστές του patchkit: τον Nate Williams, τον Rod Grimes και εμένα.
Ο πρωταρχικός στόχος μας ήταν να παράγουμε ένα ενδιάμεσο στιγμιότυπο (snapshot) του 386BSD ώστε να διορθώσουμε μερικά προβλήματα που ο μηχανισμός του patchkit δεν ήταν ικανός να λύσει. Μερικοί από σας, ίσως να θυμούνται πως ο αρχικός τίτλος εργασίας για το project ήταν “386BSD 0.5” ή “386BSD Interim” και αναφέρονταν σε αυτό ακριβώς το γεγονός.
Το 386BSD ήταν το λειτουργικό σύστημα του Bill Jolitz, το οποίο μέχρι εκείνο το σημείο, υπέφερε βαριά έχοντας αμεληθεί για σχεδόν ένα έτος. Καθώς το patchkit φούσκωνε ολοένα και περισσότερο με το πέρασμα των ημερών, είχαμε αποφασίσει ομόφωνα πως έπρεπε να γίνει κάτι, και αποφασίσαμε να συμπαρασταθούμε στον Bill παρέχοντας του αυτό το ενδιάμεσο “cleanup” snapshot. Τα σχέδια αυτά διακόπηκαν απότομα, όταν ξαφνικά ο Bill Jolitz αποφάσισε να αποσύρει την έγκριση του στο project δίχως μια ξεκάθαρη ένδειξη του τι θα έπρεπε να γίνει.
Δεν μας πήρε πολύ να αποφασίσουμε πως ο στόχος παρέμενε αξιόλογος, ακόμη και χωρίς την βοήθεια του Bill, και έτσι υιοθετήσαμε το όνομα “FreeBSD”, που επινόησε ο David Greenman. Οι αρχικοί στόχοι μας τέθηκαν αφού συμβουλευθήκαμε τους τότε χρήστες του συστήματος, και όταν έγινε πλέον ξεκάθαρο πως το project είχε πάρει σωστή πορεία και ίσως έτεινε να γίνει πραγματικότητα, ήρθα σε επαφή με την Walnut Creek CDROM προσβλέποντας στην βελτίωση των καναλιών διανομής του FreeBSD για όλους αυτούς τους άτυχους που δεν είχαν εύκολη πρόσβαση στο Ίντερνετ. Η Walnut Creek CDROM, όχι μόνο υποστήριξε την ιδέα διανομής του FreeBSD σε CD, αλλά προχώρησε αρκετά περισσότερο, παρέχοντας στο project ένα μηχάνημα εργασίας και μια γρήγορη σύνδεση στο Ίντερνετ. Δίχως τον βαθμό πίστης της Walnut Creek CDROM σε αυτό που εκείνο τον καιρό ήταν ένα εντελώς άγνωστο project, είναι πολύ απίθανο το FreeBSD να είχε φτάσει τόσο μακριά, και τόσο γρήγορα, όπως σήμερα.
Η πρώτη διανομή CD-ROM (και με γενικά ευρεία διάδοση στο δίκτυο) ήταν η FreeBSD 1.0, που κυκλοφόρησε τον Δεκέμβρη του 1993. Βασίζονταν σε μια ταινία του 4.3BSD-Lite (“Net/2”) του U.C. Berkeley, έχοντας πάρει και πολλά στοιχεία από το 386BSD και το Free Software Foundation. Ήταν αρκετά επιτυχημένη για πρώτη προσπάθεια, και την συνεχίσαμε με την αρκετά επιτυχημένη έκδοση FreeBSD 1.1 που κυκλοφόρησε τον Μάϊο του 1994.
Περίπου εκείνη την περίοδο, σχηματίστηκαν απρόσμενα στον ορίζοντα σύννεφα καταιγίδας, καθώς η Novell και το U.C. Berkeley τακτοποίησαν την μακράς διαρκείας δικαστική διαμάχη σχετικά με τα δικαιώματα της ταινίας Net/2. Μία συνθήκη αυτής της συμφωνίας ήταν η παραδοχή από την μεριά του U.C. Berkeley ότι μεγάλο μέρος του Net/2 ήταν “επιβαρυμένος” κώδικας και ιδιοκτησία της Novell, η οποία με την σειρά της το είχε αποκτήσει από την AT&T λίγο καιρό πριν. Αυτό που πήρε ως αντάλλαγμα το Berkeley ήταν οι “ευλογίες” της Novell ότι η έκδοση 4.4BSD-Lite, όταν τελικά ολοκληρωνόταν, θα δηλωνόταν ως μη-επιβαρυμένη, και όλοι οι μέχρι τότε χρήστες του Net/2 θα ενθαρρύνονταν ένθερμα να μεταβούν σε αυτή. Αυτό συμπεριλάμβανε και το FreeBSD, και στο project δόθηκε χρόνος μέχρι τον Ιούλιο του 1994 να σταματήσει τις παραδόσεις των προϊόντων που βασίζονταν στο Net/2. Υπό τους όρους αυτής της συμφωνίας, επιτράπηκε στο project μια τελευταία έκδοση πριν την λήξη της προθεσμίας, και αυτή ήταν η έκδοση FreeBSD 1.1.5.1.
Το FreeBSD βρέθηκε τότε στη δυσχερή θέση κυριολεκτικά να ξανα-ανακαλύψει τον εαυτό του από ένα σύνολο από bit του 4.4BSD-Lite, εντελώς καινούργιο, και κυρίως ατελές. Οι εκδόσεις “Lite” ήταν light (ελαφριές) εν' μέρει επειδή το CSRG του Berkeley είχε αφαιρέσει μεγάλο όγκο κώδικα ο οποίος ήταν απαραίτητος για να κατασκευαστεί ένα πραγματικά εκκινήσιμο λειτουργικό σύστημα (λόγω διαφόρων νομικών ζητημάτων), και εν' μέρει επειδή το port για Intel του 4.4 ήταν σε υψηλό βαθμό ατελές. Η μετάβαση ολοκληρώθηκε τον Νοέμβριο του 1994, και σε αυτό το σημείο κυκλοφόρησε η FreeBSD 2.0 στο δίκτυο και σε CD-ROM (τέλη Δεκέμβρη). Παρά το γεγονός ότι ήταν ακόμη αρκετά πρόχειρη μέσες-άκρες, η έκδοση ήταν μια σημαντική επιτυχία και την ακολούθησε η πιο αξιόπιστη και ευκολότερη ως προς την εγκατάσταση έκδοση FreeBSD 2.0.5 τον Ιούνιο του 1995.
Κυκλοφορήσαμε την FreeBSD 2.1.5 τον Αύγουστο του 1996, και φάνηκε να είναι αρκετά δημοφιλής στους ISP και στις εμπορικές κοινότητες, τόσο που άξιζε άλλο ένα παρακλάδι στον κορμό της 2.1-STABLE. Αυτή ήταν η FreeBSD 2.1.7.1, που κυκλοφόρησε τον Φεβρουάριο του 1997 και ήταν η αποκορύφωση της κύριας ανάπτυξης της 2.1-STABLE, η οποία βρίσκεται πλέον σε κατάσταση συντήρησης. θα γίνονται μόνο βελτιώσεις ασφαλείας και άλλες κρίσιμες διορθώσεις bugs σε αυτό τον κορμό (RELENG_2_1_0).
Η FreeBSD 2.2 διακλαδώθηκε από την ανάπτυξη της κύριας γραμμής (“-CURRENT”) τον Νοέμβριο του 1996, ως κλάδος RELENG_2_2, και η πρώτη πλήρη έκδοση (2.2.1) κυκλοφόρησε τον Απρίλιο του 1997. Πρόσθετες εκδόσεις από τον κλάδο 2.2 δόθηκαν σε κυκλοφορία το καλοκαίρι και το φθινόπωρο του '97, η τελευταία των οποίων (η 2.2.8) εμφανίστηκε τον Νοέμβρη του 1998. Η πρώτη επίσημη έκδοση 3.0 εμφανίστηκε τον Οκτώβριο του 1998 και σημάδεψε την αρχή του τέλους για τον κλάδο 2.2.
Ο κορμός διακλαδώθηκε πάλι στις 20 Ιανουαρίου 1999, οδηγώντας στην 4.0-CURRENT και στον κλάδο 3.X-STABLE. Από τον 3.X-STABLE, η 3.1 κυκλοφόρησε στις 15 Φεβρουαρίου 1999, η 3.2 στις 15 Μαΐου 1999, η 3.3 στις 16 Σεπτεμβρίου 1999, η 3.4 στις 20 Δεκεμβρίου του 1999, και η 3.5 στις 24 Ιουνίου 2000, την οποία ακολούθησε λίγες μέρες μετά μία μικρής τάξεως αναβάθμιση, η 3.5.1, για να συμπεριληφθούν κάποιες αναβαθμίσεις ασφαλείας της τελευταίας στιγμής στο Kerberos. Αυτή ήταν και η τελική έκδοση από τον κλάδο της 3.X.
Ένα νέο παρακλάδι δημιουργήθηκε στις 13 Μαρτίου 2000, δημιουργώντας έτσι τον κλάδο ανάπτυξης 4.X-STABLE. Δημιουργήθηκαν διάφορες εκδόσεις από αυτό τον κλάδο: Η 4.0-RELEASE κυκλοφόρησε τον Μάρτιο του 2000, και η τελευταία 4.11-RELEASE κυκλοφόρησε τον Ιανουάριο του 2005.
Μετά από μεγάλο χρονικό διάστημα αναμονής, η 5.0-RELEASE
ανακοινώθηκε στις 19 Ιανουαρίου του 2003. Ως αποκορύφωμα σχεδόν
τριών χρόνων εργασίας, η έκδοση αυτή εισήγαγε το FreeBSD στο μονοπάτι
των εξελιγμένων πολυεπεξεργαστών και στην υποστήριξη εφαρμογών με
threads, ενώ εισήγαγε και υποστήριξη για τις πλατφόρμες UltraSPARC®
και ia64. Αυτήν την έκδοση ακολούθησε η 5.1 τον
Ιούνιο του 2003. Η τελευταία έκδοση 5.X από τον κορμό της -CURRENT
ήταν η 5.2.1-RELEASE, που κυκλοφόρησε τον Φεβρουάριο του 2004.
Ο κορμός της RELENG_5, δημιουργήθηκε τον Αύγουστο του 2004, και ακολούθησε η 5.3-RELEASE, η οποία σημάδεψε την αρχή των εκδόσεων από τον κλάδο 5-STABLE. Η πιο πρόσφατη 5.5-RELEASE κυκλοφόρησε τον Μάιο του 2006. Δεν Θα υπάρξουν πρόσθετες εκδόσεις από τον κορμό της RELENG_5.
Ο κορμός διακλαδώθηκε πάλι τον Ιούλιο του 2005, αυτή τη φορά για την δημιουργία του κλάδου RELENG_6. Η 6.0-RELEASE είναι η πρώτη έκδοση της σειράς 6.X, και κυκλοφόρησε τον Νοέμβριο του 2005. Η πιο πρόσφατη 6.4-RELEASE κυκλοφόρησε τον Νοέμβριο του 2008. Δεν θα υπάρξουν πρόσθετες εκδόσεις από τον κορμό της RELENG_6. Αυτός είναι και ο τελευταίος κλάδος που υποστηρίζει την αρχιτεκτονική Alpha.
Ο κλάδος ανάπτυξης RELENG_7, δημιουργήθηκε τον Οκτώβριο του 2007. Η πρώτη έκδοση από αυτό τον κλάδο, ήταν η 7.0-RELEASE η οποία κυκλοφόρησε τον Φεβρουάριο του 2008. Η πιο πρόσφατη 7.4-RELEASE κυκλοφόρησε τον Φεβρουάριο του 2011. Δεν Θα υπάρξουν πρόσθετες εκδόσεις από τον κλάδο RELENG_7.
Ο κορμός διακλαδώθηκε πάλι τον Αύγουστο του 2009, αυτή τη φορά για την δημιουργία του κλάδου RELENG_8. Η 8.0-RELEASE είναι η πρώτη έκδοση της σειράς 8.Χ και κυκλοφόρησε τον Νοέμβριο του 2009. Η πιο πρόσφατη 8.3-RELEASE κυκλοφόρησε τον Μάιος 2006. Θα υπάρξουν πρόσθετες εκδόσεις από τον κλάδο RELENG_8.
Ο κλάδος ανάπτυξης RELENG_9, δημιουργήθηκε τον Σεπτέμβριο του 2011. Η πρώτη έκδοση από αυτό τον κλάδο, ήταν η 9.1-RELEASE η οποία κυκλοφόρησε τον Ιανουάριος 2007. Θα υπάρξουν πρόσθετες εκδόσεις από τον κλάδο RELENG_9.
Για την ώρα, η μακροπρόθεσμη ανάπτυξη συνεχίζεται στον κλάδο 10.X-CURRENT. Νέες εκδόσεις SNAPshot του 10.X σε CD-ROM (και φυσικά στο Διαδίκτυο), διατίθενται από τον τον snapshot server καθώς συνεχίζεται η ανάπτυξη.
Οι στόχοι του FreeBSD Project είναι να παρέχει λογισμικό που θα μπορεί να χρησιμοποιηθεί για οποιαδήποτε περίσταση και δίχως δεσμεύσεις. Πολλοί από μας έχουν κάνει σημαντική επένδυση στον κώδικα (και το project) και σίγουρα δε θα μας πείραζε πότε-πότε μια μικρή οικονομική συνεισφορά, αλλά σίγουρα δεν είμαστε έτοιμοι να επιμείνουμε σε αυτό. Πιστεύουμε ότι η πρωταρχική και σπουδαιότερη “αποστολή” μας είναι να παρέχουμε κώδικα σε υπάρχοντες και μελλοντικούς χρήστες, και για οποιοδήποτε σκοπό, ώστε ο κώδικας μας να έχει την ευρύτερη πιθανή χρήση και να αποφέρει το μεγαλύτερο δυνατό όφελος. Αυτό είναι, πιστεύω, ένας από τους σημαντικότερους στόχους του Ελεύθερου Λογισμικού και ένας από τους οποίους υποστηρίζουμε με ενθουσιασμό.
Το τμήμα του πηγαίου μας κώδικα που βρίσκεται υπό την GNU General Public License (GPL) ή την Library General Public License (LGPL) έχει κάπως περισσότερες δεσμεύσεις, αν και σκοπός τους είναι μάλλον να διασφαλίσουν την ελεύθερη διάθεση του κώδικα, παρά το αντίθετο. Λόγω των επιπρόσθετων επιπλοκών που θέτει η άδεια χρήσης GPL στην εμπορική χρήση του λογισμικού, προτιμούμε, όσο είναι εφικτό, να παρέχουμε το λογισμικό μας υπό το χαλαρότερο BSD copyright.
Η ανάπτυξη του FreeBSD είναι μία πολύ ανοικτή και ευέλικτη διαδικασία, αφού κυριολεκτικά βασίζεται στην συνεισφορά εκατοντάδων ανθρώπων από όλο τον κόσμο, όπως μπορείτε να δείτε από την λίστα των συνεργατών μας. Η υποδομή ανάπτυξης του FreeBSD επιτρέπει στα εκατοντάδες μέλη της ομάδας ανάπτυξης να συνεργάζονται μέσω του Ίντερνετ. Είμαστε σταθερά σε αναζήτηση για νέα μέλη στην ομάδα ανάπτυξης και για ιδέες, και όσοι ενδιαφέρονται να ασχοληθούν ακόμη περισσότερο με το project χρειάζεται απλά να επικοινωνήσουν μαζί μας στην ηλεκτρονική λίστα τεχνικών συζητήσεων του FreeBSD. Επίσης η ηλεκτρονική λίστα ανακοινώσεων του FreeBSD είναι διαθέσιμη σε όσους επιθυμούν να ενημερώσουν άλλους χρήστες του FreeBSD για κύριους τομείς εργασίας σχετικά με το Project.
Χρήσιμα πράγματα που πρέπει να γνωρίζετε για το FreeBSD Project και την διαδικασία ανάπτυξης του, είτε δουλεύετε ανεξάρτητα είτε ως στενοί συνεργάτες:
Για πολλά χρόνια, ο κεντρικός κορμός κώδικα του FreeBSD
συντηρούνταν μέσω του CVS
(Concurrent Versions System), ενός ελεύθερα διαθέσιμου
εργαλείου ελέγχου πηγαίου κώδικα που προσφέρεται ενσωματωμένο
στο FreeBSD. Τον Ιούνιο του 2008, το Project αποφάσισε τη
μετάβαση στο SVN (Subversion).
Η αλλαγή κρίθηκε αναγκαία, καθώς οι τεχνικοί περιορισμοί του
CVS ήταν πλέον εμφανείς, εξαιτίας
του μεγέθους του αποθηκευμένου κώδικα και του ιστορικού που
τον συνοδεύει. Η Τεκμηρίωση και η Συλλογή των Ports
μεταφέρθηκαν επίσης από το CVS στο
SVN το Μάιο και Ιούλιο του 2012
αντίστοιχα.
Παρά την μεταφορά των src και
ports
στο SVN, τα εργαλεία χρήστη όπως το
csup τα οποία εξαρτώνται από τη
λειτουργία του παλαιότερου συστήματος
CVS, συνεχίζουν να λειτουργούν
κανονικά. Αυτό εξασφαλίζεται με συγχρονισμό των αλλαγών του
SVN στο υπάρχον
CVS. Σε αντίθεση με τα δέντρα
src και ports, το
SVN repository της τεκμηρίωσης δεν
συγχρονίζεται με το παλιό CVS.
Το κύριο repository βρίσκεται σε ένα μηχάνημα στην Santa Clara CA, USA από όπου αντιγράφεται σε μεγάλο αριθμό μηχανών mirror σε όλο τον κόσμο. Ο κορμός SVN, ο οποίος περιέχει τους κλάδους -CURRENT και -STABLE, μπορεί επίσης εύκολα να αντιγραφεί και στo δικό σας υπολογιστή. Περισσότερες πληροφορίες για αυτό το θέμα μπορείτε να βρείτε στην ενότητα Συγχρονίζοντας τον Πηγαίο σας Κώδικα.
Οι committers
είναι άτομα που έχουν άδεια
εγγραφής (write) στον κορμό του CVS, και
είναι εξουσιοδοτημένοι να κάνουν μετατροπές στον κώδικα του
FreeBSD (ο όρος “committer”
προέρχεται από την εντολή cvs(1)
commit, η οποία χρησιμοποιείται για να
γίνουν νέες αλλαγές στο CVS repository). Ο καλύτερος τρόπος
για να τεθούν αλλαγές προς αναθεώρηση εκ μέρους της λίστας των
committers είναι να χρησιμοποιείται η εντολή send-pr(1).
Εάν το παραπάνω σύστημα φαίνεται μπλοκαρισμένο, μπορείτε να
τους προσεγγίσετε στέλνοντας email στην ηλεκτρονική λίστα των committers του FreeBSD.
Η FreeBSD core team θα ήταν ισοδύναμη με το διοικητικό συμβούλιο αν το FreeBSD Project ήταν μια ανώνυμη εταιρεία. Ο πρωταρχικός στόχος της core team είναι να εξασφαλίσει ότι το project, στο σύνολο του, είναι σε καλή κατάσταση και να το οδηγεί προς την σωστή κατεύθυνση. Μια από τις λειτουργίες της core team είναι να προσκαλεί αφοσιωμένους και υπεύθυνους developers να συμμετέχουν στην ομάδα ανάπτυξης (τους committers) καθώς και να βρίσκει νέα μέλη για την ίδια την core team καθώς κάποιοι αποχωρούν. Η παρούσα core team εκλέχτηκε από ένα σύνολο υποψηφίων committers τον Ιούλιο του 2012. Εκλογές διεξάγονται κάθε 2 χρόνια.
Μερικά μέλη της core team έχουν επίσης ειδικούς τομείς ευθύνης, και αυτό σημαίνει πως δεσμεύονται να εξασφαλίσουν ότι ένα μεγάλο μέρος του συστήματος λειτουργεί όπως πρέπει. Για ολοκληρωμένη λίστα της ομάδας ανάπτυξης του FreeBSD και των τομέων ευθύνης τους, παρακαλούμε δείτε την Λίστα των Συνεργατών μας.
Τα περισσότερα μέλη του core team είναι εθελοντές όσον αφορά την ανάπτυξη του FreeBSD και δεν έχουν οικονομικής φύσεως οφέλη από το project, επομένως η “δέσμευση” δεν θα πρέπει να παρερμηνεύεται ως “εγγυημένη υποστήριξη”. Η παραπάνω παρομοίωση με το “διοικητικό συμβούλιο” δεν είναι πολύ ακριβής, ίσως είναι καταλληλότερο να πούμε ότι πρόκειται για ανθρώπους που θυσίασαν τις ζωές τους για χάρη του FreeBSD ενάντια στην καλύτερη τους κρίση!
Τέλος, αλλά οπωσδήποτε όχι μικρότερης σημασίας, η μεγαλύτερη ομάδα ανάπτυξης είναι οι ίδιοι οι χρήστες που μας παρέχουν σχόλια και διορθώσεις των bug σε σχεδόν σταθερή βάση. Ο κύριος τρόπος για να κρατάτε επαφή με την μη-συγκεντρωτική ομάδα ανάπτυξης του FreeBSD είναι να γίνετε συνδρομητές στην ηλεκτρονική λίστα τεχνικών συζητήσεων του FreeBSD όπου γίνονται οι ανάλογες συζητήσεις. Δείτε το Παράρτημα C, Πηγές Πληροφόρησης στο Διαδίκτυο για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τις διάφορες λίστες ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του FreeBSD.
Η Λίστα Συνεργατών του FreeBSD είναι μεγάλη και συνεχώς αυξανόμενη, επομένως γιατί να μην γίνετε και εσείς μέλος της και να συμβάλλετε σήμερα σε κάτι στο FreeBSD;
Η παροχή κώδικα δεν είναι ο μόνος τρόπος για να συνεισφέρετε στο project. Για μια ολοκληρωμένη λίστα των πραγμάτων στα οποία χρειαζόμαστε βοήθεια, παρακαλούμε επισκεφθείτε την Δικτυακή τοποθεσία του FreeBSD Project.
Συνοψίζοντας, το μοντέλο ανάπτυξης μας είναι οργανωμένο σαν ένα χαλαρό σύνολο ομόκεντρων κύκλων. Το συγκεντρωτικό μοντέλο είναι σχεδιασμένο για να διευκολύνει τους χρήστες του FreeBSD, στους οποίους παρέχεται έτσι ένας εύκολος τρόπος παρακολούθησης του βασικού κώδικα, και όχι για να αποκλείουμε πιθανούς συνεργάτες! Επιθυμία μας είναι να παρουσιάσουμε ένα σταθερό λειτουργικό σύστημα σε συνάρτηση με μια μεγάλη γκάμα από προγράμματα εφαρμογών που οι χρήστες να μπορούν εύκολα να εγκαθιστούν και να χρησιμοποιούν — για την εκπλήρωση αυτών των στόχων, το μοντέλο αυτό δουλεύει πολύ καλά.
Το μόνο που ζητάμε από όσους ενδιαφέρονται να ενωθούν μαζί μας στην ομάδα ανάπτυξης του FreeBSD, είναι λίγη από την ίδια αφοσίωση της τωρινής ομάδας, για μια συνεχή πορεία στην επιτυχία του!
Το FreeBSD είναι ελεύθερα διαθέσιμο, βασίζεται ολόκληρο στον πηγαίο κώδικα του 4.4BSD-Lite, και αναπτύσσεται για συστήματα ηλεκτρονικών υπολογιστών βασισμένα σε επεξεργαστές Intel i386™, i486™, Pentium®, Pentium® Pro, Celeron®, Pentium® II, Pentium® III, Pentium® 4 (ή συμβατούς), Xeon™, και Sun UltraSPARC®. Βασίζεται κυρίως στο software της ομάδας U.C. Berkeley CSRG, με κάποιες βελτιώσεις που προέρχονται από τα NetBSD, OpenBSD, 386BSD, και το Free Software Foundation.
Από την έκδοση του FreeBSD 2.0 στα τέλη του 1994, η απόδοση, το σύνολο των χαρακτηριστικών, και η σταθερότητα του FreeBSD έχει βελτιωθεί σημαντικά. Η μεγαλύτερη αλλαγή είναι η επανασχεδίαση του συστήματος εικονικής μνήμης (virtual memory) με ένα ολοκληρωμένο VM/file buffer cache το οποίο όχι μόνο αυξάνει την απόδοση, αλλά επίσης μειώνει τις απαιτήσεις μνήμης του FreeBSD, επιτρέποντας ως ελάχιστο αποδεκτό όριο τα 5 MB. Περιέχονται επίσης και άλλες βελτιώσεις, όπως πλήρης υποστήριξη πελάτη και εξυπηρετητή NIS, υποστήριξη συναλλαγών TCP, dial-on-demand PPP, ενσωματωμένη υποστήριξη DHCP, ένα βελτιωμένο υποσύστημα SCSI, υποστήριξη ISDN, υποστήριξη για ATM, FDDI, προσαρμογείς δικτύου Fast και Gigabit Ethernet (1000 Mbit), βελτιωμένη υποστήριξη για τους τελευταίους ελεγκτές της Adaptec και πολλές χιλιάδες διορθώσεις λαθών (bug).
Εκτός από τη βασική του διανομή, το FreeBSD προσφέρει μια συλλογή
λογισμικού με χιλιάδες προγράμματα για καθημερινή χρήση. Την στιγμή
που γράφονται αυτές οι γραμμές, υπάρχουν πάνω από 24,000
ports! Η λίστα των ports ξεκινάει από εξυπηρετητές http (WWW),
μέχρι παιχνίδια, γλώσσες προγραμματισμού, κειμενογράφους,
και οτιδήποτε άλλο ενδιάμεσα. Η συνολική Συλλογή των Ports απαιτεί
προσεγγιστικά 500 MB αποθηκευτικό χώρο, αφού όλα τα ports
εκφράζονται με “deltas” (αρχεία διαφορών) των αυθεντικών
πηγών τους. Το γεγονός αυτό μας επιτρέπει να αναβαθμίσουμε τα ports
πολύ ευκολότερα, και μειώνει δραστικά τις απαιτήσεις σε σκληρό δίσκο
σε σχέση με την παλαιότερη Συλλογή Ports 1.0. Για να μεταγλωττιστεί
(compile) ένα port, χρειάζεται απλώς να μεταβείτε στον κατάλογο του
προγράμματος που επιθυμείτε να εγκαταστήσετε, να πληκτρολογήσετε
make install, και να αφήσετε το σύστημα σας να
κάνει τα υπόλοιπα. Ολόκληρη η αυθεντική διανομή για κάθε port που
κάνετε build παρέχεται δυναμικά από το CD-ROM ή από μία τοπική
τοποθεσία FTP, έτσι τα ports που δεν χρειάζεστε δεν καταλαμβάνουν
άσκοπο χώρο στο σκληρό σας δίσκο. Σχεδόν κάθε port παρέχεται επίσης
και σαν προ-μεταγλωττισμένο (pre-compiled)
“πακέτο (package)”, το οποίο μπορεί να εγκατασταθεί με
μια απλή εντολή (pkg_add) για εκείνους που δεν
επιθυμούν να μεταγλωττίζουν τα ports τους από τον πηγαίο κώδικα.
Περισσότερες πληροφορίες για τα packages και τα ports μπορείτε να
βρείτε στο Κεφάλαιο 5, Εγκατάσταση Εφαρμογών: Πακέτα και Ports.
Υπάρχει αρκετά μεγάλη επιπλέον τεκμηρίωση την οποία μπορεί να
βρείτε πολύ χρήσιμη για την διαδικασία εγκατάστασης και χρήσης του
FreeBSD. Μπορείτε να την βρείτε εγκατεστημένη στον κατάλογο
/usr/share/doc σε οποιοδήποτε σύγχρονο μηχάνημα
FreeBSD. Τα τοπικά εγκατεστημένα εγχειρίδια μπορείτε να τα δείτε σε
μορφή HTML, χρησιμοποιώντας οποιοδήποτε κατάλληλο browser στις
ακόλουθες URL:
Μπορείτε επίσης να δείτε τα πρωτότυπα (και συχνά αναβαθμιζόμενα) αντίγραφα στο http://www.FreeBSD.org/.
Το FreeBSD διανέμεται με ένα εύχρηστο, μη γραφικό πρόγραμμα
εγκατάστασης. Από την έκδοση 9.0-RELEASE και μετά, χρησιμοποιείται
το bsdinstall ενώ οι παλαιότερες εκδόσεις
χρησιμοποιούν το sysinstall. Στο κεφάλαιο
αυτό περιγράφεται η χρήση του sysinstall
για την εγκατάσταση του FreeBSD. Η χρήση του
bsdinstall περιγράφεται στο
Κεφάλαιο 3, Εγκατάσταση του FreeBSD 9.x και
Μεταγενέστερων Εκδόσεων.
Αφού διαβάσετε αυτό το κεφάλαιο, θα ξέρετε:
Πως να δημιουργήσετε δισκέτες εγκατάστασης για το FreeBSD.
Πως αναφέρεται στους σκληρούς δίσκους σας το FreeBSD και πως τους χωρίζει σε κατατμήσεις.
Πως να ξεκινήσετε το sysinstall.
Τις ερωτήσεις που θα σας κάνει το sysinstall, τι σημαίνουν, και πως να τις απαντήσετε.
Πριν διαβάσετε αυτό το κεφάλαιο, θα πρέπει:
Να διαβάσετε τη λίστα του υποστηριζόμενου υλικού που έρχεται με την έκδοση του FreeBSD την οποία θα εγκαταστήσετε, και να επαληθεύσετε ότι το υλικό που έχετε υποστηρίζεται από το FreeBSD.
Σε γενικές γραμμές αυτές οι οδηγίες εγκατάστασης είναι γραμμένες για τους i386™ (“PC συμβατούς”) αρχιτεκτονικής υπολογιστές. Όπου χρειάζεται, θα εμφανίζονται συγκεκριμένες οδηγίες για άλλες πλατφόρμες. Αν και αυτός ο οδηγός διατηρείται όσο το δυνατόν πιο ενημερωμένος, είναι πιθανόν να βρείτε μικρές διαφορές μεταξύ του προγράμματος εγκατάστασης και αυτού που φαίνεται εδώ. Σας προτείνουμε να χρησιμοποιήσετε το κεφάλαιο αυτό περισσότερο σαν γενικό οδηγό παρά σαν ένα κατά γράμμα εγχειρίδιο εγκατάστασης.
Οι ελάχιστες απαιτήσεις για την εγκατάσταση του FreeBSD ποικίλουν ανάλογα με την έκδοση του FreeBSD και την αρχιτεκτονική του υλικού.
Στις παρακάτω ενότητες θα βρείτε μια περίληψη των πληροφοριών αυτών. Ανάλογα με τον τρόπο που θα επιλέξετε να εγκαταστήσετε το FreeBSD, μπορεί να χρειαστείτε μονάδα δισκέτας, ένα υποστηριζόμενο οδηγό CD-ROM, και σε ορισμένες περιπτώσεις, κάρτα δικτύου. Τα παραπάνω καλύπτονται στο Τμήμα 2.3.7, “Ετοιμάστε τα Μέσα Εκκίνησης”.
Οι εκδόσεις FreeBSD/i386™ και FreeBSD/pc98 απαιτούν 486 ή καλύτερο επεξεργαστή και τουλάχιστον 24 MB RAM. Θα χρειαστείτε τουλάχιστον 150 MB ελεύθερου χώρου στο σκληρό δίσκο για την πλέον ελάχιστη εγκατάσταση.
Σε περιπτώσεις παλιών μηχανημάτων, τις περισσότερες φορές, η ύπαρξη περισσότερης μνήμης RAM και ελεύθερου χώρου στο δίσκο είναι πιο σημαντική από ένα ταχύτερο επεξεργαστή.
Υπάρχουν δύο κλάσεις επεξεργαστών ικανές να εκτελέσουν το FreeBSD/amd64. Η πρώτη, είναι οι επεξεργαστές AMD64, περιλαμβανομένου του AMD Athlon™64, του AMD Athlon™64-FX, του AMD Opteron™ ή καλύτερων.
Η δεύτερη κλάση επεξεργαστών που μπορούν να χρησιμοποιήσουν FreeBSD/amd64, περιλαμβάνει όσους χρησιμοποιούν την αρχιτεκτονική Intel® EM64T. Παραδείγματα των επεξεργαστών αυτών περιλαμβάνουν τις οικογένειες Intel® Core™ 2 Duo, Quad, Extreme καθώς και τη σειρά επεξεργαστών Intel® Xeon™ 3000, 5000, και 7000.
Αν το μηχάνημα σας είναι βασισμένο σε nVidia nForce3 Pro-150, θα πρέπει να χρησιμοποιήσετε την κατάλληλη επιλογή στο BIOS για να απενεργοποιήσετε το IO APIC. Αν η επιλογή αυτή δεν υπάρχει, θα πρέπει να απενεργοποιήσετε αντί αυτού το ACPI. Υπάρχουν προβλήματα στο Pro-150 για τα οποία μέχρι στιγμής δεν έχει βρεθεί λύση που να τα παρακάμπτει.
Για να εγκαταστήσετε το FreeBSD/sparc64, θα χρειαστείτε μια υποστηριζόμενη πλατφόρμα (δείτε Τμήμα 2.2.2, “Υποστηριζόμενο Υλικό”).
Θα χρειαστείτε ένα δίσκο για αποκλειστική χρήση από το FreeBSD/sparc64. Τη δεδομένη στιγμή, δεν είναι δυνατόν να μοιράζεται τον ίδιο δίσκο το FreeBSD με ένα άλλο λειτουργικό σύστημα.
Η λίστα με το υποστηριζόμενο υλικό, παρέχεται στις Σημειώσεις
Υλικού (Hardware Notes) με κάθε έκδοση του FreeBSD. Το έγγραφο αυτό
μπορεί συνήθως να βρεθεί με όνομα αρχείου
HARDWARE.TXT, στον ριζικό
κατάλογο μια διανομής CDROM ή FTP, ή και στο μενού documentation του
sysinstall. Για κάθε αρχιτεκτονική,
θα βρείτε μια λίστα συσκευών οι οποίες επιβεβαιωμένα υποστηρίζονται
από το FreeBSD. Αντίγραφα του καταλόγου υποστηριζόμενου υλικού για
διάφορες εκδόσεις και αρχιτεκτονικές μπορούν επίσης να βρεθούν στη
σελίδα Πληροφοριών
Έκδοσης στο δικτυακό τόπο του FreeBSD.
Πριν εγκαταστήσετε το FreeBSD πρέπει να επιχειρήσετε να απογράψετε τα εξαρτήματα του υπολογιστή σας. Οι ρουτίνες εγκατάστασης του FreeBSD θα σας δείξουν τα εξαρτήματα (σκληρούς δίσκους, κάρτες δικτύου, οδηγούς CDROM κλπ.) με τα ονόματα των μοντέλων και των κατασκευαστών τους. Το FreeBSD θα επιχειρήσει επίσης να προσδιορίσει τις σωστές ρυθμίσεις για τις συσκευές αυτές, συμπεριλαμβανομένων και των πληροφοριών για τη χρήση IRQ και θυρών IO. Λόγω των ιδιομορφιών του υλικού των PC, η διαδικασία αυτή δεν είναι πάντα επιτυχής, και ίσως χρειαστεί να διορθώσετε τις ρυθμίσεις που ανίχνευσε το FreeBSD.
Αν έχετε ήδη άλλο λειτουργικό σύστημα εγκατεστημένο, όπως Windows® ή Linux, είναι γενικά καλή ιδέα να χρησιμοποιήσετε τις δυνατότητες που σας παρέχει για να δείτε τις ρυθμίσεις του υλικού σας. Αν δεν είστε σίγουροι για τις ρυθμίσεις μιας κάρτας επέκτασης, ίσως να τις βρείτε τυπωμένες πάνω στην ίδια την κάρτα. Συνηθισμένα IRQ είναι τα 3, 5 και 7 ενώ οι θύρες IO συνήθως γράφονται ως δεκαεξαδικοί αριθμοί, π.χ. 0x330.
Σας συνιστούμε να γράψετε ή να εκτυπώσετε τις πληροφορίες αυτές πριν την εγκατάσταση του FreeBSD. Σαν υπόδειγμα, μπορείτε να χρησιμοποιήσετε ένα πίνακα όπως τον παρακάτω:
| Όνομα Συσκευής | IRQ | IO θύρες | Σημειώσεις |
|---|---|---|---|
| Πρώτος Σκληρός Δίσκος | N/A | N/A | 40 GB, της Seagate, master στο πρώτο IDE |
| CDROM | N/A | N/A | slave στο πρώτο IDE |
| Δεύτερος Σκληρός Δίσκος | N/A | N/A | 20 GB, της IBM, master στο δεύτερο IDE |
| Πρώτος Ελεγκτής IDE | 14 | 0x1f0 | |
| Κάρτα Δικτύου | N/A | N/A | Intel® 10/100 |
| Modem | N/A | N/A | 3Com® 56K faxmodem, στην COM1 |
| … |
Όταν τελειώσετε την απογραφή εξαρτημάτων του υπολογιστή σας, θα πρέπει να ελέγξετε αν ταιριάζουν με τις απαιτήσεις υλικού της έκδοσης FreeBSD που σκοπεύετε να εγκαταστήσετε.
Αν ο υπολογιστής στον οποίο θα εγκαταστήσετε το FreeBSD περιέχει πολύτιμα δεδομένα, βεβαιωθείτε ότι έχετε κρατήσει αντίγραφα ασφαλείας τα οποία μάλιστα έχετε ελέγξει ότι δουλεύουν, πριν εγκαταστήσετε το FreeBSD. Το πρόγραμμα εγκατάστασης του FreeBSD θα σας ρωτήσει πριν γράψει οτιδήποτε στο δίσκο σας, αλλά από τη στιγμή που η διαδικασία αυτή ξεκινήσει, δεν υπάρχει δυνατότητα επιστροφής.
Αν θέλετε το FreeBSD να χρησιμοποιήσει ολόκληρο το σκληρό σας δίσκο, δεν υπάρχει κάτι άλλο που πρέπει να κάνετε αυτή τη στιγμή — μπορείτε να παραλείψετε αυτό το τμήμα.
Αν ωστόσο θέλετε το FreeBSD να συνυπάρχει με άλλα λειτουργικά συστήματα, πρέπει να κατανοείτε χονδρικά τον τρόπο διάταξης των δεδομένων στο δίσκο, και τις επιδράσεις που μπορεί προκαλέσει.
Ένας σκληρός δίσκος PC μπορεί να χωριστεί σε διακριτά τμήματα.
Τα τμήματα αυτά καλούνται
κατατμήσεις (partitions).
Επειδή το FreeBSD έχει επίσης εσωτερικές κατατμήσεις, η ονομασία
γρήγορα μπορεί να οδηγήσει σε σύγχυση, και για το λόγο αυτό οι
εξωτερικές κατατμήσεις αναφέρονται ως disk slices (φέτες) ή απλώς
slices στο FreeBSD. Για παράδειγμα το πρόγραμμα
fdisk του FreeBSD, το οποίο χειρίζεται τις
κατατμήσεις δίσκων του PC, τις αναφέρει ως slices αντί για
partitions. Από τη σχεδίαση του, το PC υποστηρίζει μόνο τέσσερις
κατατμήσεις ανά δίσκο. Οι κατατμήσεις αυτές ονομάζονται
πρωτεύουσες (primary partitions).
Για να ξεπεραστεί αυτός ο περιορισμός και να δημιουργήσουμε
περισσότερες κατατμήσεις, δημιουργήθηκε ένα νέο είδος κατάτμησης, η
εκτεταμένη κατάτμηση (extended partition).
Ένας δίσκος μπορεί να περιέχει μόνο μια εκτεταμένη κατάτμηση. Μέσα
στην εκτεταμένη κατάτμηση μπορούν να δημιουργηθούν ειδικές
λογικές κατατμήσεις.
Κάθε κατάτμηση διαθέτει ένα partition ID,
ένα αριθμό που χρησιμοποιείται για να αναγνωρίζει τον τύπο δεδομένων
της κατάτμησης. Οι κατατμήσεις του FreeBSD έχουν για partition ID το
165.
Γενικά, κάθε λειτουργικό σύστημα που χρησιμοποιείτε έχει κάποιο
τρόπο για να αναγνωρίζει τις κατατμήσεις. Για παράδειγμα το
MS-DOS® και τα παράγωγα του, όπως τα Windows®, αναθέτουν
γράμματα οδηγών σε κάθε πρωτεύουσα και
λογική κατάτμηση, ξεκινώντας από το γράμμα
C:.
Το FreeBSD πρέπει να εγκατασταθεί σε πρωτεύουσα κατάτμηση. Το FreeBSD μπορεί να κρατήσει όλα τα δεδομένα του, συμπεριλαμβανομένων και των αρχείων που θα δημιουργήσετε εσείς, σε αυτή τη μοναδική κατάτμηση. Παρόλα αυτά, αν έχετε περισσότερους από ένα δίσκους, μπορείτε να δημιουργήσετε κατατμήσεις FreeBSD σε όλους ή μερικούς από αυτούς. Όταν εγκαθιστάτε το FreeBSD πρέπει να έχετε μια κατάτμηση διαθέσιμη. Μπορεί να είναι μια κενή κατάτμηση που έχετε προετοιμάσει από πριν, ή μια υπάρχουσα που περιέχει δεδομένα που δεν σας ενδιαφέρουν πλέον.
Αν χρησιμοποιείτε ήδη όλες τις κατατμήσεις σε όλους τους δίσκους
σας, τότε πρέπει να ελευθερώσετε μία για το FreeBSD χρησιμοποιώντας τα
εργαλεία που παρέχονται από τα άλλα λειτουργικά συστήματα που
χρησιμοποιείτε (για παράδειγμα, την fdisk στο
MS-DOS® ή Windows®).
Αν έχετε μια διαθέσιμη κατάτμηση, μπορείτε να την χρησιμοποιήσετε. Ίσως όμως χρειαστεί να συρρικνώσετε πρώτα μία ή περισσότερες από τις υπάρχουσες κατατμήσεις σας.
Μια ελάχιστη εγκατάσταση του FreeBSD μπορεί να καταλάβει μόλις 100 MB χώρου στο δίσκο. Ωστόσο αυτή είναι μια πολύ ελάχιστη εγκατάσταση η οποία δεν θα αφήσει καθόλου σχεδόν χώρο για δικά σας αρχεία. Ένα πιο ρεαλιστικό ελάχιστο είναι τα 250 MB για χρήση χωρίς γραφικό περιβάλλον και 350 MB ή περισσότερα αν θέλετε γραφικό περιβάλλον εργασίας. Αν έχετε σκοπό να εγκαταστήσετε αρκετά προγράμματα τρίτων κατασκευαστών, θα χρειαστείτε ακόμα περισσότερο χώρο.
Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε κάποιο εμπορικά διαθέσιμο εργαλείο όπως το PartitionMagic®, ή κάποιο ελεύθερο εργαλείο όπως το GParted, για να αλλάξετε μεγέθη στις κατατμήσεις σας και να δημιουργήσετε χώρο για το FreeBSD. Τόσο το PartitionMagic® όσο και το GParted μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε κατατμήσεις NTFS. Το GParted είναι διαθέσιμο σε αρκετές διανομές Linux Live CD, όπως για παράδειγμα το SystemRescueCD.
Έχουν αναφερθεί προβλήματα κατά την αλλαγή μεγέθους κατατμήσεων των Microsoft® Vista. Συνίσταται να έχετε πρόχειρο ένα CDROM εγκατάστασης των Vista πριν επιχειρήσετε αυτή τη διαδικασία. Όπως και με όλες τις αντίστοιχες διαδικασίες δίσκων, συνίσταται επίσης να έχετε ένα ενημερωμένο σετ αντιγράφων ασφαλείας.
Λανθασμένη χρήση των εργαλείων αυτών μπορεί να οδηγήσει σε διαγραφή των δεδομένων του δίσκου σας. Πριν τα χρησιμοποιήσετε, βεβαιωθείτε ότι έχετε πρόσφατα αντίγραφα ασφαλείας τα οποία δουλεύουν.
Υποθέστε ότι έχετε ένα υπολογιστή με ένα μόνο σκληρό δίσκο
4 GB στον οποίο έχετε ήδη εγκατεστημένη μια έκδοση των
Windows® και τον έχετε χωρίσει σε δύο οδηγούς με γράμματα
C: και D:,
καθένα με μέγεθος 2 GB. Έχετε 1 GB δεδομένων στο
C: και 0.5 GB δεδομένων στο
D:.
Αυτό σημαίνει ότι ο δίσκος σας έχει δύο κατατμήσεις, μία ανά
γράμμα οδηγού. Μπορείτε να αντιγράψετε όλα τα υπάρχοντα δεδομένα
σας από τον
D: στο C: και
να ελευθερώσετε έτσι την δεύτερη κατάτμηση, ώστε να είναι έτοιμη
για το FreeBSD.
Υποθέστε ότι έχετε ένα υπολογιστή με ένα μόνο δίσκο 4
GB στον οποίο έχετε ήδη εγκαταστήσει μια έκδοση των Windows®.
Όταν εγκαταστήσατε τα Windows®, δημιουργήσατε μια μεγάλη
κατάτμηση με το γράμμα C: και μέγεθος
4 GB. Αυτή τη στιγμή χρησιμοποιείται 1.5 GB χώρου και
θέλετε να δώσετε στο FreeBSD 2 GB χώρο.
Για να εγκαταστήσετε το FreeBSD θα πρέπει είτε:
Να πάρετε αντίγραφο ασφαλείας των δεδομένων σας των Windows® και έπειτα να τα εγκαταστήσετε ξανά, δημιουργώντας αυτή τη φορά μια κατάτμηση μεγέθους 2 GB κατά την εγκατάσταση.
Να χρησιμοποιήσετε κάποιο από τα εργαλεία όπως το PartitionMagic® που περιγράψαμε παραπάνω ώστε να συρρικνώσετε την κατάτμηση των Windows®.
Αν σκοπεύετε να συνδεθείτε σε ένα δίκτυο κατά τη διάρκεια της εγκατάστασης του FreeBSD (για παράδειγμα αν πρόκειται να κάνετε εγκατάσταση μέσω κάποιας τοποθεσίας FTP ή μέσω διακομιστή NFS), τότε πρέπει να γνωρίζετε τις ρυθμίσεις του δικτύου σας. Κατά τη διάρκεια της εγκατάστασης, θα ερωτηθείτε για αυτές τις ρυθμίσεις ώστε το FreeBSD να μπορέσει να συνδεθεί στο δίκτυο και να ολοκληρώσει την εγκατάσταση.
Αν συνδέεστε σε δίκτυο Ethernet ή αν έχετε σύνδεση Internet με χρήση ελεγκτή Ethernet μέσω καλωδιακής ή DSL σύνδεσης, θα χρειαστείτε τις ακόλουθες πληροφορίες:
Διεύθυνση IP (IP Address)
Διεύθυνση IP της προεπιλεγμένης πύλης (default gateway)
Όνομα υπολογιστή (hostname)
Διευθύνσεις IP του διακομιστή DNS (DNS server IP addresses)
Μάσκα Υποδικτύου (Subnet Mask)
Αν δεν γνωρίζετε αυτές τις πληροφορίες, ρωτήστε το διαχειριστή συστήματος ή τον παροχέα υπηρεσιών Internet που σας εξυπηρετεί. Η απάντηση μπορεί να είναι ότι οι πληροφορίες αυτές εκχωρούνται αυτόματα με χρήση DHCP. Σημειώστε την πληροφορία αυτή.
Αν χρησιμοποιείτε επιλογική (dial up) σύνδεση με κάποιο παροχέα Internet (ISP) με χρήση απλού modem, μπορείτε και πάλι να εγκαταστήσετε το FreeBSD μέσω Internet, αλλά θα χρειαστείτε πάρα πολύ χρόνο.
Θα χρειαστεί να ξέρετε:
Τον αριθμό κλήσης του ISP σας
Τη σειριακή θύρα (COM:) στην οποία είναι συνδεμένο το modem σας
Το όνομα χρήστη (username) και κωδικό (password) για το λογαριασμό σας στον ISP
Αν και το FreeBSD project πασχίζει για να εξασφαλίσει ότι κάθε έκδοση του FreeBSD θα είναι όσο πιο σταθερή γίνεται, ορισμένες φορές στη διαδικασία αυτή εισέρχονται λάθη. Σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις, τα λάθη αυτά επηρεάζουν τη διαδικασία εγκατάστασης. Καθώς τα προβλήματα αυτά γίνονται αντιληπτά και επιδιορθώνονται, σημειώνονται στα Παροράματα FreeBSD (FreeBSD Errata) τα οποία βρίσκονται στην δικτυακή τοποθεσία του FreeBSD. Πριν ξεκινήσετε την εγκατάσταση, Θα πρέπει να ελέγξετε τα Παροράματα για να βεβαιωθείτε ότι δεν υπάρχουν προβλήματα της τελευταίας στιγμής τα οποία θα έπρεπε να γνωρίζετε.
Πληροφορίες για όλες τις εκδόσεις, περιλαμβανομένων και των παροραμάτων για κάθε μία, μπορούν να βρεθούν στη σελίδα πληροφοριών έκδοσης της δικτυακής τοποθεσίας του FreeBSD.
Η διαδικασία εγκατάστασης του FreeBSD μπορεί να εγκαταστήσει το λειτουργικό σύστημα χρησιμοποιώντας αρχεία από τις παρακάτω τοποθεσίες:
CDROM ή DVD
Μνήμη flash με σύνδεση USB
Μια κατάτμηση MS-DOS® που βρίσκεται στον ίδιο υπολογιστή
Μια ταινία SCSI ή QIC
Δισκέτες
Μια τοποθεσία FTP, μέσω firewall ή με χρήση διακομιστή μεσολάβησης (HTTP proxy) αν είναι αναγκαίο.
Ένα εξυπηρετητή NFS
Μια αποκλειστική παράλληλη ή σειριακή σύνδεση
Αν έχετε αγοράσει το FreeBSD σε CD ή DVD, τότε έχετε ήδη ότι χρειάζεστε και μπορείτε να πάτε στο επόμενο τμήμα (Τμήμα 2.3.7, “Ετοιμάστε τα Μέσα Εκκίνησης”).
Αν δεν έχετε ακόμα ανακτήσει τα αρχεία εγκατάστασης του FreeBSD θα πρέπει να δείτε το Τμήμα 2.13, “Προετοιμάζοντας τα Δικά σας Μέσα Εγκατάστασης” το οποίο εξηγεί πως να προετοιμαστείτε για την εγκατάσταση του FreeBSD με οποιοδήποτε από τους παραπάνω τρόπους. Αφού διαβάσετε το τμήμα αυτό, θα πρέπει να γυρίσετε ξανά εδώ και να διαβάσετε από το Τμήμα 2.3.7, “Ετοιμάστε τα Μέσα Εκκίνησης”.
Η διαδικασία εκκίνησης του FreeBSD ξεκινάει με την εκκίνηση του υπολογιστή σας στο πρόγραμμα εγκατάστασης του FreeBSD—δεν πρόκειται για πρόγραμμα το οποίο μπορείτε να εκτελέσετε μέσα από κάποιο άλλο λειτουργικό σύστημα. Ο υπολογιστής σας φυσιολογικά εκκινεί χρησιμοποιώντας το λειτουργικό σύστημα που είναι εγκατεστημένο στο σκληρό δίσκο σας, αλλά μπορεί επίσης να ρυθμιστεί να χρησιμοποιεί μια “δισκέτα εκκίνησης”. Οι περισσότεροι σύγχρονοι υπολογιστές μπορούν επίσης να εκκινήσουν από ένα CDROM στον αντίστοιχο οδηγό ανάγνωσης, ή από μια μνήμη flash με σύνδεση USB.
Αν έχετε το FreeBSD σε CDROM ή DVD (είτε που αγοράσατε, είτε που ετοιμάσατε ο ίδιος), και ο υπολογιστής σας επιτρέπει εκκίνηση από CDROM ή DVD (τυπικά μέσω της επιλογής “Boot Order” ή αντίστοιχης του BIOS), μπορείτε να παραλείψετε αυτό το τμήμα. Τα CD ή DVD του FreeBSD είναι εκκινήσιμα και μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την εγκατάσταση του FreeBSD χωρίς καμιά άλλη ιδιαίτερη προετοιμασία.
Για να δημιουργήσετε μια εκκινήσιμη μνήμη flash USB, ακολουθήστε τα παρακάτω βήματα:
Ανακτήστε την Εικόνα Εγκατάστασης για Μνήμη Flash USB
Για το FreeBSD 8.X μπορείτε να
κατεβάσετε το αρχείο εικόνας από τον κατάλογο
ISO-IMAGES/ στην τοποθεσία
ftp://ftp.FreeBSD.org/pub/FreeBSD/releases/.
Αντικαταστήστε το arch/ISO-IMAGES/version/FreeBSD-version-RELEASE-arch-memstick.imgarch και το
version με την αρχιτεκτονική και την
έκδοση που επιθυμείτε να εγκαταστήσετε. Για παράδειγμα, τα αρχεία
για το FreeBSD/i386 8.3-RELEASE είναι
διαθέσιμα στην τοποθεσία ftp://ftp.FreeBSD.org/pub/FreeBSD/releases/i386/ISO-IMAGES/9.1/FreeBSD-8.3-RELEASE-i386-memstick.img.
Για το FreeBSD 9.0-RELEASE και νεότερες εκδόσεις,
χρησιμοποιείται διαφορετικός κατάλογος. Για περισσότερες
πληροφορίες σχετικά με την ανάκτηση και εγκατάσταση του
FreeBSD 9.0-RELEASE και μεταγενέστερων εκδόσεων, δείτε
το Κεφάλαιο 3, Εγκατάσταση του FreeBSD 9.x και
Μεταγενέστερων Εκδόσεων.
Το αρχείο που προορίζεται για χρήση με μνήμη USB, έχει
κατάληξη .img. Ο κατάλογος
ISO-IMAGES/ περιέχει
πλήθος διαφορετικών αρχείων και αυτό που θα χρειαστείτε
εξαρτάται στην πραγματικότητα από την έκδοση του FreeBSD που θα
εγκαταστήσετε και ενδεχομένως και από το υλικό του υπολογιστή
σας.
Πριν προχωρήσετε, κρατήστε αντίγραφο των δεδομένων που ενδεχομένως υπάρχουν στη USB flash μνήμη σας. Η διαδικασία που περιγράφουμε θα διαγράψει όλα τα περιεχόμενα της.
Γράψτε το Αρχείο Εικόνας στη Μνήμη Flash
Το παρακάτω παράδειγμα χρησιμοποιεί ως υπόδειγμα την
συσκευή /dev/da0
για τη δημιουργία της USB μνήμης εκκίνησης. Επιλέξτε με
προσοχή το πραγματικό όνομα της συσκευής που θα
χρησιμοποιηθεί, διαφορετικά μπορεί να προκληθεί απώλεια
δεδομένων.
Εγγραφή του Αρχείου μέσω της dd(1)
Το αρχείο .img
δεν είναι ένα κανονικό αρχείο που
μπορείτε απλώς να αντιγράψετε στη μνήμη flash. Πρόκειται
στην πραγματικότητα για μια εικόνα των περιεχομένων ολόκληρου
του δίσκου. Αυτό σημαίνει ότι δεν
μπορείτε απλώς να αντιγράψετε τα δεδομένα από τον ένα δίσκο
στον άλλο. Θα πρέπει να χρησιμοποιήσετε την εντολή
dd(1) για να γράψετε το αρχείο εικόνας απευθείας στο
δίσκο:
# dd if=FreeBSD-8.3-RELEASE-i386-memstick.img of=/dev/da0 bs=64kΑν λάβετε το μήνυμα λάθους Operation not
permitted, βεβαιωθείτε ότι η συσκευή που
προσπαθείτε να χρησιμοποιησέτε δεν είναι ήδη σε χρήση,
ενδεχομένως προσαρτημένη αυτόματα από κάποιο βοηθητικό
πρόγραμμα. Έπειτα προσπαθήστε ξανά.
Βεβαιωθείτε ότι χρησιμοποιείτε το σωστό όνομα οδηγού για την μνήμη flash, διαφορετικά ίσως να καταστρέψετε υπάρχοντα δεδομένα.
Ανάκτηση του Προγράμματος Image Writer για Windows
H εφαρμογή Image Writer για Windows είναι ελεύθερο λογισμικό το οποίο μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη σωστή εγγραφή ενός αρχείου εικόνας σε μια μνήμη USB. Μπορείτε να το κατεβάσετε από την τοποθεσία https://launchpad.net/win32-image-writer/ και να το αποσυμπιέσετε σε ένα φάκελο.
Εγγραφή του Αρχείου με το Image Writer
Κάντε διπλό κλικ στο εικονίδιο Win32DiskImager για να ξεκινήσετε το πρόγραμμα. Κάντε κλικ στο εικονίδιο του φακέλου και επιλέξτε το αρχείο που θα γράψετε στη μνήμη USB. Κάντε κλικ στο πλήκτρο για να αποδεχθείτε το όνομα αρχείου. Επαληθεύστε ότι οι παραπάνω ενέργειες είναι σωστές και ότι δεν υπάρχουν σε άλλα παράθυρα άνοιχτοι φάκελοι από τη μνήμη USB. Τέλος, κάντε κλικ στο για να γράψετε το αρχείο εικόνας στον οδηγό.
Για να δημιουργήσετε δισκέτες εκκίνησης, ακολουθήστε αυτά τα βήματα:
Ανακτήστε τα Images (Αρχεία Εικόνων) των Δισκετών
Σημειώστε ότι στις εκδόσεις 8.X
του FreeBSD, δεν υπάρχει πλέον υποστήριξη για δισκέτες εκκίνησης.
Δείτε τις παραπάνω οδηγίες για να κάνετε εγκατάσταση μέσω
μνήμης USB flash, ή χρησιμοποιήστε απλώς ένα CDROM ή DVD.
Οι δισκέτες εκκίνησης είναι διαθέσιμες στο μέσο εγκατάστασης
που έχετε, στον κατάλογο floppies/ και
μπορείτε επίσης να τις κατεβάσετε από τον αντίστοιχο κατάλογο
ftp://ftp.FreeBSD.org/pub/FreeBSD/releases/.
Αντικαταστήστε τα arch/version-RELEASE/floppies/arch και
version
με την αρχιτεκτονική και τον αριθμό της έκδοσης που θέλετε να
εγκαταστήσετε αντίστοιχα. Για παράδειγμα τα images των δισκετών
εκκίνησης για FreeBSD/i386 8.3-RELEASE είναι
διαθέσιμα από την τοποθεσία ftp://ftp.FreeBSD.org/pub/FreeBSD/releases/i386/8.3-RELEASE/floppies/.
Τα images έχουν κατάληξη
.flp. O κατάλογος
floppies/ περιέχει αρκετά διαφορετικά
images, και το ποια θα χρειαστείτε εξαρτάται από την έκδοση του
FreeBSD που θα εγκαταστήσετε, και σε ορισμένες περιπτώσεις, και από
το υλικό (hardware) στο οποίο κάνετε εγκατάσταση. Στις
περισσότερες περιπτώσεις θα χρειαστείτε τέσσερις δισκέτες, τις
boot.flp, kern1.flp,
kern2.flp και kern3.flp.
Ελέγξτε το αρχείο README.TXT που βρίσκεται
στον ίδιο κατάλογο για τις τελευταίες πληροφορίες σχετικά με τα
αρχεία αυτά.
Το FTP πρόγραμμα που θα χρησιμοποιήσετε πρέπει να χρησιμοποιεί δυαδικό τρόπο μεταφοράς (binary mode) για να κατεβάσετε τα images των δισκετών. Ορισμένοι φυλλομετρητές είναι γνωστό ότι χρησιμοποιούν ASCII τρόπο (κειμένου), το οποίο θα το καταλάβετε αν δεν μπορείτε να κάνετε εκκίνηση από τις δισκέτες.
Προετοιμάστε τις Δισκέτες
Από κάθε αρχείο image που κατεβάσατε, πρέπει να δημιουργήσετε μια δισκέτα. Είναι επιβεβλημένο, οι δισκέτες αυτές να μην έχουν ελαττώματα. Ο ευκολότερος τρόπος για να το ελέγξετε είναι να τις διαμορφώσετε εσείς. Μην εμπιστεύεστε προ-διαμορφωμένες δισκέτες. Το πρόγραμμα διαμόρφωσης των Windows® δεν θα σας ειδοποιήσει για την παρουσία χαλασμένων τομέων, απλώς θα τους μαρκάρει ως “χαλασμένους” και θα τους αγνοήσει. Σας συμβουλεύουμε να χρησιμοποιήσετε καινούριες δισκέτες αν επιλέξετε αυτή τη μέθοδο εγκατάστασης.
Αν προσπαθήσετε να εγκαταστήσετε το FreeBSD και το πρόγραμμα εγκατάστασης κολλήσει, παγώσει ή με κάποιο τρόπο συμπεριφέρεται περίεργα, ο πρώτος σας ύποπτος πρέπει να είναι οι δισκέτες. Δοκιμάστε να γράψετε τα images σε νέες δισκέτες και προσπαθήστε ξανά.
Γράψτε τα Αρχεία Image σε Δισκέτες
Τα αρχεία .flp
δεν είναι κανονικά αρχεία που μπορείτε να
αντιγράψετε σε δισκέτα. Είναι images που έχουν όλο το περιεχόμενο
της δισκέτας σε ένα αρχείο. Αυτό σημαίνει ότι δεν
μπορείτε απλώς να αντιγράψετε τα αρχεία αυτά σε
δισκέτες. Αντίθετα, πρέπει να χρησιμοποιήσετε ειδικά εργαλεία για
να γράψετε τα images αυτά απευθείας στις δισκέτες.
Αν πρόκειται να δημιουργήσετε τις δισκέτες σε ένα υπολογιστή
που εκτελεί MS-DOS® / Windows®, σας παρέχουμε ένα εργαλείο για
αυτή την εργασία, το fdimage.
Αν χρησιμοποιείτε τα images των δισκετών από το CDROM και
ο οδηγός σας CDROM είναι στο γράμμα E:,
θα εκτελέσετε την εξής εντολή:
E:\> tools\fdimage floppies\boot.flp A:Επαναλάβετε την εντολή αυτή για κάθε αρχείο
.flp, αντικαθιστώντας κάθε φορά τη δισκέτα.
Βεβαιωθείτε ότι σημειώνετε στην ετικέτα κάθε δισκέτας το όνομα
του αρχείου που αντιγράψατε. Ρυθμίστε κατάλληλα την εντολή
ανάλογα με την τοποθεσία των image αρχείων
.flp. Αν δεν έχετε το CDROM, μπορείτε να
κατεβάσετε το fdimage από την τοποθεσία FTP
tools directoryτου FreeBSD.
Αν γράφετε τις δισκέτες σε ένα σύστημα UNIX® (όπως κάποιο σύστημα FreeBSD) μπορείτε να χρησιμοποιήσετε την εντολή dd(1) για να γράψετε τα image αρχεία απευθείας στις δισκέτες. Στο FreeBSD θα γράφατε:
# dd if=boot.flp of=/dev/fd0Στο FreeBSD η συσκευή, /dev/fd0
αναφέρεται στην πρώτη μονάδα δισκέτας
(τον οδηγό A:).
Η συσκευή /dev/fd1 θα ήταν ο οδηγός
B:, κ.ο.κ. Άλλες παραλλαγές του UNIX®
μπορεί να χρησιμοποιούν διαφορετικά ονόματα για τους οδηγούς
δισκέτας και θα χρειαστεί να ελέγξετε την τεκμηρίωση του
συστήματος σας κατά περίπτωση.
Είστε τώρα έτοιμοι να ξεκινήσετε την εγκατάσταση του FreeBSD.
Το πρόγραμμα εγκατάστασης δεν θα κάνει καμιά αλλαγή στους δίσκους σας μέχρι να δείτε το ακόλουθο μήνυμα:
Last Chance: Are you SURE you want continue the installation? If you're running this on a disk with data you wish to save then WE STRONGLY ENCOURAGE YOU TO MAKE PROPER BACKUPS before proceeding! We can take no responsibility for lost disk contents!
Η εγκατάσταση μπορεί να ακυρωθεί οποιαδήποτε στιγμή μέχρι να δείτε την τελική προειδοποίηση χωρίς να γίνει καμιά αλλαγή στα περιεχόμενα του σκληρού δίσκου. Αν ανησυχείτε ότι έχετε κάνει κάποια λάθος ρύθμιση μπορείτε απλώς να σβήσετε τον υπολογιστή πριν από το σημείο αυτό, και δεν θα δημιουργηθεί κανένα πρόβλημα.
Ξεκινήστε με τον υπολογιστή σας απενεργοποιημένο.
Εκκινήστε τον υπολογιστή σας. Καθώς ξεκινάει θα πρέπει να δείχνει κάποια επιλογή για να εισέλθετε στο πρόγραμμα ρυθμίσεων του BIOS (BIOS setup), συνήθως με την πίεση κάποιου πλήκτρου όπως το F2, το F10, το Del ή το συνδυασμό Alt+S. Χρησιμοποιήστε το συνδυασμό που φαίνεται στην οθόνη. Σε κάποιες περιπτώσεις, κατά την εκκίνηση μπορεί στην οθόνη σας να φαίνεται κάποιο γραφικό λογότυπο. Τυπικά, πιέζοντας το Esc το γραφικό αυτό εξαφανίζεται και μπορείτε πλέον να δείτε τα απαραίτητα μηνύματα.
Βρείτε τη ρύθμιση που ελέγχει από ποιες συσκευές εκκινεί το
σύστημα. Συνήθως αναφέρεται ως “Boot Order” και
εμφανίζεται ως λίστα συσκευών, όπως για παράδειγμα
Floppy, CDROM,
First Hard Disk, κ.ο.κ.
Αν πρόκειται να εκκινήσετε από το CDROM, βεβαιωθείτε ότι έχετε κάνει την αντίστοιχη επιλογή. Αν πρόκειται να εκκινήσετε από USB μνήμη flash ή από δισκέτα, βεβαιωθείτε ότι έχετε επίσης κάνει τη σωστή επιλογή. Αν δεν είστε σίγουροι, συμβουλευτείτε το εγχειρίδιο του υπολογιστή ή / και της μητρικής πλακέτας.
Κάντε την αλλαγή, αποθηκεύστε και βγείτε από το πρόγραμμα ρυθμίσεων. Ο υπολογιστής σας θα επανεκκινήσει.
Αν προετοιμάσατε μνήμη flash USB, όπως περιγράφεται στο Τμήμα 2.3.7, “Ετοιμάστε τα Μέσα Εκκίνησης”, μην παραλείψετε να συνδέσετε τη μνήμη στην αντίστοιχη υποδοχή, πριν ενεργοποιήσετε τον υπολογιστή σας.
Αν θα εκκινήσετε από το CDROM, θα χρειαστεί να ενεργοποιήσετε τον υπολογιστή και να εισάγετε το CDROM στον οδηγό με την πρώτη δυνατή ευκαιρία.
Για το FreeBSD 7.X
διατίθενται δισκέτες εκκίνησης τις οποίες μπορείτε
να δημιουργήσετε όπως περιγράφεται στο Τμήμα 2.3.7, “Ετοιμάστε τα Μέσα Εκκίνησης”. Μια από αυτές θα
είναι η πρώτη δισκέτα εκκίνησης:
boot.flp. Τοποθετήστε αυτή τη δισκέτα
στον οδηγό και εκκινήστε τον υπολογιστή σας.
Αν ο υπολογιστής σας ξεκινήσει κανονικά και φορτώσει το υπάρχον λειτουργικό σας σύστημα, τότε είτε:
Δεν βάλατε τη δισκέτα ή το CD αρκετά νωρίς κατά τη διαδικασία εκκίνησης. Αφήστε την στον οδηγό και δοκιμάστε να επανεκκινήσετε τον υπολογιστή σας.
Οι προηγούμενες αλλαγές που κάνετε στις ρυθμίσεις του BIOS δεν λειτούργησαν. Θα πρέπει να επαναλάβετε το βήμα αυτό μέχρι να πετύχετε τη σωστή επιλογή.
Το συγκεκριμένο BIOS που διαθέτετε δεν υποστηρίζει εκκίνηση από το επιλεγμένο μέσο.
Θα αρχίσει η εκκίνηση του FreeBSD. Αν ξεκινάτε από το CDROM θα δείτε μια εικόνα όπως την επόμενη (έχουν παραλειφθεί οι πληροφορίες έκδοσης):
Αν κάνετε εκκίνηση από μονάδα δισκέτας, θα δείτε μια οθόνη όμοια με την παρακάτω (έχουν παραλειφθεί οι πληροφορίες έκδοσης):
Ακολουθήστε τις οδηγίες, αφαιρώντας την δισκέτα
boot.flp, εισάγοντας την δισκέτα
kern1.flp και πιέζοντας
Enter. Ξεκινήστε από την πρώτη δισκέτα, και
όταν σας ζητηθεί, βάλτε τις άλλες δισκέτες όπως
απαιτείται.
Είτε ξεκινήσατε από δισκέτα, είτε από CDROM, είτε από μνήμη flash, η διαδικασία εκκίνησης θα φτάσει στο μενού του FreeBSD boot loader:
Περιμένετε δέκα δευτερόλεπτα, ή απλώς πιέστε Enter
Τα περισσότερα συστήματα SPARC64® είναι ρυθμισμένα να ξεκινάνε αυτόματα από το σκληρό δίσκο. Για να εγκαταστήσετε το FreeBSD, θα πρέπει να ξεκινήσετε είτε από το δίκτυο, είτε από το CDROM, κάτι το οποίο απαιτεί να εισέλθετε στην PROM (OpenFirmware).
Για το σκοπό αυτό, επανεκκινήστε το σύστημα και περιμένετε μέχρι να εμφανιστεί το μήνυμα εκκίνησης (boot). Αυτό εξαρτάται από το μοντέλο, αλλά γενικά μοιάζει με:
Αν το σύστημα σας συνεχίζει με εκκίνηση από το σκληρό δίσκο,
πρέπει να πιέσετε:
L1+A
ή
Stop+A
στο πληκτρολόγιο, ή να στείλετε BREAK μέσω της
σειριακής κονσόλας (χρησιμοποιώντας για παράδειγμα
~# στο tip(1) ή στο cu(1)) για να
φτάσετε στην προτροπή της PROM. Φαίνεται όπως παρακάτω:
Αυτή είναι η προτροπή που χρησιμοποιείται σε συστήματα με μία CPU. | |
Αυτή είναι η προτροπή που χρησιμοποιείται σε συστήματα SMP, το ψηφίο δείχνει τον αριθμό της ενεργής CPU. |
Στο σημείο αυτό, τοποθετήστε το CDROM στον οδηγό, και από την
προτροπή της PROM, γράψτε boot cdrom.
Οι τελευταίες εκατοντάδες γραμμές που πέρασαν από την οθόνη σας, αποθηκεύονται, και μπορείτε να τις ξαναδείτε.
Για να δείτε τα περιεχόμενα της προσωρινής μνήμης (buffer) πιέστε το πλήκτρο Scroll Lock. Με τον τρόπο αυτό ενεργοποιείται η κύλιση της οθόνης. Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε τα πλήκτρα με τα βελάκια, ή τα PageUp και PageDown για να δείτε τα αποτελέσματα. Πιέστε ξανά το πλήκτρο Scroll Lock για να τερματίσετε την κύλιση.
Κάντε το αυτό τώρα για να δείτε το κείμενο που κύλησε εκτός οθόνης την ώρα που ο πυρήνας ανίχνευε το υλικό του υπολογιστή σας. Θα δείτε ένα κείμενο αντίστοιχο με το Σχήμα 2.2, “Τυπικά Αποτελέσματα Ανίχνευσης Συσκευών”, αν και το ακριβές κείμενο θα διαφέρει ανάλογα με τις συσκευές που έχετε στον υπολογιστή σας.
Ελέγξτε προσεκτικά τα αποτελέσματα της ανίχνευσης για να
βεβαιωθείτε ότι το FreeBSD ανίχνευσε όλες τις συσκευές που αναμένατε. Αν
μια συσκευή δεν βρέθηκε, τότε δεν θα τη δείτε στη λίστα. Με τη
βοήθεια εξειδικευμένου πυρήνα
μπορείτε να προσθέσετε υποστήριξη για συσκευές οι οποίες δεν
περιλαμβάνονται στον πυρήνα GENERIC, όπως τις
κάρτες ήχου.
Μετά το τέλος της διαδικασίας ανίχνευσης συσκευών, θα δείτε το Σχήμα 2.3, “Επιλέγοντας το Μενού Χώρας”. Χρησιμοποιήστε τα βελάκια για να επιλέξετε περιοχή ή χώρα. Έπειτα πιέστε Enter, για να ρυθμίσετε τη χώρα.
Αν επιλέξατε ως χώρα , θα χρησιμοποιηθεί η τυποποιημένη Αμερικανική διάταξη πληκτρολογίου. Αν επιλέξατε διαφορετική χώρα, θα εμφανιστεί το παρακάτω μενού. Χρησιμοποιήστε τα βελάκια για να επιλέξετε τη σωστή διάταξη πληκτρολογίου και πιέστε Enter.
Μετά την επιλογή της χώρας, θα εμφανιστεί το βασικό μενού επιλογών του sysinstall.
Το πρόγραμμα sysinstall είναι η εφαρμογή εγκατάστασης που παρέχεται από το FreeBSD Project. Βασίζεται σε περιβάλλον κειμένου και χωρίζεται σε μια σειρά από μενού και οθόνες που μπορείτε να χρησιμοποιήσετε για να ρυθμίσετε και να ελέγξετε την διαδικασία εγκατάστασης.
Το σύστημα μενού του sysinstall ελέγχεται με τα βελάκια, το Enter, το Space και άλλα πλήκτρα. Λεπτομερή περιγραφή των πλήκτρων αυτών και των λειτουργιών τους περιέχεται στις οδηγίες χρήσης του sysinstall.
Για να δείτε τις πληροφορίες αυτές, βεβαιωθείτε ότι είναι φωτισμένη η επιλογή και ότι είναι επιλεγμένο το πλήκτρο όπως φαίνεται στο Σχήμα 2.5, “Επιλέγοντας Usage από το Main Menu του SysInstall”, και πιέστε Enter.
Θα δείτε τις οδηγίες χρήσης του συστήματος μενού. Κατόπιν πιέστε Enter για να επιστρέψετε στο κύριο μενού (Main Menu).
Από το Main Menu, επιλέξτε με τα βελάκια και πιέστε Enter.
Αυτό θα δείξει το Μενού Documentation.
Είναι σημαντικό να διαβάσετε την παρεχόμενη τεκμηρίωση.
Για να δείτε ένα έγγραφο, επιλέξτε το με τα βελάκια και πιέστε Enter. Όταν τελειώσετε την ανάγνωση ενός εγγράφου, πιέζοντας Enter θα επιστρέψετε στο μενού Documentation.
Για να επιστρέψετε στο Κυρίως Μενού Εγκατάστασης, επιλέξτε με τα βελάκια και πιέστε Enter.
Για να αλλάξετε τη διάταξη του πληκτρολογίου, χρησιμοποιήστε τα βελάκια για να επιλέξετε από το μενού και πιέστε Enter. Αυτό απαιτείται μόνο αν χρησιμοποιείτε διάταξη πληκτρολογίου που δεν είναι στάνταρ και επίσης για διατάξεις εκτός της Αγγλικής ΗΠΑ.
Μπορείτε να επιλέξετε διαφορετική διάταξη πληκτρολογίου κάνοντας την αντίστοιχη επιλογή από το μενού χρησιμοποιώντας τα βελάκια, και πιέζοντας Space. Πιέζοντας ξανά Space θα καταργήσετε την επιλογή. Όταν τελειώσετε, επιλέξτε με τα βελάκια και πιέστε Enter.
Στην παρακάτω απεικόνιση της οθόνης φαίνεται μόνο μέρος της λίστας. Αν επιλέξετε πιέζοντας το Tab θα χρησιμοποιήσετε την προεπιλεγμένη διάταξη πληκτρολογίου και θα επιστρέψετε στο Κύριο Μενού Εγκατάστασης.
Επιλέξτε και πιέστε Enter.
Οι προεπιλεγμένες τιμές είναι συνήθως σωστές για τους περισσότερους χρήστες και δεν χρειάζεται να αλλαχθούν. Το όνομα της έκδοσης (Release Name) αλλάζει ανάλογα με την έκδοση που εγκαθίσταται.
Στο κάτω μέρος της οθόνης, εμφανίζεται με τονισμένο μπλε χρώμα η περιγραφή του επιλεγμένου αντικειμένου. Παρατηρήστε ότι μια από τις επιλογές είναι η η οποία επαναφέρει όλες τις τιμές στις αρχικές προεπιλεγμένες τους ρυθμίσεις.
Πιέστε το F1 για να διαβάσετε την οθόνη βοήθειας σχετικά με τις διάφορες επιλογές.
Πιέζοντας το Q θα επιστρέψετε στο Κύριο Μενού Εγκατάστασης.
Η εγκατάσταση είναι η επιλογή που συνίσταται για τους νέους χρήστες του UNIX® ή του FreeBSD. Χρησιμοποιήστε τα βελάκια για να επιλέξετε από το μενού, και πιέστε Enter για να ξεκινήσετε την εγκατάσταση.
Το πρώτο σας βήμα είναι να εκχωρήσετε χώρο δίσκου για το FreeBSD και να δημιουργήσετε μια ετικέτα (label) στο χώρο αυτό ώστε να μπορέσει να τον προετοιμάσει το sysinstall. Για το σκοπό αυτό πρέπει να γνωρίζετε τον τρόπο με τον οποίο περιμένει το FreeBSD να βρει τις πληροφορίες στο δίσκο.
Πριν εγκαταστήσετε και ρυθμίσετε το FreeBSD στο σύστημα σας, υπάρχει ένα σημαντικό θέμα το οποίο πρέπει να γνωρίζετε, ειδικά αν έχετε πολλούς σκληρούς δίσκους.
Σε ένα PC το οποίο χρησιμοποιεί λειτουργικό σύστημα το οποίο εξαρτάται από το BIOS, όπως είναι το MS-DOS® ή τα Microsoft® Windows®, το BIOS είναι σε θέση να συμπεράνει τη σειρά προτεραιότητας των δίσκων και το λειτουργικό σύστημα απλώς συμβαδίζει με αυτή. Αυτό επιτρέπει στο χρήστη να εκκινήσει από ένα δίσκο διαφορετικό από αυτόν που συχνά καλούμε “primary master”. Αυτό είναι ιδιαίτερα βολικό για κάποιους χρήστες που έχουν ανακαλύψει ότι ο ευκολότερος και φτηνότερος τρόπος να έχουν ένα αντίγραφο ασφαλείας του συστήματος τους, είναι να αγοράσουν ένα δεύτερο όμοιο σκληρό δίσκο, και να αντιγράφουν ανά τακτά διαστήματα τον πρώτο τους δίσκο στο δεύτερο χρησιμοποιώντας προγράμματα όπως το Ghost® ή το XCOPY. Έτσι, αν ο πρώτος δίσκος χαλάσει, ή δεχθεί επίθεση από ιό, ή παρουσιάσει πρόβλημα εξαιτίας κάποιου ελαττώματος του λειτουργικού συστήματος, ο χρήστης μπορεί εύκολα να επαναφέρει το σύστημα ρυθμίζοντας το BIOS να αντιστρέψει τη λογική σειρά των δίσκων. Είναι σαν να αντιμεταθέτουμε τη σειρά των καλωδίων στους δίσκους αλλά χωρίς να χρειάζεται να ανοίξουμε το κουτί.
Τα πιο ακριβά συστήματα με ελεγκτές SCSI, συχνά περιλαμβάνουν επεκτάσεις στο BIOS που επιτρέπουν την αλλαγή της αρίθμησης μέχρι επτά δίσκων SCSI, με παρόμοιο τρόπο.
Ένας χρήστης εξοικειωμένος με την παραπάνω δυνατότητα, μπορεί να βρεθεί προ εκπλήξεως όταν τα αποτελέσματα με το FreeBSD δεν είναι τα αναμενόμενα. Το FreeBSD δεν χρησιμοποιεί το BIOS και δεν γνωρίζει την “κατά το BIOS λογική διάταξη των οδηγών”. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε ιδιαίτερα περίπλοκες καταστάσεις, ειδικά αν οι δίσκοι έχουν παρόμοια γεωμετρία και έχουν επίσης τα ίδια δεδομένα (είναι ο ένας κλώνος του άλλου).
Όταν χρησιμοποιείτε το FreeBSD επιστρέψτε την σειρά των οδηγών στο BIOS στην φυσιολογική τους πριν εγκαταστήσετε το FreeBSD και αφήστε την έτσι. Αν πρέπει να εναλλάξετε τους δίσκους μεταξύ τους, κάντε το αλλά με το δύσκολο τρόπο: ανοίξτε το κουτί και αλλάξτε θέσεις στα jumpers (βραχυκυκλωτήρες) και στα καλώδια.
Καμιά αλλαγή που θα κάνετε σε αυτό το σημείο δεν θα γραφεί στο δίσκο. Αν νομίζετε ότι κάνατε κάποιο λάθος και θέλετε να ξεκινήσετε ξανά από την αρχή, μπορείτε να χρησιμοποιήσετε τα μενού για να βγείτε από το sysinstall και να δοκιμάσετε ξανά ή πιέστε το U για να χρησιμοποιήσετε την επιλογή . Αν μπερδευτείτε και δεν μπορείτε να δείτε πως να βγείτε, μπορείτε πάντα απλά να απενεργοποιήσετε τον υπολογιστή σας.
Αφού επιλέξετε να ξεκινήσετε μια τυπική εγκατάσταση (standard installation) στο sysinstall θα δείτε το παρακάτω μήνυμα:
Πιέστε Enter σύμφωνα με τις οδηγίες. Θα δείτε
τότε μια λίστα με όλους τους σκληρούς δίσκους που ανίχνευσε ο πυρήνας
κατά τη διάρκεια της ανίχνευσης συσκευών. Το
Σχήμα 2.13, “Επιλέξτε Δίσκο για την FDisk” δείχνει ένα παράδειγμα από
ένα σύστημα με δύο δίσκους IDE. Έχουν τα ονόματα
ad0 και ad2.
Ίσως να αναρωτιέστε γιατί δεν υπάρχει εδώ συσκευή με όνομα
ad1. Τι είναι αυτό που λείπει;
Σκεφτείτε τι θα γινόταν αν είχατε δύο IDE δίσκους, ένα ως master
στο πρώτο IDE ελεγκτή, και ένα ως master στο δεύτερο IDE ελεγκτή. Αν
το FreeBSD τους αριθμούσε όπως τους έβρισκε, δηλ. ως
ad0 και ad1
όλα θα λειτουργούσαν κανονικά.
Αν όμως προσθέταμε μετά ένα τρίτο δίσκο, ως συσκευή slave στον
πρώτο IDE ελεγκτή, αυτή θα γινόταν πλέον ad1,
και η προηγούμενη ad1 θα γινόταν
ad2. Επειδή τα ονόματα των συσκευών (όπως
ad1s1a) χρησιμοποιούνται για την εύρεση των
συστημάτων αρχείων, μπορεί να ανακαλύπτατε ξαφνικά ότι κάποια από τα
συστήματα αρχείων σας δεν εμφανίζονται κανονικά και πρέπει να αλλάξετε
την ρύθμιση του FreeBSD σας.
Για να ξεπεραστεί το πρόβλημα αυτό, ο πυρήνας μπορεί να ρυθμιστεί
να ονομάζει τους δίσκους IDE ανάλογα με την θέση τους, και όχι με τη
σειρά με την οποία ανιχνεύονται. Με τον τρόπο αυτό, ο master δίσκος
στο δεύτερο IDE ελεγκτή θα είναι πάντα,
ad2, ακόμα και αν δεν υπάρχει συσκευή
ad0 ή ad1.
Η ρύθμιση αυτή είναι και η προεπιλεγμένη για τον πυρήνα του FreeBSD,
και για το λόγο αυτό η οθόνη δείχνει ad0 και
ad2. Το μηχάνημα από το οποίο λήφθηκε η
εικόνα είχε δίσκους master και στους δύο ελεγκτές IDE, ενώ δεν είχε
κανένα δίσκο slave.
Πρέπει να επιλέξετε το δίσκο στον οποίο θα γίνει η εγκατάσταση του
FreeBSD και να πιέσετε . Το FDisk θα
ξεκινήσει, με οθόνη αντίστοιχη με αυτή που φαίνεται στο
Σχήμα 2.14, “Τυπικές Κατατμήσεις fdisk πριν την
Επεξεργασία”.
Η οθόνη του FDisk είναι χωρισμένη σε τρία τμήματα.
Το πρώτο τμήμα, το οποίο καλύπτει τις δύο πρώτες γραμμές της οθόνης, δείχνει λεπτομέρειες για τον επιλεγμένο δίσκο, που περιλαμβάνουν το όνομα του στο FreeBSD, τη γεωμετρία του, και το συνολικό μέγεθος του.
Το δεύτερο τμήμα δείχνει τα slices τα οποία υπάρχουν στο δίσκο τη
δεδομένη στιγμή, τα σημεία στα οποία ξεκινούν και τελειώνουν, πόσο
μεγάλα είναι, την ονομασία που έχουν στο FreeBSD και την περιγραφή τους
και τον τύπο τους. Το παράδειγμα αυτό δείχνει δύο μικρά
αχρησιμοποίητα slices, τα οποία είναι παρενέργειες του τρόπου
διάταξης των δίσκων στα PC. Δείχνει επίσης ένα μεγάλο
FAT slice, το οποίο σίγουρα εμφανίζεται ως
C: στα MS-DOS® και Windows®, καθώς και μια
εκτεταμένη κατάτμηση η οποία μπορεί να περιέχει και άλλα γράμματα
οδηγών για το MS-DOS® ή τα Windows®.
Το τρίτο τμήμα, δείχνει τις εντολές που είναι διαθέσιμες στην FDisk.
Το τι θα κάνετε τώρα εξαρτάται από το πως θέλετε να χωρίσετε το δίσκο σας.
Αν θέλετε το FreeBSD να χρησιμοποιήσει όλο το δίσκο σας (σβήνοντας
έτσι όλα τα άλλα δεδομένα από αυτόν, όταν επιβεβαιώσετε αργότερα στην
εγκατάσταση ότι θέλετε το sysinstall να
προχωρήσει) μπορείτε απλώς να πιέσετε A
το οποίο αντιστοιχεί με την επιλογή
(Χρήση ολόκληρου του
δίσκου). Οι υπάρχουσες κατατμήσεις θα διαγραφούν, και θα
αντικατασταθούν με μια μικρή περιοχή μαρκαρισμένη ως
unused (αχρησιμοποίητη) (ξανά, μια παρενέργεια
των διατάξεων δίσκου στο PC) και με ένα μεγάλο slice για το FreeBSD.
Αν το κάνετε αυτό, θα πρέπει να επιλέξετε με τα βελάκια το νέο FreeBSD
slice και να το μαρκάρετε ως εκκινήσιμο (bootable) πιέζοντας το
πλήκτρο S. Η οθόνη σας θα είναι αρκετά παρόμοια με
την Σχήμα 2.15, “Κατάτμηση Fdisk που Χρησιμοποιεί Ολόκληρο το Δίσκο”. Παρατηρήστε το
A στην στήλη Flags, το οποίο
δείχνει ότι το slice είναι active (ενεργό),
και πρόκειται να γίνει εκκίνηση από αυτό.
Αν πρόκειται να διαγράψετε ένα υπάρχον slice για να δημιουργήσετε χώρο για το FreeBSD, θα πρέπει να επιλέξετε το slice με τα βελάκια, και να πιέσετε D. Μπορείτε κατόπιν να πιέσετε C, και θα ερωτηθείτε για το μέγεθος του slice που θέλετε να δημιουργήσετε. Η προεπιλεγμένη τιμή στο διάλογο αντιπροσωπεύει το μέγιστο δυνατό slice που μπορείτε να δημιουργήσετε, το οποίο μπορεί να είναι το μέγιστο συνεχόμενο μπλοκ ελεύθερου χώρου ή το μέγεθος ολόκληρου του δίσκου.
Αν έχετε ήδη δημιουργήσει χώρο για το FreeBSD (ίσως με τη χρήση κάποιου εργαλείου όπως το PartitionMagic®) μπορείτε να πιέσετε C για να δημιουργήσετε νέο slice. Θα ερωτηθείτε και πάλι για το μέγεθος του slice που θέλετε να δημιουργήσετε.
Όταν τελειώσετε, πιέστε Q. Οι αλλαγές σας θα αποθηκευτούν στο sysinstall, αλλά δεν θα γραφτούν ακόμα στο δίσκο.
Έχετε τώρα την επιλογή να εγκαταστήσετε διαχειριστή εκκίνησης (boot manager). Σε γενικές γραμμές θα πρέπει να επιλέξετε να εγκαταστήσετε το διαχειριστή εκκίνησης του FreeBSD αν:
Έχετε περισσότερους από ένα δίσκους, και έχετε επιλέξει να εγκαταστήσετε το FreeBSD σε δίσκο που δεν είναι ο πρώτος.
Έχετε εγκαταστήσει το FreeBSD μαζί με ένα άλλο λειτουργικό σύστημα στον ίδιο δίσκο, και θέλετε να μπορείτε να επιλέγετε αν θα ξεκινήσετε το FreeBSD ή το άλλο λειτουργικό, όταν ξεκινάτε τον υπολογιστή σας.
Αν το FreeBSD πρόκειται να είναι το μοναδικό λειτουργικό σύστημα στον υπολογιστή σας, και είναι εγκατεστημένο στον πρώτο σκληρό δίσκο, τότε είναι επαρκής ο διαχειριστής εκκίνησης. Επιλέξτε αν πρόκειται να χρησιμοποιήσετε διαχειριστή εκκίνησης τρίτου κατασκευαστή, ο οποίος είναι ικανός να εκκινήσει το FreeBSD.
Κάντε την επιλογή σας και πιέστε Enter.
Η οθόνη βοήθειας, στην οποία έχετε πρόσβαση πιέζοντας το F1, συζητά τα προβλήματα τα οποία ενδεχομένως θα αντιμετωπίσετε όταν επιχειρήσετε να χρησιμοποιήσετε τον ίδιο δίσκο σε περισσότερα από ένα λειτουργικά συστήματα.
Αν υπάρχουν περισσότεροι από ένας δίσκοι, θα επιστρέψετε στην οθόνη επιλογής δίσκων (Select Driver) αμέσως μετά την επιλογή του διαχειριστή εκκίνησης. Αν θέλετε να εγκαταστήσετε το FreeBSD σε περισσότερους από ένα δίσκους, μπορείτε εδώ να επιλέξετε ένα άλλο δίσκο και να επαναλάβετε την διαδικασία κατάτμησης με την χρήση του FDisk.
Αν εγκαθιστάτε το FreeBSD σε οποιοδήποτε δίσκο εκτός από τον πρώτο θα πρέπει να εγκαταστήσετε το διαχειριστή εκκίνησης του FreeBSD και στους δύο δίσκους.
Το πλήκτρο Tab εναλλάσσει μεταξύ του τελευταίου επιλεγμένου δίσκου, του , και του .
Πιέστε μια φορά το Tab για να μεταφερθείτε στο , πιέστε Enter για να συνεχίσετε την εγκατάσταση.
Πρέπει τώρα να δημιουργήσετε κατατμήσεις μέσα σε κάθε slice που
δημιουργήσατε. Θυμηθείτε ότι οι κατατμήσεις χαρακτηρίζονται από
γράμματα από a ως h, και ότι
οι κατατμήσεις b, c, και
d έχουν τυποποιημένη σημασία την οποία πρέπει να
ακολουθήσετε.
Κάποιες εφαρμογές μπορεί να ωφεληθούν από συγκεκριμένο τρόπο κατάτμησης, ειδικά αν πρόκειται να δημιουργήσετε κατατμήσεις σε περισσότερους από ένα δίσκους. Ωστόσο, για αυτή την πρώτη σας εγκατάσταση του FreeBSD δεν χρειάζεται να είστε τόσο σχολαστικοί στην κατάτμηση του δίσκου σας. Είναι πιο σημαντικό να εγκαταστήσετε το FreeBSD και να μάθετε να το χρησιμοποιείτε. Μπορείτε πάντα να επανεγκαταστήσετε το FreeBSD αλλάζοντας τον τρόπο κατάτμησης, όταν πλέον θα είστε πιο εξοικειωμένος με το λειτουργικό σύστημα.
Ο τρόπος αυτός χρησιμοποιεί τέσσερις κατατμήσεις—μια για χώρο swap, και τρεις για συστήματα αρχείων.
| Κατάτμηση | Σύστημα Αρχείων | Μέγεθος | Περιγραφή |
|---|---|---|---|
a | / | 1 GB | Πρόκειται για το root σύστημα αρχείων (root filesystem).
Όλα τα άλλα συστήματα αρχείων προσαρτώνται σε κάποιο σημείο
κάτω από αυτό. Το 1 GB θεωρείται μια φυσιολογική τιμή
για αυτό το σύστημα αρχείων. Δεν πρόκειται να βάλετε
ιδιαίτερα δεδομένα σε αυτό, καθώς μια συνηθισμένη εγκατάσταση
FreeBSD θα βάλει εδώ περίπου 128 MB δεδομένων. Ο χώρος που
απομένει προορίζεται για προσωρινά δεδομένα, και επίσης
αφήνει χώρο επέκτασης στην περίπτωση που οι μελλοντικές
εκδόσεις του FreeBSD απαιτούν περισσότερο χώρο στο
/. |
b | N/A | 2-3 x RAM | Σε αυτή την κατάτμηση βρίσκεται ο χώρος swap του συστήματος. Η επιλογή σωστού μεγέθους swap μπορεί να θεωρηθεί ένα είδος τέχνης. Ένας καλός γενικός κανόνας είναι ο χώρος αυτός να είναι δύο ως τρεις φορές το μέγεθος της διαθέσιμης φυσικής μνήμης (RAM). Επίσης θα πρέπει να έχετε τουλάχιστον 64 MB swap, έτσι αν έχετε λιγότερα από 32 MB RAM στον υπολογιστή σας, ορίστε το swap στα 64 MB. Αν έχετε περισσότερους από ένα δίσκους μπορείτε να ορίσετε χώρο swap σε κάθε δίσκο. Το FreeBSD θα χρησιμοποιεί τότε κάθε δίσκο για swap, το οποίο επιταχύνει τη διαδικασία. Στην περίπτωση αυτή, υπολογίστε το συνολικό μέγεθος του swap που χρειάζεστε (π.χ. 128 MB) και μοιράστε το με το πλήθος των δίσκων που έχετε (π.χ., δύο δίσκοι) για να βρείτε το μέγεθος του swap που θα δημιουργήσετε σε κάθε δίσκο, σε αυτό το παράδειγμα, 64 MB ανά δίσκο. |
e | /var | 512 ως 4096 MB | Ο κατάλογος /var περιέχει αρχεία τα
οποία συνεχώς μεταβάλλονται, όπως αρχεία καταγραφής (log
files) και άλλα αρχεία που έχουν να κάνουν με διαχειριστικές
εργασίες. Πολλά από τα αρχεία αυτά διαβάζονται και γράφονται
συνέχεια κατά την καθημερινή χρήση του FreeBSD. Η τοποθέτηση των
αρχείων αυτών σε χωριστό σύστημα αρχείων επιτρέπει στο FreeBSD
να βελτιστοποιεί την πρόσβαση σε αυτά χωρίς να επηρεάζονται
αρχεία σε άλλους καταλόγους που δεν έχουν παρόμοια συχνή
πρόσβαση. |
f | /usr | Υπόλοιπος Χώρος Δίσκου (τουλάχιστον 8 GB) | Όλα τα υπόλοιπα αρχεία σας θα είναι τυπικά αποθηκευμένα
στο /usr και τους υποκαταλόγους του.
|
Οι παραπάνω τιμές δίνονται μόνο ως υποδείγματα και προορίζονται
για εγκαταστάσεις από προχωρημένους χρήστες. Σας συνιστούμε να
χρησιμοποιήσετε τη δυνατότητα αυτόματης κατάτμησης, η οποία
αναφέρεται ως Auto Defaults στον επεξεργαστή
κατατμήσεων του FreeBSD.
Αν πρόκειται να εγκαταστήσετε το FreeBSD σε περισσότερους από ένα δίσκους, θα πρέπει να δημιουργήσετε κατατμήσεις και στα άλλα slices που έχετε δημιουργήσει. Ο ευκολότερος τρόπος είναι να δημιουργήσετε δύο κατατμήσεις σε κάθε δίσκο, μια για το swap, και μια για ένα σύστημα αρχείων.
| Κατάτμηση | Σύστημα Αρχείων | Μέγεθος | Περιγραφή |
|---|---|---|---|
b | N/A | Δείτε την περιγραφή | Όπως έχει ήδη συζητηθεί, μπορείτε να χωρίσετε το χώρο
swap ανάμεσα σε πολλούς δίσκους. Αν και η κατάτμηση
a είναι ελεύθερη, η σύμβαση επιβάλλει τη
χρήση της κατάτμησης b για το χώρο
swap. |
e | /diskn | Υπόλοιπο Τμήμα του Δίσκου | Το υπόλοιπο κομμάτι του δίσκου καταλαμβάνεται από μια
μεγάλη κατάτμηση. Μπορείτε εύκολα να την βάλετε στην
κατάτμηση a αντί για την
e. Ωστόσο, η σύμβαση ορίζει ότι η
κατάτμηση a σε ένα slice δεσμεύεται για το
σύστημα αρχείων root (/). Δεν είστε
υποχρεωμένοι να ακολουθήσετε αυτή τη σύμβαση, αλλά το
sysinstall την ακολουθεί, οπότε
αν την ακολουθήσετε και εσείς η εγκατάσταση θα είναι πιο
καθαρή. Μπορείτε να προσαρτήσετε αυτό το σύστημα αρχείων όπου
θέλετε. Στο παράδειγμα μας, η προσάρτηση γίνεται στους
καταλόγους /disk, όπου το n είναι ένας
αριθμός που αλλάζει για κάθε δίσκο. Αλλά μπορείτε, αν
προτιμάτε, να ορίσετε δική σας διάταξη. |
Έχοντας αποφασίσει την διάταξη των κατατμήσεων σας, μπορείτε τώρα να την δημιουργήσετε χρησιμοποιώντας το sysinstall. Θα δείτε το παρακάτω μήνυμα:
Πιέστε Enter για να ξεκινήσετε τον επεξεργαστή κατατμήσεων του FreeBSD, που ονομάζεται Disklabel.
Το Σχήμα 2.18, “Επεξεργαστής Disklabel του Sysinstall” δείχνει την οθόνη όταν ξεκινήσετε για πρώτη φορά το Disklabel. Η οθόνη χωρίζεται σε τρία τμήματα.
Οι πρώτες γραμμές δείχνουν το όνομα του δίσκου στον οποίο
δουλεύετε, και το slice που περιέχει τις κατατμήσεις που δημιουργείτε
(στο σημείο αυτό το Disklabel τις ονομάζει
Partition name αντί για το όνομα του slice).
Η οθόνη επίσης δείχνει την ποσότητα ελεύθερου χώρου μέσα στο slice,
δηλ. το χώρο που έχει κρατηθεί μέσα στο slice αλλά δεν έχει αποδοθεί
ακόμα σε κάποια κατάτμηση.
Το μέσο της οθόνης δείχνει τις κατατμήσεις που έχουν δημιουργηθεί, το όνομα του συστήματος αρχείων που περιέχει κάθε κατάτμηση, το μέγεθος τους, και κάποιες επιλογές που σχετίζονται με τη δημιουργία του συστήματος αρχείων.
Το κάτω μέρος της οθόνης δείχνει τα πλήκτρα που μπορείτε να χρησιμοποιήσετε στο Disklabel.
Το Disklabel μπορεί να δημιουργήσει αυτόματα κατατμήσεις για εσάς, και να τους αποδώσει προεπιλεγμένες τιμές. Οι προεπιλεγμένες τιμές υπολογίζονται με την βοήθεια ενός ενσωματωμένου αλγορίθμου καθορισμού μεγεθών, ο οποίος αποφασίζει με βάση το μέγεθος του δίσκου. Δοκιμάστε το τώρα πιέζοντας το A. Θα δείτε μια οθόνη όμοια με αυτήν στο Σχήμα 2.19, “Ο Επεξεργαστής Κατατμήσεων Disklabel του Sysinstall με τις Αυτόματες Προεπιλογές”. Ανάλογα με το μέγεθος του δίσκου που χρησιμοποιείτε, οι προεπιλεγμένες τιμές μπορεί να είναι ή και να μην είναι κατάλληλες. Αυτό δεν έχει σημασία, γιατί δεν χρειάζεται να τις αποδεχθείτε.
Ο προεπιλεγμένος τρόπος κατάτμησης αποδίδει στον κατάλογο
/tmp την δική του κατάτμηση αντί να τον
καθιστά μέρος της κατάτμησης /. Αυτό βοηθάει
στην αποφυγή πλήρωσης της κατάτμησης / με
προσωρινά αρχεία.
Αν επιλέξετε να μη χρησιμοποιήσετε τις προεπιλεγμένες κατατμήσεις και θέλετε να τις αντικαταστήσετε με τις δικές σας, χρησιμοποιήστε τα βελάκια για να επιλέξετε την πρώτη κατάτμηση και πιέστε D για να τη σβήσετε. Επαναλάβετε για να σβήσετε όλες τις προτεινόμενες κατατμήσεις.
Για να δημιουργήσετε την πρώτη κατάτμηση (a, (η
οποία προσαρτάται ως / — root), βεβαιωθείτε
ότι έχετε επιλέξει το σωστό slice στο πάνω μέρος της οθόνης, και
πιέστε C. Θα εμφανιστεί ένα πλαίσιο διαλόγου για να
εισάγετε το μέγεθος της νέας κατάτμησης (όπως φαίνεται στο
Σχήμα 2.20, “Ελεύθερος Χώρος για την Κατάτμηση Root”). Μπορείτε να εισάγετε το
μέγεθος ως τον αριθμό μπλοκ του δίσκου που θέλετε να χρησιμοποιήσετε ή
ως αριθμό ακολουθούμενο από M για megabytes,
G για gigabytes, ή C για
κυλίνδρους.
Το προεπιλεγμένο μέγεθος που φαίνεται θα δημιουργήσει μια
κατάτμηση που καταλαμβάνει όλο τον υπόλοιπο ελεύθερο χώρο του slice.
Αν χρησιμοποιείτε τα μεγέθη των κατατμήσεων που περιγράψαμε στο
προηγούμενο παράδειγμα, σβήστε τον αριθμό που φαίνεται με το
Backspace, και πληκτρολογήστε
512M, όπως φαίνεται στο
Σχήμα 2.21, “Επεξεργασία Μεγέθους της Κατάτμησης Root”. Κατόπιν πιέστε
.
Έχοντας επιλέξει το μέγεθος της κατάτμησης, θα ερωτηθείτε κατόπιν για το αν η κατάτμηση θα περιέχει κάποιο σύστημα αρχείων, ή θα γίνει χώρος swap. Ο διάλογος αυτός φαίνεται στο Σχήμα 2.22, “Επιλέξτε τον Τύπο της Κατάτμησης Root”. Η πρώτη αυτή κατάτμηση θα περιέχει σύστημα αρχείων, για αυτό ελέγξτε ότι είναι επιλεγμένο το και πιέστε Enter.
Τέλος, επειδή δημιουργείτε σύστημα αρχείων, πρέπει να δηλώσετε στο
Disklabel που θέλετε να γίνει η προσάρτηση
του. Ο αντίστοιχος διάλογος φαίνεται στο
Σχήμα 2.23, “Επιλέξτε το Σημείο Προσάρτησης του Root”. Το σημείο προσάρτησης της
κατάτμησης root είναι το /, για αυτό γράψτε
/, και πιέστε Enter.
Η οθόνη κατόπιν θα ανανεωθεί για να σας δείξει την κατάτμηση που
μόλις δημιουργήσατε. Θα πρέπει να επαναλάβετε αυτή την διαδικασία για
τις άλλες κατατμήσεις. Όταν δημιουργήσετε την κατάτμηση swap, δεν θα
σας ζητηθεί να επιλέξετε σημείο προσάρτησης, καθώς οι κατατμήσεις
swap δεν προσαρτώνται ποτέ. Όταν δημιουργήσετε την τελευταία
κατάτμηση, την /usr, μπορείτε να αφήσετε το
προτεινόμενο μέγεθος, για να χρησιμοποιήσετε όλο τον υπόλοιπο χώρο του
slice.
Η τελευταία οθόνη του FreeBSD Επεξεργαστή DiskLabel, θα δείχνει όμοια με την Σχήμα 2.24, “Ο Επεξεργαστής Disklabel του Sysinstall”, αν και οι δικές σας τιμές θα είναι διαφορετικές. Πιέστε Q για τέλος.
Η απόφαση για το ποιο distribution set θα χρησιμοποιήσετε, εξαρτάται κατά κύριο λόγο από το είδος χρήσης του μηχανήματος και τον διαθέσιμο χώρο στο δίσκο. Οι προκαθορισμένες επιλογές κυμαίνονται από την ελάχιστη δυνατή διαμόρφωση μέχρι την πλήρη. Όσοι είναι καινούριοι στο UNIX® ή / και στο FreeBSD θα πρέπει σχεδόν σίγουρα να επιλέξουν μια από τις τυποποιημένες επιλογές. Η διαμόρφωση εξειδικευμένου distribution set συνίσταται συνήθως στον πιο έμπειρο χρήστη.
Πιέστε το F1 για περισσότερες πληροφορίες για τις επιλογές κάθε distribution set καθώς και για τα περιεχόμενα τους. Όταν τελειώσετε με την ανάγνωση της βοήθειας, με την πίεση του Enter θα επιστρέψετε στο μενού Select Distributions.
Αν επιθυμείτε γραφικό περιβάλλον εργασίας, θα πρέπει να ρυθμίσετε τον X server και να επιλέξετε ένα γραφικό περιβάλλον (desktop) μετά την εγκατάσταση του FreeBSD. Περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την εγκατάσταση και ρύθμιση του X server μπορείτε να δείτε στο Κεφάλαιο 6, Το Σύστημα X Window.
Αν αναμένετε ότι θα μεταγλωττίσετε δικό σας εξειδικευμένο πυρήνα, διαλέξτε κάποια από τις επιλογές που περιέχουν τον πηγαίο κώδικα. Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με το γιατί να μεταγλωττίσετε δικό σας πυρήνα ή για το πως γίνεται, δείτε το Κεφάλαιο 9, Ρυθμίζοντας τον Πυρήνα του FreeBSD.
Προφανώς το πιο ευέλικτο σύστημα είναι αυτό που τα περιέχει όλα. Αν έχετε αρκετό χώρο στο δίσκο, επιλέξτε όπως φαίνεται στο Σχήμα 2.25, “Επιλέξτε Distributions (Σετ Εγκατάστασης)” χρησιμοποιώντας τα βελάκια και πιέστε Enter. Αν σας προβληματίζει ο διαθέσιμος χώρος στο δίσκο, κάντε μια κατάλληλη επιλογή για την περίπτωση. Μην προβληματίζεστε ιδιαίτερα σχετικά με την τέλεια επιλογή, καθώς μπορείτε να εγκαταστήσετε πρόσθετα σετ και μετά το τέλος της βασικής εγκατάστασης.
Μετά την επιλογή του επιθυμητού distribution set, θα έχετε την ευκαιρία να εγκαταστήσετε την συλλογή ports του FreeBSD. Η συλλογή ports είναι μια εύκολη και βολική μέθοδος για να εγκαταστήσετε λογισμικό. Η συλλογή των ports δεν περιέχει τον πηγαίο κώδικα που απαιτείται για να μεταγλωττίσετε το λογισμικό. Απλά είναι μια συλλογή αρχείων που αυτοματοποιεί το κατέβασμα, τη μεταγλώττιση και την εγκατάσταση πακέτων λογισμικού τρίτου κατασκευαστή. Το Κεφάλαιο 5, Εγκατάσταση Εφαρμογών: Πακέτα και Ports περιγράφει πως να χρησιμοποιήσετε την συλλογή των ports.
Το πρόγραμμα εγκατάστασης δεν ελέγχει αν υπάρχει αρκετός ελεύθερος χώρος. Κάντε την επιλογή αυτή μόνο αν υπάρχει αρκετός χώρος. Από την έκδοση του FreeBSD 9.1, η συλλογή ports του FreeBSD καταλαμβάνει περίπου 500 MB χώρο στο δίσκο. Μπορείτε με ασφάλεια να θεωρήσετε ότι ο χώρος αυτός θα είναι μεγαλύτερος για πιο καινούριες εκδόσεις του FreeBSD.
Επιλέξτε με τα βελάκια για να εγκαταστήσετε τη συλλογή των ports ή για να την παραλείψετε. Πιέστε Enter για να συνεχίσετε. Θα εμφανιστεί ξανά το μενού Choose Distributions (επιλογής Σετ Εγκατάστασης).
Αν είστε ικανοποιημένοι από τις επιλογές σας, επιλέξτε με τα βελάκια, επιβεβαιώστε ότι είναι φωτισμένη η επιλογή και πιέστε Enter για να συνεχίσετε.
Αν εγκαθιστάτε από CDROM ή DVD, χρησιμοποιήστε τα βελάκια για να φωτίσετε την επιλογή . Βεβαιωθείτε ότι είναι φωτισμένη η επιλογή και πιέστε Enter για να προχωρήσετε με την εγκατάσταση.
Για άλλες μεθόδους εγκατάστασης, κάντε την κατάλληλη επιλογή και ακολουθήστε τις οδηγίες.
Πιέστε το F1 για να δείτε την ενσωματωμένη βοήθεια για τα μέσα εγκατάστασης. Πιέστε Enter για να επιστρέψετε στο μενού επιλογής μέσου εγκατάστασης.
Υπάρχουν τρεις μέθοδοι εγκατάστασης μέσω FTP για να επιλέξετε: ενεργό (Active) FTP, παθητικό (Passive) FTP, ή μέσω διακομιστή μεσολάβησης (proxy) HTTP.
Με την επιλογή αυτή οι μεταφορές γίνονται μέσω “Ενεργού (Active)” FTP. Η επιλογή αυτή δεν θα λειτουργήσει μέσω firewalls αλλά συχνά λειτουργεί με παλιότερους διακομιστές FTP που δεν υποστηρίζουν παθητική μεταφορά. Αν η σύνδεση σας κολλήσει με παθητικό FTP (το οποίο είναι η προεπιλογή), δοκιμάστε το ενεργό!
H επιλογή αυτή οδηγεί το sysinstall να χρησιμοποιήσει “Παθητική (Passive)” μεταφορά για όλες τις FTP λειτουργίες. Αυτό επιτρέπει στο χρήστη να περνάει μέσω firewalls τα οποία δεν επιτρέπουν εισερχόμενες συνδέσεις σε τυχαίες TCP πόρτες.
Η επιλογή αυτή οδηγεί το sysinstall στη χρήση HTTP πρωτοκόλλου (όπως οι φυλλομετρητές) για να συνδεθεί με ένα διακομιστή μεσολάβησης για όλες τις λειτουργίες του FTP. Ο διακομιστής μεσολάβησης αναλαμβάνει να μεταφράσει όλες τις εντολές και να τις στείλει στον διακομιστή FTP. Αυτό επιτρέπει στο χρήστη να περάσει μέσω firewalls που δεν επιτρέπουν καθόλου FTP, αλλά προσφέρουν λειτουργία διαμεσολάβησης μέσω HTTP. Στην περίπτωση αυτή πρέπει να ορίσετε εκτός από τον διακομιστή FTP, και το διακομιστή μεσολάβησης.
Για διακομιστή μεσολάβησης FTP server, πρέπει συνήθως να δώσετε
το όνομα του διακομιστή με τον οποίο θέλετε στην πραγματικότητα να
συνδεθείτε, ως μέρος του username, μετά από το σύμβολο
“@”. Ο διακομιστής μεσολάβησης “μιμείται”
τότε τον πραγματικό διακομιστή. Για παράδειγμα, υποθέστε ότι θέλετε
να κάνετε εγκατάσταση από το
ftp.FreeBSD.org, χρησιμοποιώντας FTP
μεσολαβητή τον foo.example.com, ο οποίος
χρησιμοποιεί την πόρτα 1234.
Στην περίπτωση αυτή, πηγαίνετε στο μενού επιλογών (options),
θέτετε ως FTP username το ftp@ftp.FreeBSD.org,
και ως κωδικό (password) την διεύθυνση email σας. Σαν μέσο
εγκατάστασης (installation media) ορίζετε FTP (ή παθητικό FTP αν το
υποστηρίζει ο μεσολαβητής) και το URL
ftp://foo.example.com:1234/pub/FreeBSD.
Καθώς το /pub/FreeBSD από
ftp.FreeBSD.org γίνεται ορατό μέσω του
foo.example.com, μπορείτε να
εγκαταστήσετε από εκείνο το μηχάνημα (το οποίο θα
φέρει τα αρχεία από το ftp.FreeBSD.org
όπως απαιτούνται από την εγκατάσταση σας.
Η εγκατάσταση μπορεί τώρα να προχωρήσει, εφόσον το επιθυμείτε. Αυτή είναι επίσης η τελευταία σας ευκαιρία να την ακυρώσετε εμποδίζοντας έτσι και τις αλλαγές που πρόκειται να γίνουν στο σκληρό σας δίσκο.
Επιλέξτε και πιέστε Enter για να προχωρήσετε.
Ο χρόνος εγκατάστασης διαφέρει ανάλογα με το distribution set που έχετε επιλέξει, το μέσο εγκατάστασης, και την ταχύτητα του υπολογιστή σας. Θα δείτε μια σειρά από μηνύματα τα οποία δείχνουν την κατάσταση της εγκατάστασης.
Η εγκατάσταση θα έχει ολοκληρωθεί όταν δείτε το ακόλουθο μήνυμα:
Πιέστε Enter για να προχωρήσετε με τις ρυθμίσεις μετά την εγκατάσταση.
Αν επιλέξετε και πιέσετε Enter θα ακυρώσετε την εγκατάσταση και δεν θα γίνει καμιά αλλαγή στο σύστημα σας. Θα εμφανιστεί το ακόλουθο μήνυμα:
Το μήνυμα αυτό εμφανίζεται επειδή δεν έγινε καμιά εγκατάσταση. Πιέζοντας Enter θα επιστρέψετε στο Κυρίως Μενού Εγκατάστασης (Main Installation Menu) για να βγείτε από την εγκατάσταση.
Μετά από μια επιτυχημένη εγκατάσταση, ακολουθεί η ρύθμιση διάφορων
προαιρετικών επιλογών. Οι ρυθμίσεις μπορούν να γίνουν αν εισέλθετε
ξανά στο αντίστοιχο μενού (configuration options) πριν επανεκκινήσετε
το νέο FreeBSD σύστημα σας ή μετά την εγκατάσταση, χρησιμοποιώντας το
sysinstall και επιλέγοντας
.
Αν έχετε ρυθμίσει προηγουμένως το PPP για να κάνετε εγκατάσταση μέσω FTP, η οθόνη αυτή δεν θα εμφανιστεί, αλλά μπορείτε να την ρυθμίσετε αργότερα με τον τρόπο που περιγράψαμε παραπάνω.
Για λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με Τοπικά Δίκτυα (LAN) και για ρύθμιση του FreeBSD ως πύλη / δρομολογητή (gateway/router), ανατρέξτε στο κεφάλαιο Advanced Networking.
Για να ρυθμίσετε μια συσκευή δικτύου, επιλέξτε και πιέστε Enter. Διαφορετικά, επιλέξτε για να συνεχίσετε.
Επιλέξτε το interface που θα ρυθμίσετε με τα βελάκια, και πιέστε Enter.
Στο συγκεκριμένο ιδιωτικό τοπικό δίκτυο, το τρέχον Internet πρωτόκολλο (IPv4) ήταν αρκετό. Επιλέξαμε το με τα βελάκια και πιέσαμε Enter.
Αν είστε συνδεμένοι σε ένα υπάρχον IPv6 δίκτυο με ένα διακομιστή RA, επιλέξτε και πιέστε Enter. Θα χρειαστούν αρκετά δευτερόλεπτα για την ανίχνευση διακομιστών RA.
Αν δεν χρειάζεστε DHCP (Πρωτόκολλο Δυναμικής Απόδοσης Ρυθμίσεων, Dynamic Host Configuration Protocol) επιλέξτε με τα βελάκια και πιέστε Enter.
Αν επιλέξετε θα εκτελεστεί η εφαρμογή dhclient, και αν είναι επιτυχής, θα γίνει αυτόματη ρύθμιση των παραμέτρων του δικτύου. Ανατρέξτε στο Τμήμα 30.5, “Automatic Network Configuration (DHCP)” για περισσότερες πληροφορίες.
Η ακόλουθη οθόνη Ρυθμίσεων Δικτύου δείχνει τη ρύθμιση μιας συσκευής Ethernet για ένα σύστημα το οποίο θα λειτουργεί ως πύλη για ένα Τοπικό Δίκτυο (LAN).
Χρησιμοποιήστε το Tab για να επιλέξετε ανάμεσα στα διάφορα πεδία και να συμπληρώσετε τις κατάλληλες πληροφορίες.
Το πλήρες όνομα του μηχανήματος, π.χ.
k6-2.example.com σε αυτή την
περίπτωση.
Το όνομα του τομέα στον οποίο βρίσκεται το μηχάνημα, όπως
example.com σε αυτή την
περίπτωση.
Πρόκειται για την διεύθυνση IP στην οποία προωθούνται τα πακέτα τα οποία δεν προορίζονται για τοπικούς προορισμούς. Θα πρέπει να συμπληρώσετε το πεδίο αυτό αν ο υπολογιστής είναι κόμβος στο συγκεκριμένο δίκτυο. Αφήστε αυτό το πεδίο κενό αν ο υπολογιστής είναι η πύλη για το Internet στο συγκεκριμένο δίκτυο. Η πύλη IPv4 είναι επίσης γνωστή ως προεπιλεγμένη πύλη ή προεπιλεγμένη διαδρομή (default gateway / default route).
Είναι η IP διεύθυνση του τοπικού σας διακομιστή DNS. Στο
συγκεκριμένο ιδιωτικό τοπικό δίκτυο, δεν υπάρχει διακομιστής DNS
και έτσι χρησιμοποιήθηκε η IP διεύθυνση του διακομιστή DNS που
δίνει ο παροχέας Internet
(208.163.10.2).
Η IP διεύθυνση που θα χρησιμοποιηθεί σε αυτό το
interface είναι
192.168.0.1
Το μπλοκ διευθύνσεων που χρησιμοποιούνται σε αυτό το δίκτυο
είναι
192.168.0.0 -
192.168.0.255
με μάσκα υποδικτύου (netmask)
255.255.255.0.
Προσθέστε εδώ επιπλέον επιλογές για την
ifconfig και το συγκεκριμένο interface. Στην
συγκεκριμένη περίπτωση δεν υπάρχει καμία.
Χρησιμοποιήστε το Tab για να επιλέξετε όταν τελειώσετε, και πιέστε Enter.
Επιλέγοντας και πιέζοντας Enter θα ενεργοποιήσετε το δίκτυο, έτοιμο προς χρήση στο μηχάνημα σας. Ωστόσο αυτό δεν επιτυγχάνει και πολλά κατά τη διάρκεια της εγκατάστασης, ούτως ή άλλως θα χρειαστεί να κάνετε επανεκκίνηση.
Αν το μηχάνημα πρόκειται να λειτουργεί ως πύλη για ένα τόπικο δίκτυο και να προωθεί πακέτα μεταξύ άλλων μηχανημάτων, επιλέξτε και πιέστε Enter. Αν το μηχάνημα είναι ένας κόμβος του δικτύου, επιλέξτε και πιέστε Enter.
Αν επιλέξετε , κάποιες υπηρεσίες όπως το telnetd δεν θα ενεργοποιηθούν. Αυτό σημαίνει ότι απομακρυσμένοι χρήστες δεν θα μπορούν να χρησιμοποιήσουν το telnet για να εισέλθουν στο μηχάνημα. Οι τοπικοί χρήστες θα μπορούν ωστόσο να έχουν πρόσβαση σε απομακρυσμένα μηχανήματα μέσω του telnet.
Οι υπηρεσίες αυτές μπορούν να ενεργοποιηθούν μετά την εγκατάσταση
με την επεξεργασία του αρχείου /etc/inetd.conf
με τον προτιμώμενο σας επεξεργαστή κειμένου.
Δείτε το Τμήμα 30.2.1, “Overview” για περισσότερες
πληροφορίες.
Επιλέξτε αν θέλετε να ρυθμίσετε τις υπηρεσίες αυτές κατά την εγκατάσταση. Θα ερωτηθείτε για μια ακόμα επιβεβαίωση:
Επιλέξτε για να συνεχίσετε.
Επιλέγοντας θα μπορέσετε να προσθέσετε υπηρεσίες
σβήνοντας το # από την αρχή μιας γραμμής.
Μετά την προσθήκη των επιθυμητών υπηρεσιών, και με την πίεση του Esc θα εμφανιστεί ένα μενού το οποίο σας επιτρέπει να βγείτε από το πρόγραμμα, αποθηκεύοντας και τις αλλαγές σας.
Αν επιλέξετε θα ενεργοποιηθεί ο sshd(8), ο δαίμονας του OpenSSH. Με τον τρόπο αυτό θα επιτρέψετε ασφαλή απομακρυσμένη πρόσβαση στο μηχάνημα σας. Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με το OpenSSH δείτε το Τμήμα 15.11, “OpenSSH”.
Επιλέγοντας το προεπιλεγμένο και πιέζοντας Enter θα επιτρέπεται μόνος στους χρήστες που έχουν λογαριασμούς με κωδικούς να έχουν FTP πρόσβαση στο μηχάνημα.
Οποιοσδήποτε μπορεί να έχει πρόσβαση στο μηχάνημα σας, αν επιλέξετε να επιτρέψετε τις ανώνυμες συνδέσεις FTP. Θα πρέπει να λάβετε υπόψιν σας τις επιπλοκές ασφαλείας που θα επιφέρει μια τέτοια ρύθμιση. Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την ασφάλεια, δείτε το Κεφάλαιο 15, Ασφάλεια.
Για να επιτρέψετε το ανώνυμο FTP, χρησιμοποιήστε τα βελάκια για να επιλέξετε και να πιέσετε Enter. Θα χρειαστεί να επιβεβαιώσετε ξανά την επιλογή σας:
Το μήνυμα αυτό σας ειδοποιεί επίσης ότι η υπηρεσία FTP θα
πρέπει επίσης να ενεργοποιηθεί στο
/etc/inetd.conf σε περίπτωση που θέλετε να
ενεργοποιηθούν οι ανώνυμες συνδέσεις FTP (δείτε το
Τμήμα 2.10.3, “Ρύθμιση Υπηρεσιών Internet (Internet Services)”). Επιλέξτε και πιέστε
Enter για να συνεχίσετε. Θα δείτε την ακόλουθη
οθόνη:
Χρησιμοποιήστε το Tab για να επιλέξετε και να συμπληρώσετε τα απαραίτητα πεδία πληροφοριών:
Ο αναγνωριστικός αριθμός (user ID) που θέλετε να αποδώσετε στον ανώνυμο FTP χρήστη. Όλα τα αρχεία που θα ανεβαίνουν στον διακομιστή FTP θα ανήκουν σε αυτό το ID.
Σε ποια ομάδα χρηστών (group) θέλετε να ανήκει ο ανώνυμος FTP χρήστης.
Κείμενο που περιέχει περιγραφή του χρήστη στο αρχείο
/etc/passwd.
Η τοποθεσία που περιέχει τα αρχεία που είναι διαθέσιμα στο ανώνυμο FTP.
Η τοποθεσία που θα ανεβαίνουν τα αρχεία από ανώνυμους FTP χρήστες.
Ο ριζικός (root) κατάλογος του FTP, από προεπιλογή,
δημιουργείται στο /var. Αν δεν υπάρχει εκεί
αρκετός χώρος για την αναμενόμενη χρήση του FTP, μπορείτε να
χρησιμοποιήσετε τον κατάλογο /usr αλλάζοντας
τον ριζικό κατάλογο (FTP Root Directory) σε
/usr/ftp.
Όταν είστε ικανοποιημένος με τις τιμές, πιέστε Enter για να συνεχίσετε.
Αν επιλέξετε και πιέσετε Enter, θα ξεκινήσει αυτόματα ένας επεξεργαστής κειμένου ώστε να μπορέσετε να επεξεργαστείτε το μήνυμα.
Πρόκειται για τον επεξεργαστή κειμένου ee.
Χρησιμοποιήστε τις οδηγίες για να αλλάξετε το μήνυμα ή αν θέλετε
αλλάξτε το μήνυμα αργότερα, χρησιμοποιώντας ένα επεξεργαστή κειμένου
της επιλογής σας. Δείτε το όνομα του αρχείου και τη θέση του στην
τελευταία γραμμή της οθόνης του επεξεργαστή κειμένου.
Πιέζοντας Esc θα εμφανιστεί ένα αναδυόμενο μενού με προεπιλεγμένη την επιλογή . Πιέστε Enter για έξοδο και συνέχεια. Πιέστε ξανά Enter για να αποθηκεύσετε τυχόν αλλαγές που έχετε κάνει.
Το Σύστημα Αρχείων Δικτύου (NFS) επιτρέπει το διαμοιρασμό αρχείων σε ένα δίκτυο. Ένα μηχάνημα μπορεί να ρυθμιστεί ως εξυπηρετητής, πελάτης ή και τα δύο. Ανατρέξτε στο Τμήμα 30.3, “Network File System (NFS)” για περισσότερες πληροφορίες.
Αν δεν υπάρχει ανάγκη για εξυπηρετητή Συστήματος Αρχείων Δικτύου, επιλέξτε και πιέστε Enter.
Αν επιλέξετε θα εμφανιστεί ένα αναδυόμενο μήνυμα
που σας πληροφορεί ότι πρέπει να δημιουργηθεί το αρχείο
exports.
Πιέστε Enter για να συνεχίσετε. Θα ανοίξει
ένας επεξεργαστής κειμένου για να μπορέσετε να δημιουργήσετε και να
επεξεργαστείτε το αρχείο exports.
Χρησιμοποιήστε τις οδηγίες για να προσθέσετε τα συστήματα αρχείων που θέλετε να διαμοιράσετε, τώρα ή αργότερα χρησιμοποιώντας ένα επεξεργαστή κειμένου της επιλογής σας. Σημειώστε το όνομα και την τοποθεσία του αρχείου όπως φαίνονται στο κάτω μέρος της οθόνης.
Πιέζοντας Esc θα εμφανιστεί ένα αναδυόμενο μενού με προεπιλεγμένη την επιλογή . Πιέστε Enter για έξοδο και συνέχεια.
Υπάρχουν διάφορες διαθέσιμες επιλογές για τη ρύθμιση της κονσόλας του συστήματος.
Για να δείτε και να ρυθμίσετε τις επιλογές, επιλέξτε και πιέστε Enter.
Μια συνηθισμένη επιλογή είναι η προστασία οθόνης (screen saver). Χρησιμοποιήστε τα βελάκια για να επιλέξετε και πιέστε Enter.
Επιλέξτε την επιθυμητή προστασία οθόνης με τα βελάκια, και πιέστε Enter. Θα ξαναδείτε το μενού Ρύθμισης Κονσόλας Συστήματος.
Το προεπιλεγμένο χρονικό διάστημα είναι 300 δευτερόλεπτα. Για να αλλάξετε το διάστημα, επιλέξτε ξανά και από το μενού Screen Saver Options επιλέξτε με τα βελάκια, και πιέστε Enter. Θα εμφανιστεί ένα αναδυόμενο μενού:
Αλλάξτε την τιμή, επιλέξτε και πιέστε Enter για να επιστρέψετε στο μενού Ρύθμισης Κονσόλας Συστήματος.
Επιλέγοντας και πιέζοντας Enter θα συνεχίσετε με τις υπόλοιπες ρυθμίσεις που πρέπει να γίνουν μετά την εγκατάσταση.
Η σωστή ρύθμιση της ζώνης ώρας, θα επιτρέψει στο μηχάνημα σας να διορθώνει αυτόματα την ώρα σύμφωνα με τις τοπικές ρυθμίσεις, καθώς και να εκτελεί άλλες λειτουργίες που σχετίζονται με τις ζώνες ώρας.
Το παράδειγμα που φαίνεται είναι για ένα μηχάνημα που βρίσκεται στις Ανατολικές Ηνωμένες Πολιτείες. Οι επιλογές σας θα διαφέρουν ανάλογα με τη γεωγραφική σας θέση.
Επιλέξτε και πιέστε Enter για να ρυθμίσετε τη ζώνη ώρας.
Επιλέξτε ή ανάλογα με το πως είναι ρυθμισμένο το ρολόι στο μηχάνημα σας και πιέστε Enter.
Επιλέξτε την κατάλληλη περιοχή (region) με τα βελάκια και πιέστε Enter.
Επιλέξτε την κατάλληλη χώρα χρησιμοποιώντας τα βελάκια και πιέστε Enter.
Επιλέξτε την κατάλληλη ζώνη ώρας με τα βελάκια και πιέστε Enter.
Επιβεβαιώστε ότι είναι σωστή η συντομογραφία για τη ζώνη ώρας που έχετε επιλέξει. Αν φαίνεται εντάξει, πιέστε Enter για να συνεχίσετε με τις υπόλοιπες ρυθμίσεις μετά την εγκατάσταση.
Η ενότητα αυτή ισχύει μόνο για την εγκατάσταση FreeBSD της σειράς
7.X. Αν εγκαταστήσετε
FreeBSD 8.X η οθόνη αυτή δεν θα
εμφανιστεί.
Επιλέγοντας και πιέζοντας Enter θα επιτρέψετε την εκτέλεση προγραμμάτων Linux στο FreeBSD. Η εγκατάσταση θα προσθέσει όλα τα απαραίτητα πακέτα για τη συμβατότητα με εκτελέσιμα προγράμματα για Linux.
Αν κάνετε εγκατάσταση μέσω FTP, το μηχάνημα θα πρέπει να είναι συνδεμένο στο Internet. Μερικές φορές, μια τοποθεσία FTP δεν έχει όλες τις απαιτούμενες διανομές, όπως τη συμβατότητα με το Linux. Μπορείτε ωστόσο να την εγκαταστήσετε αργότερα, αν χρειάζεται.
Η επιλογή αυτή θα σας επιτρέψει να κάνετε αποκοπή και επικόλληση κειμένου στην κονσόλα και σε προγράμματα χρησιμοποιώντας ένα ποντίκι τριών πλήκτρων. Αν χρησιμοποιείτε ποντίκι δύο πλήκτρων, ανατρέξτε στη σελίδα βοήθειας, moused(8), μετά την εγκατάσταση για να δείτε πως μπορείτε να εξομοιώσετε ποντίκι τριών πλήκτρων. Στο παράδειγμα αυτό φαίνεται η ρύθμιση ενός μη-USB ποντικιού (π.χ. PS/2 η σειριακού - COM - ποντικιού):
Επιλέξτε για μη-USB ποντίκι, ή για USB ποντίκι και πιέστε Enter.
Χρησιμοποιήστε τα βελάκια για να επιλέξετε και πιέστε Enter.
Το ποντίκι που χρησιμοποιείται σε αυτό το παράδειγμα, είναι τύπου PS/2, και έτσι είναι σωστή η προεπιλεγμένη ρύθμιση . Για να αλλάξετε πρωτόκολλο, χρησιμοποιήστε τα βελάκια για να κάνετε κάποια άλλη επιλογή. Βεβαιωθείτε ότι είναι φωτισμένη η επιλογή και πιέστε Enter για έξοδο από αυτό το μενού.
Χρησιμοποιήστε τα βελάκια για να επιλέξετε και πιέστε Enter.
Το σύστημα αυτό είχε ποντίκι PS/2 και έτσι ήταν κατάλληλη η προεπιλεγμένη ρύθμιση . Για να αλλάξετε την πόρτα, χρησιμοποιήστε τα βελάκια και πιέστε Enter.
Τέλος, χρησιμοποιήστε τα βελάκια για να επιλέξετε , και πιέστε Enter για να ενεργοποιήσετε και να δοκιμάσετε τον δαίμονα του ποντικιού (mouse daemon).
Μετακινήστε το ποντίκι στην οθόνη και βεβαιωθείτε ότι ο δρομέας αντιδρά σωστά. Αν είναι εντάξει, επιλέξτε και πιέστε Enter. Αν όχι, το ποντίκι δεν έχει ρυθμιστεί σωστά — επιλέξτε και ξαναδοκιμάστε χρησιμοποιώντας διαφορετικές ρυθμίσεις.
Επιλέξτε με τα βελάκια και πιέστε Enter για να επιστρέψετε, ώστε να συνεχίσετε με τις υπόλοιπες ρυθμίσεις μετά την εγκατάσταση.
Τα πακέτα είναι προμεταγλωττισμένα εκτελέσιμα, και αποτελούν ένα βολικό τρόπο για να εγκαταστήσετε λογισμικό.
Θα σας δείξουμε την εγκατάσταση ενός πακέτου ως παράδειγμα.
Μπορείτε επίσης να εγκαταστήσετε τώρα και όποια άλλα πρόσθετα πακέτα
επιθυμείτε. Μετά την εγκατάσταση, μπορείτε να χρησιμοποιήσετε το
sysinstall για να εγκαταστήσετε πρόσθετα
πακέτα.
Επιλέγοντας και πιέζοντας Enter θα δείτε τις οθόνες επιλογής πακέτων:
Μπορείτε κάθε δεδομένη στιγμή να εγκαταστήσετε μόνο τα πακέτα που είναι διαθέσιμα στο τρέχον μέσο εγκατάστασης.
Με την επιλογή θα δείτε όλα τα διαθέσιμα πακέτα, ή μπορείτε να επιλέξετε συγκεκριμένη κατηγορία. Φωτίστε την επιλογή σας με τα βελάκια και πιέστε Enter.
Θα εμφανιστεί ένα μενού το οποίο δείχνει όλα διαθέσιμα πακέτα για την επιλογή που κάνατε:
Το κέλυφος (shell) bash φαίνεται επιλεγμένο. Επιλέξτε όσα πακέτα επιθυμείτε, φωτίζοντας το πακέτο και πιέζοντας το πλήκτρο Space. Θα δείτε μια σύντομη περιγραφή για κάθε πακέτο στο κάτω αριστερό μέρος της οθόνης.
Η πίεση του πλήκτρου Tab εναλλάσσει μεταξύ του τελευταίου επιλεγμένου πακέτου, του , και του .
Όταν έχετε τελειώσει με το μαρκάρισμα των πακέτων προς εγκατάσταση, πιέστε μια φορά Tab για να μετακινηθείτε στο και πιέστε Enter για να επιστρέψετε στο μενού Επιλογής Πακέτων (Package Selection).
Το αριστερό και δεξί βελάκι εναλλάσσει επίσης μεταξύ του και του . Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτή τη μέθοδο για να επιλέξετε και πιέστε Enter για να επιστρέψετε στο μενού Επιλογής Πακέτων.
Χρησιμοποιήστε το Tab και τα βελάκια για να επιλέξετε και πιέστε Enter. Θα χρειαστεί να επιβεβαιώσετε ότι θέλετε να εγκαταστήσετε τα πακέτα:
Επιλέγοντας και πιέζοντας Enter θα ξεκινήσει η εγκατάσταση πακέτων. Θα βλέπετε μηνύματα της εγκατάστασης μέχρι την ολοκλήρωση της. Σημειώστε τυχόν μηνύματα λάθους που εμφανίζονται.
Η τελική ρύθμιση συνεχίζεται μετά την εγκατάσταση των πακέτων. Αν καταλήξετε να μην εγκαταστήσετε κανένα πακέτο, και επιθυμείτε να επιστρέψετε στην τελική ρύθμιση, επιλέξτε ούτως ή άλλως.
Θα πρέπει να προσθέσετε τουλάχιστον ένα χρήστη κατά τη διάρκεια
της εγκατάστασης, ώστε να μπορείτε να χρησιμοποιήσετε το σύστημα χωρίς
να εισέρχεστε ως root. Η root κατάτμηση είναι
γενικά μικρή, και εκτελώντας εφαρμογές ως root
μπορεί γρήγορα να γεμίσει. Παρακάτω φαίνεται και ένας πιο σοβαρός
κίνδυνος:
Επιλέξτε και πιέστε Enter για να συνεχίσετε με την προσθήκη ενός χρήστη.
Επιλέξτε με τα βελάκια και πιέστε Enter.
Καθώς θα εισάγετε τα στοιχεία πιέζοντας το Tab θα εμφανίζονται οι παρακάτω περιγραφές στο κάτω μέρος της οθόνης για να σας βοηθήσουν στην εισαγωγή των απαιτούμενων πληροφοριών:
To όνομα χρήστη (login name) για το νέο χρήστη (υποχρεωτικό).
Ο αναγνωριστικός αριθμός (numerical ID) για αυτό τον χρήστη (αφήστε τον κενό για αυτόματη επιλογή).
Το όνομα της ομάδας (group name) για αυτό το χρήστη (αφήστε τον κενό για αυτόματη επιλογή).
Ο κωδικός (password) για αυτό το χρήστη (δώστε προσοχή στο πεδίο αυτό!).
Το πλήρες όνομα του χρήστη (σχόλιο).
Οι υπόλοιπες ομάδες (groups) στις οποίες ανήκει αυτός ο χρήστης (έχει δηλ. τα δικαιώματα τους).
Ο προσωπικός κατάλογος αρχείων (home directory) του χρήστη (αφήστε κενό για την προεπιλεγμένη επιλογή).
Το προεπιλεγμένο κέλυφος (login shell) του χρήστη
(αφήστε κενό για την προεπιλογή, π.χ.
/bin/sh).
Το κέλυφος εισόδου αλλάχτηκε από /bin/sh σε
/usr/local/bin/bash για να χρησιμοποιηθεί το
κέλυφος bash το οποίο εγκαταστήσαμε
προηγουμένως μέσω πακέτου. Μην προσπαθήσετε να χρησιμοποιήσετε κάποιο
κέλυφος που δεν υπάρχει, διαφορετικά δεν θα μπορείτε να κάνετε login.
Το πλέον συνηθισμένο κέλυφος στον κόσμο του BSD είναι το C shell, το
οποίο μπορείτε να γράψετε ως /bin/tcsh.
Ο χρήστης προστέθηκε επίσης στην ομάδα
wheel για να έχει τη δυνατότητα να γίνει
υπερχρήστης (superuser) με δικαιώματα
root.
Όταν είστε ικανοποιημένος από τις επιλογές σας, πιέστε και θα εμφανιστεί ξανά το μενού User and Group Management:
Μπορείτε επίσης τη δεδομένη στιγμή να προσθέσετε ομάδες, αν
υπάρχει συγκεκριμένη ανάγκη. Διαφορετικά, μπορείτε να επανέλθετε στη
ρύθμιση αυτή μετά την εγκατάσταση, μέσω του
sysinstall.
Όταν τελειώσετε με την προσθήκη χρηστών, επιλέξτε με τα βελάκια και πιέστε Enter για να συνεχίσετε με την εγκατάσταση.
Πιέστε Enter για να ορίσετε τον κωδικό για το
χρήστη root.
Θα πρέπει να πληκτρολογήσετε δύο φορές τον κωδικό σωστά. Δεν χρειάζεται να πούμε ότι πρέπει να έχετε τρόπο να βρείτε τον κωδικό αν τον ξεχάσετε. Παρατηρήστε ότι ο κωδικός δεν εμφανίζεται καθώς τον πληκτρολογείτε, ούτε και εμφανίζονται αστεράκια στη θέση του.
Η εγκατάσταση θα συνεχιστεί μετά την επιτυχημένη εισαγωγή του κωδικού.
Αν χρειάζεται να ρυθμίσετε πρόσθετες δικτυακές υπηρεσίες, ή κάποια
άλλη ρύθμιση, μπορείτε να το κάνετε τώρα ή μετά την εγκατάσταση με τη
χρήση της εντολής sysinstall.
Επιλέξτε με τα βελάκια και πιέστε Enter για να επιστρέψετε στο Κυρίως Μενού Εγκατάστασης (Main Installation Menu).
Επιλέξτε με τα βελάκια και πιέστε Enter. Θα κληθείτε να επιβεβαιώσετε την έξοδο από την εγκατάσταση:
Επιλέξτε . Αν είχατε ξεκινήσει από το CDROM, θα δείτε το παρακάτω μήνυμα για να σας υπενθυμίσει να αφαιρέσετε το CD:
Ο οδηγός CDROM θα παραμείνει κλειδωμένος μέχρι να αρχίσει η επανεκκίνηση του μηχανήματος. Κατόπιν ξεκλειδώνει και μπορείτε (γρήγορα) να βγάλετε το CD από τον οδηγό. Πιέστε για να επανεκκινήσετε το μηχάνημα.
Το σύστημα θα επανεκκινήσει, και προσέξτε για τυχόν μηνύματα λάθους που θα εμφανιστούν.
Η ρύθμιση υπηρεσιών δικτύου μπορεί να είναι μια δύσκολη διαδικασία για νέους χρήστες χωρίς εμπειρία στον αντίστοιχο τομέα. Η δικτύωση, περιλαμβανομένου και του Internet, είναι κρίσιμη σε όλα τα μοντέρνα λειτουργικά συστήματα, περιλαμβανομένου και του FreeBSD. Για το λόγο αυτό είναι χρήσιμο να έχετε κάποια κατανόηση των εκτεταμένων ικανοτήτων δικτύωσης του FreeBSD. Κάνοντας το αυτό κατά τη διάρκεια της εγκατάστασης επιβεβαιώνεται η δυνατότητα των χρηστών να κατανοήσουν τις διάφορες υπηρεσίες που τους παρέχονται.
Οι δικτυακές υπηρεσίες είναι προγράμματα που δέχονται είσοδο από
οποιοδήποτε σημείο στο δίκτυο. Καταβάλλεται κάθε προσπάθεια για να
είναι σίγουρο ότι τα προγράμματα αυτά δεν θα κάνουν οτιδήποτε
“επιζήμιο”. Δυστυχώς οι προγραμματιστές δεν είναι
τέλειοι και κατά καιρούς έχουν εμφανιστεί περιπτώσεις που σφάλματα σε
δικτυακές υπηρεσίες έχουν γίνει αντικείμενα εκμετάλλευσης από
εισβολείς για την εκτέλεση κακόβουλων πράξεων. Είναι σημαντικό να μην
ενεργοποιήσετε καμιά δικτυακή υπηρεσία μέχρι να ανακαλύψετε ότι την
χρειάζεστε. Μπορείτε πάντα να την ενεργοποιήσετε αργότερα,
εκτελώντας ξανά την εφαρμογή sysinstall ή
χρησιμοποιώντας τις δυνατότητες που παρέχονται από το αρχείο
/etc/rc.conf.
Με την επιλογή θα δείτε ένα μενού παρόμοιο με το παρακάτω:
Η πρώτη επιλογή, , καλύφθηκε προηγουμένως στο Τμήμα 2.10.1, “Ρύθμιση Συσκευών Δικτύου”, και μπορείτε με ασφάλεια να την αγνοήσετε.
Επιλέγοντας προστίθεται υποστήριξη για το βοηθητικό πρόγραμμα αυτόματης προσάρτησης (automatic mount) BSD. Αυτό χρησιμοποιείται συνήθως σε συνδυασμό με το πρωτόκολλο NFS (δείτε παρακάτω) για την αυτόματη προσάρτηση απομακρυσμένων συστημάτων αρχείων. Δεν απαιτείται εδώ κάποια ιδιαίτερη ρύθμιση.
Αμέσως μετά βρίσκεται η επιλογή . Όταν την επιλέξετε θα εμφανιστεί ένα αναδυόμενο μενού για να μπορέσετε να εισάγετε συγκεκριμένες παραμέτρους (flags) για την υπηρεσία AMD. Το μενού περιέχει ήδη ένα σύνολο από προεπιλογές:
Η επιλογή -a θέτει το προεπιλεγμένο σημείο
προσάρτησης (mount point) το οποίο εδώ καθορίζεται ως
/.amd_mnt. Η επιλογή -l
καθορίζει το προεπιλεγμένο αρχείο καταγραφής
log. Ωστόσο όταν χρησιμοποιείται το
syslogd όλες οι εργασίες καταγραφής στέλνονται στον
δαίμονα καταγραφής συστήματος (system log daemon). Ο κατάλογος
/host χρησιμοποιείται για την
προσάρτηση ενός διαμοιρασμένου συστήματος αρχείων από ένα
απομακρυσμένο κόμβο, ενώ ο κατάλογος
/net χρησιμοποιείται για την
προσάρτηση ενός διαμοιρασμένου συστήματος αρχείων από μια IP
διεύθυνση. Το αρχείο /etc/amd.map καθορίζει τις
προεπιλεγμένες επιλογές για τις προσαρτήσεις μέσω του
AMD.
Η επιλογή επιτρέπει ανώνυμες συνδέσεις FTP. Επιλέξτε την για να κάνετε το μηχάνημα ανώνυμο εξυπηρετητή FTP. Θα πρέπει ωστόσο να αντιλαμβάνεστε τις επιπλοκές στην ασφάλεια που προκαλεί η επιλογή αυτή. Θα εμφανιστεί ένα ακόμα μενού για να σας εξηγήσει τις επιπλοκές ασφαλείας καθώς και τις ρυθμίσεις σε βάθος.
Το μενού ρυθμίσεων θα ρυθμίσει το μηχάνημα σας να λειτουργεί ως πύλη όπως εξηγήσαμε προηγουμένως. Από εδώ επίσης μπορείτε να καταργήσετε την επιλογή αν την επιλέξατε κατά λάθος κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εγκατάστασης.
Η επιλογή μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να ρυθμίσει ή να απενεργοποιήσει πλήρως το δαίμονα inetd(8) όπως εξηγήθηκε παραπάνω.
Η επιλογή χρησιμοποιείται για την ρύθμιση του προεπιλεγμένου MTA ή Αντιπροσώπου Μεταφοράς Ταχυδρομείου (Mail Transfer Agent) του συστήματος. Με την επιλογή αυτή θα εμφανιστεί το παρακάτω μενού:
Στο σημείο αυτό σας δίνεται η δυνατότητα να επιλέξετε ποιο MTA να εγκαταστήσετε και να ρυθμίσετε ως προεπιλεγμένο Το MTA δεν είναι τίποτα περισσότερο από τον διακομιστή ταχυδρομείου ο οποίος παραδίδει τα μηνύματα στους χρήστες του συστήματος ή το Internet.
Αν επιλέξετε θα εγκαταστήσετε την δημοφιλή εφαρμογή διακομιστή sendmail η οποία είναι και η προεπιλεγμένη για το FreeBSD. Με την επιλογή θα ρυθμίσετε το sendmail να είναι το προεπιλεγμένο MTA, αλλά θα απενεργοποιηθεί η ικανότητα του να λαμβάνει email από το Internet. Οι άλλες επιλογές εδώ, και δρουν παρόμοια με το . Και οι δύο διανέμουν email. Ωστόσο κάποιοι χρήστες προτιμούν αυτές τις εναλλακτικές λύσεις MTA από το sendmail.
Μετά την επιλογή ενός MTA, ή αν αποφασίσετε να μην επιλέξετε ένα MTA, θα εμφανιστεί το μενού ρύθμισης δικτύου, με την επόμενη επιλογή που είναι .
Η επιλογή θα ρυθμίσει το σύστημα σας να επικοινωνεί με ένα εξυπηρετητή μέσω NFS. Ένας εξυπηρετητής NFS καθιστά συστήματα αρχείων διαθέσιμα προς άλλα μηχανήματα μέσω του δικτύου, χρησιμοποιώντας το πρωτόκολλο NFS. Αν το μηχάνημα σας δεν διαθέτει σύνδεση τοπικού δικτύου, μπορείτε να αφήσετε την λειτουργία αυτή αποεπιλεγμένη. Το σύστημα μπορεί να χρειαστεί περισσότερες ρυθμίσεις αργότερα. Δείτε στο Τμήμα 30.3, “Network File System (NFS)” για περισσότερες πληροφορίες ρύθμισης του πελάτη και του διακομιστή.
Κάτω από την επιλογή αυτή υπάρχει η αντίστοιχη η οποία επιτρέπει να ρυθμίσετε το σύστημα σας ως εξυπηρετητή NFS. Προστίθενται με τον τρόπο αυτό οι απαραίτητες πληροφορίες για την εκκίνηση της υπηρεσίας RPC (remote procedure call). Το RPC χρησιμοποιείται για τον συντονισμό των συνδέσεων μεταξύ των κόμβων και των προγραμμάτων.
Στην επόμενη γραμμή βρίσκεται η επιλογή η οποία χειρίζεται τον συγχρονισμό ώρας. Όταν επιλεχθεί, εμφανίζεται ένα μενού όπως το παρακάτω:
Από το μενού αυτό, επιλέξτε τον διακομιστή που είναι πλησιέστερος στην τοποθεσία σας. Επιλέγοντας τον πλησιέστερο, ο συγχρονισμός της ώρας θα είναι πιο ακριβής, καθώς ένας απομακρυσμένος διακομιστής θα έχει ενδεχομένως μεγαλύτερη καθυστέρηση στη σύνδεση.
Η επόμενη επιλογή είναι το PCNFSD. Με αυτήν θα
εγκατασταθεί το πακέτο net/pcnfsd
από τη συλλογή Ports. Πρόκειται για ένα χρήσιμο βοηθητικό πρόγραμμα
το οποίο παρέχει υπηρεσίες πιστοποίησης (authentication) για το
NFS για συστήματα που δεν έχουν δυνατότητα να
παρέχουν τις δικές τους, όπως το λειτουργικό σύστημα MS-DOS® της
Microsoft.
Τώρα θα πρέπει να μετακινηθείτε προς τα κάτω για να δείτε τις άλλες επιλογές:
Τα προγράμματα rpcbind(8), rpc.statd(8), και
rpc.lockd(8) χρησιμοποιούνται όλα για Remote Procedure
Calls (RPC).
Το πρόγραμμα rpcbind κατευθύνει την επικοινωνία
μεταξύ εξυπηρετητών και πελατών NFS και απαιτείται
για τη σωστή λειτουργία των εξυπηρετητών NFS.
Ο δαίμονας rpc.statd αλληλεπιδρά με το
δαίμονα rpc.statd άλλων μηχανημάτων για να
παρέχει πληροφορίες κατάστασης. Η κατάσταση που λαμβάνεται, συνήθως
φυλάσσεται στο αρχείο /var/db/statd.status. Η
επόμενη επιλογή που εμφανίζεται είναι το
, το οποίο αν επιλεχθεί θα παρέχει
υπηρεσίες κλειδώματος αρχείων (file locking). Συνήθως χρησιμοποιείται
μαζί με το rpc.statd για να παρακολουθεί
ποια μηχανήματα ζητούν κλειδώματα και πόσο συχνά τα απαιτούν. Αν και
οι δυο τελευταίες επιλογές είναι θαυμάσιες για εκσφαλμάτωση και
αντιμετώπιση προβλημάτων, δεν απαιτούνται για τη σωστή λειτουργία
των διακομιστών και πελατών NFS.
Καθώς προχωράμε τη λίστα προς τα κάτω, η επόμενη επιλογή είναι το
, που είναι ο δαίμονας δρομολόγησης.
Το πρόγραμμα routed(8) διαχειρίζεται τους πίνακες δρομολόγησης
του δικτύου, ανακαλύπτει δρομολογητές multicast και παρέχει, κατόπιν
απαίτησης, αντίγραφα του πίνακα δρομολόγησης σε κάθε συνδεμένο στο
δίκτυο κόμβο. Η χρήση του προορίζεται κυρίως για μηχανήματα τα οποία
δρουν ως πύλη (gateway) σε ένα τοπικό δίκτυο. Όταν το επιλέξετε, θα
εμφανιστεί ένα μενού το οποίο θα σας ζητήσει την προεπιλεγμένη
τοποθεσία για το πρόγραμμα. Είναι ήδη καθορισμένη για σας, και
μπορείτε να την επιλέξετε πιέζοντας το πλήκτρο
Enter. Θα εμφανιστεί τότε ακόμα ένα μενού, που θα
σας ζητά αυτή τη φορά τυχόν επιπλέον ρυθμίσεις (flags) που θέλετε να
περάσετε στην εφαρμογή routed. Η
προεπιλογή είναι το -q και πρέπει ήδη να φαίνεται
στην οθόνη σας.
Στην επόμενη γραμμή βρίσκεται η επιλογή
η οποία, όταν επιλεχθεί, θα ξεκινήσει
τον δαίμονα rwhod(8) κατά την εκκίνηση του συστήματος. Η εντολή
rwhod εκπέμπει περιοδικά μηνύματα του συστήματος
στο δίκτυο, ή και τα συλλέγει όταν είναι σε κατάσταση
“καταναλωτή (consumer)”. Μπορείτε να βρείτε περισσότερες
πληροφορίες στις σελίδες βοήθειας ruptime(1) και
rwho(1).
Η προτελευταία επιλογή στη λίστα είναι για το δαίμονα sshd(8). Πρόκειται για τον εξυπηρετητή secure shell ή OpenSSH ο οποίος συνίσταται ιδιαίτερα σε σχέση με τους στάνταρ εξυπηρετητές telnet και FTP. Ο εξυπηρετητής sshd χρησιμοποιείται για την δημιουργία ασφαλής σύνδεσης μεταξύ δύο μηχανημάτων, με τη χρήση κρυπτογραφημένων συνδέσεων.
Τέλος, υπάρχει η επιλογή . Αυτή επιτρέπει την χρήση των Επεκτάσεων TCP που ορίζονται στα RFC 1323 και RFC 1644. Αν και σε πολλά μηχανήματα, η χρήση τους μπορεί να επιταχύνει τις συνδέσεις, μπορεί επίσης να προκαλέσει και την κατάρρευση κάποιων από αυτές. Δεν συνίσταται για εξυπηρετητές, μπορεί όμως να είναι χρήσιμη σε ανεξάρτητα μηχανήματα.
Τώρα που έχετε ρυθμίσει τις δικτυακές υπηρεσίες, μπορείτε να μετακινηθείτε στο πρώτο στοιχείο της λίστας, το και να συνεχίσετε με το επόμενο τμήμα ρυθμίσεων.
Αν όλα πήγαν καλά, θα δείτε μηνύματα να κυλούν στην οθόνη σας μέχρι να φτάσετε στην προτροπή εισόδου (login prompt). Μπορείτε να δείτε το περιεχόμενο των μηνυμάτων με την πίεση του πλήκτρου Scroll-Lock και χρησιμοποιώντας τα πλήκτρα PgUp και PgDn. Πιέζοντας ξανά το Scroll-Lock θα επανέλθετε στην προτροπή.
Μπορεί να μην καταφέρετε να δείτε όλα τα μηνύματα (λόγω
περιορισμού της προσωρινής μνήμης buffer) αλλά μπορείτε να τα δείτε
μετά την είσοδο σας, με τη χρήση της εντολής
dmesg στη γραμμή εντολών.
Κάντε login με τη χρήση του ονόματος χρήστη και κωδικού που
δημιουργήσατε κατά την εγκατάσταση (στο παράδειγμα μας,
rpratt). Αποφεύγετε να εισέρχεστε ως
root αν δεν είναι απαραίτητο.
Τυπικά μηνύματα εκκίνησης (έχουν παραλειφθεί οι πληροφορίες έκδοσης):
Η δημιουργία των κλειδιών RSA και DSA μπορεί να πάρει κάποιο χρόνο σε αργά μηχανήματα. Αυτό συμβαίνει μόνο στην πρώτη εκκίνηση ενός νέου συστήματος. Οι επόμενες εκκινήσεις θα είναι πιο γρήγορες.
Αν έχετε ρυθμίσει τον X server και έχετε επιλέξει
γραφικό περιβάλλον εργασίας, μπορείτε να το ξεκινήσετε δίνοντας την
εντολή startx στην γραμμή εντολών.
Είναι πολύ σημαντικό να τερματίζετε σωστά το λειτουργικό σύστημα.
Μην σβήνετε απλώς τον υπολογιστή από το διακόπτη ρεύματος. Πρώτα από
όλα, γίνετε υπερχρήστης (superuser) χρησιμοποιώντας την εντολή
su στη γραμμή εντολών και δίνοντας τον κωδικό του
root. Αυτό μπορεί να γίνει μόνο αν ο χρήστης
ανήκει στην ομάδα wheel. Διαφορετικά, κάντε
κανονικά login σαν root και χρησιμοποιήστε την
εντολή shutdown -h now.
Είναι ασφαλές να διακόψετε την τροφοδοσία αφού δώσετε την εντολή shutdown και δείτε το μήνυμα “Please press any key to reboot”. Αν πιέσετε οποιοδήποτε πλήκτρο αντί να διακόψετε την τροφοδοσία, το σύστημα θα επανεκκινήσει.
Μπορείτε επίσης να χρησιμοποιήσετε το συνδυασμό πλήκτρων Ctrl+Alt+Del για να επανεκκινήσετε το σύστημα, ωστόσο αυτό δεν συνίσταται κατά τη διάρκεια της κανονικής λειτουργίας.
Το επόμενο τμήμα καλύπτει βασική αντιμετώπιση προβλημάτων κατά την εγκατάσταση, με βάση συνηθισμένα προβλήματα που έχουν αναφερθεί από χρήστες. Υπάρχουν επίσης μερικές ερωτήσεις και απαντήσεις για όσους ενδιαφέρονται να δημιουργήσουν σύστημα dual-boot του FreeBSD με το MS-DOS®.
Λόγω των διάφορων περιορισμών της αρχιτεκτονικής του PC, δεν είναι δυνατόν η ανίχνευση συσκευών να είναι 100% αξιόπιστη, ωστόσο υπάρχουν κάποια πράγματα που μπορείτε να κάνετε αν αποτύχει.
Ελέγξτε το έγγραφο Σημειώσεων Υλικού (Hardware Notes) για την έκδοση του FreeBSD που έχετε, για να σιγουρευτείτε ότι το υλικό σας υποστηρίζεται.
Αν το υλικό σας υποστηρίζεται, αλλά πάλι αντιμετωπίζετε
κολλήματα ή άλλα προβλήματα, θα χρειαστεί να δημιουργήσετε εξειδικευμένο πυρήνα. Θα μπορέσετε με
τον τρόπο αυτό να προσθέσετε υποστήριξη για συσκευές που δεν υπάρχουν
στο πυρήνα GENERIC. Ο πυρήνας στις δισκέτες
εκκίνησης είναι ρυθμισμένος υποθέτοντας ότι οι περισσότερες
συσκευές υλικού είναι στις εργοστασιακές τους ρυθμίσεις, όσο αφορά τα
IRQs, τις διευθύνσεις IO και τα DMA κανάλια. Αν έχετε αλλάξει τις
ρυθμίσεις αυτές στο σύστημα σας, θα χρειαστεί κατά πάσα πιθανότητα, να
αλλάξετε το αρχείο ρυθμίσεων και να μεταγλωττίσετε ξανά τον πυρήνα
για να οδηγήσετε το FreeBSD να τις βρει.
Είναι επίσης πιθανόν η ανίχνευση για μια συσκευή που δεν υπάρχει, να οδηγήσει σε αποτυχία μια μεταγενέστερη ανίχνευση για μια άλλη συσκευή. Στην περίπτωση αυτή, θα πρέπει να απενεργοποιηθεί η ανίχνευση για την συσκευή που δημιουργεί το πρόβλημα.
Κάποια προβλήματα εγκατάστασης μπορεί να αποφευχθούν ή να εξαλειφθούν αν ανανεώσετε το firmware σε διάφορες συσκευές υλικού, και κατά κύριο λόγο της μητρικής. Το firmware της μητρικής αναφέρεται επίσης ως BIOS και οι περισσότεροι κατασκευαστές μητρικών ή υπολογιστών διαθέτουν δικτυακό τόπο στον οποίο μπορείτε να βρείτε πληροφορίες για αναβαθμίσεις ή ανανεώσεις.
Οι περισσότεροι κατασκευαστές δεν συνιστούν την αναβάθμιση του BIOS της μητρικής αν δε συντρέχει σοβαρός λόγος, καθώς η αναβάθμιση μπορεί να είναι μια κρίσιμη διαδικασία. Η διαδικασία αναβάθμισης μπορεί να πάει στραβά, και να προκληθεί μόνιμη ζημιά στο κύκλωμα του BIOS.
Τη δεδομένη στιγμή, το FreeBSD δεν υποστηρίζει συστήματα αρχείων που είναι συμπιεσμένα με την εφαρμογή Double Space™. Για το λόγο αυτό θα πρέπει να τα αποσυμπιέσετε ώστε το FreeBSD να έχει πρόσβαση στα δεδομένα. Αυτό μπορεί να γίνει εκτελώντας την εφαρμογή Compression Agent που βρίσκεται στο μενού > > .
Το FreeBSD μπορεί να υποστηρίξει συστήματα αρχείων τύπου MS-DOS®
(ορισμένες φορές αναφέρονται και ως FAT). Η εντολή
mount_msdosfs(8) μπορεί να προσαρτήσει αυτά τα συστήματα αρχείων
σε κάποιο ήδη υπάρχον κατάλογο, επιτρέποντας έτσι την πρόσβαση στα
περιεχόμενα τους. Δεν συνηθίζεται να γίνεται άμεσα κλήση του
προγράμματος mount_msdosfs(8). Συνήθως, καλείται από το σύστημα
μέσω μιας γραμμής στο αρχείο /etc/fstab ή με
κλήση του βοηθητικού προγράμματος mount(8) με τις απαραίτητες
παραμέτρους. Μια τυπική ρύθμιση στο αρχείο
/etc/fstab είναι η παρακάτω:
Για να δουλέψει το παραπάνω, ο κατάλογος
/dos θα πρέπει να υπάρχει ήδη. Για λεπτομέρειες
σχετικά με τη μορφή των καταχωρήσεων στο αρχείο
/etc/fstab, δείτε τη σελίδα manual
fstab(5).
Παρακάτω φαίνεται μια τυπική κλήση στην mount(8) για την προσάρτηση ενός συστήματος αρχείων MS-DOS®:
# mount -t msdosfs /dev/ad0s1 /mntΣτο παράδειγμα αυτό, το σύστημα αρχείων του MS-DOS® είναι στην
πρώτη κατάτμηση του σκληρού δίσκου. Η δική σας περίπτωση μπορεί να
είναι διαφορετική, ελέγξτε το αποτέλεσμα των εντολών
dmesg και mount. Οι πληροφορίες
από αυτές τις εντολές πρέπει να είναι αρκετές για να πάρετε μια ιδέα
της διάταξης των κατατμήσεων.
Το FreeBSD ίσως να αριθμήσει τα slices του δίσκου (που στο MS-DOS® καλούνται κατατμήσεις) διαφορετικά από άλλα λειτουργικά συστήματα. Ειδικότερα, τα εκτεταμένα (extended) διαμερίσματα MS-DOS® παίρνουν συνήθως μεγαλύτερη αρίθμηση από τα πρωτεύοντα διαμερίσματα του MS-DOS®. Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε το βοηθητικό πρόγραμμα fdisk(8) για να αναγνωρίσετε ποιες κατατμήσεις ανήκουν στο FreeBSD, και ποιες σε άλλα λειτουργικά συστήματα.
Μπορείτε επίσης να προσαρτήσετε NTFS κατατμήσεις με παρόμοιο τρόπο, με τη χρήση της εντολής mount_ntfs(8).
2.11.3.1. | Το σύστημα μου κρεμάει κατά την αναγνώριση υλικού στη διάρκεια της εκκίνησης ή συμπεριφέρεται περίεργα κατά τη διάρκεια της εγκατάστασης ή δεν ανιχνεύεται η μονάδα δισκέτας. |
Στο FreeBSD γίνεται εκτεταμένη χρήση του
ACPI (εφόσον ανιχνευθεί στην εκκίνηση) στις πλατφόρμες i386,
amd64 και ia64 για διευκόλυνσης της ρύθμισης υλικού. Δυστυχώς
υπάρχουν ακόμα κάποια προβλήματα τόσο στο πρόγραμμα οδήγησης
του ACPI όσο και στα BIOS και τις μητρικές. Μπορείτε να
απενεργοποιήσετε το ACPI, με την ρύθμιση
set hint.acpi.0.disabled="1"Η ρύθμιση αυτή χάνεται σε κάθε επανεκκίνηση, και έτσι είναι
απαραίτητο να προσθέσετε
| |
2.11.3.2. | Κατάφερα να ξεκινήσω από το σκληρό δίσκο για πρώτη φορά μετά την εγκατάσταση του FreeBSD, ο πυρήνας φορτώνει και ανιχνεύει το υλικό μου, αλλά σταματάει με μηνύματα όπως: changing root device to ad1s1a panic: cannot mount root Τι είναι λάθος; Τι μπορώ να κάνω; Τι είναι το μήνυμα
|
Υπάρχει από παλιά ένα πρόβλημα όταν ο σκληρός δίσκος από τον οποίο γίνεται η εκκίνηση δεν είναι ο πρώτος δίσκος του συστήματος. Το BIOS χρησιμοποιεί διαφορετικό σύστημα αρίθμησης από το FreeBSD και η εύρεση του σωστού αριθμού για κάθε συσκευή είναι δύσκολη. Στην περίπτωση που ο δίσκος εκκίνησης δεν είναι ο πρώτος δίσκος του συστήματος, το FreeBSD μπορεί να χρειαστεί κάποια βοήθεια για να τον βρει. Υπάρχουν δύο συνηθισμένες περιπτώσεις, αλλά και στις δύο πρέπει να πείτε στο FreeBSD που θα βρει το ριζικό (root) σύστημα αρχείων. Αυτό γίνεται ορίζοντας τον αριθμό του δίσκου σύμφωνα με το BIOS, τον τύπο του δίσκου, και τον αριθμό του δίσκου στο FreeBSD ανάλογα με τον τύπο του. Η πρώτη περίπτωση είναι αν έχετε δύο δίσκους IDE, καθένας
ορισμένος ως master στο αντίστοιχο IDE κανάλι, και θέλετε να
ξεκινήσετε το FreeBSD από το δεύτερο δίσκο. Το BIOS τους βλέπει ως
δίσκους 0 και 1, ενώ το FreeBSD τους βλέπει ως
Το FreeBSD βρίσκεται στο δίσκο 1 του BIOS, τύπου
1:ad(2,a)kernelΣημειώστε ότι αν έχετε δίσκο slave στο πρωτεύον κανάλι, το παραπάνω δεν είναι απαραίτητο (και είναι ουσιαστικά λάθος). Η δεύτερη περίπτωση περιλαμβάνει την εκκίνηση από δίσκο
SCSI, όταν έχετε επίσης ένα ή περισσότερους IDE δίσκους στο
σύστημα. Στην περίπτωση αυτή ο αριθμός του δίσκου στο FreeBSD
είναι χαμηλότερος από τον αντίστοιχο του BIOS. Αν έχετε δύο
δίσκους IDE και το SCSI δίσκο, ο SCSI δίσκος φαίνεται στο BIOS
ως δίσκος 2, τύπου 2:da(0,a)kernelΓια να πείτε στο FreeBSD ότι θέλετε να εκκινήσετε από τον
δίσκο 2 του BIOS που είναι ο πρώτος SCSI δίσκος του συστήματος.
Αν είχατε ένα μόνο IDE δίσκο, θα χρησιμοποιούσατε το
Μόλις βρείτε τις σωστές τιμές, μπορείτε να βάλετε την
εντολή, ακριβώς όπως θα τη γράφατε, στο αρχείο
| |
2.11.3.3. | Ξεκίνησα από το σκληρό δίσκο για πρώτη φορά μετά την
εγκατάσταση του FreeBSD, αλλά ο Διαχειριστής Εκκίνησης (Boot
Manager) τυπώνει απλώς |
Δεν ρυθμίσατε σωστά τη γεωμετρία του σκληρού δίσκου στον επεξεργαστή κατατμήσεων όταν εγκαταστήσατε το FreeBSD. Πηγαίνετε ξανά στον επεξεργαστή κατατμήσεων και ορίστε τη σωστή γεωμετρία του σκληρού σας δίσκου. Πρέπει να επανεγκαταστήσετε το FreeBSD από την αρχή, με τη σωστή γεωμετρία. Αν δεν μπορείτε να βρείτε με κανένα τρόπο τη σωστή γεωμετρία για το μηχάνημα σας, δοκιμάστε τον ακόλουθο τρόπο: Δημιουργήστε μια μικρή κατάτμηση MS-DOS® στην αρχή του δίσκου, και εγκαταστήστε το FreeBSD μετά από αυτό. Το πρόγραμμα εγκατάστασης θα δει την κατάτμηση του MS-DOS® και θα προσπαθήσει να ανιχνεύσει από αυτήν την σωστή γεωμετρία, κάτι το οποίο συνήθως πετυχαίνει. Δεν σας συνιστούμε να ακολουθήσετε το παρακάτω, αλλά το αφήσαμε εδώ απλώς ως αναφορά:
| |
2.11.3.4. | Το σύστημα ανιχνεύει την κάρτα δικτύου μου ed(4), αλλά παίρνω συνέχεια μηνύματα λάθους (device timeout). |
Η κάρτα σας είναι πιθανώς σε διαφορετικό IRQ από αυτό που
έχει ορισθεί στο αρχείο Είτε μετακινήστε το βραχυκυκλωτήρα (jumper) πάνω στην κάρτα
ώστε να δώσετε χειροκίνητες (hard) ρυθμίσεις (αλλάζοντας και
τις ρυθμίσεις του πυρήνα αν αυτό είναι απαραίτητο), ή αλλάξτε
το IRQ στην τιμή Μια άλλη πιθανότητα είναι η κάρτα σας να χρησιμοποιεί το IRQ 9 το οποίο είναι κοινό με το IRQ 2 και αποτελεί συχνά πηγή προβλημάτων (ειδικά αν έχετε κάρτα γραφικών που χρησιμοποιεί το IRQ 2!). Προσπαθήστε, αν είναι δυνατόν, να αποφύγετε εντελώς τη χρήση των IRQ 2 ή 9. | |
2.11.3.5. | Όταν χρησιμοποιείται το sysinstall σε ένα τερματικό X11, η κίτρινη γραμματοσειρά πάνω στο ανοιχτό γκρι φόντο είναι δυσανάγνωστη. Υπάρχει τρόπος να βελτιωθεί η αντίθεση σε αυτή την εφαρμογή; |
Αν έχετε ήδη εγκατεστημένο το X11, και τα προεπιλεγμένα
χρώματα του sysinstall κάνουν το
κείμενο δυσανάγνωστο στο xterm(1) ή το rxvt(1),
προσθέστε το παρακάτω στο |
Το τμήμα αυτό περιγράφει πως να εγκαταστήσετε το FreeBSD σε ιδιαίτερα μηχανήματα ή / και με μη συνηθισμένους τρόπους.
Το είδος αυτό της εγκατάστασης ονομάζεται “headless install (ακέφαλη εγκατάσταση)”, επειδή το μηχάνημα στο οποίο εγκαθίσταται το FreeBSD είτε δεν έχει συνδεμένη οθόνη, είτε δεν έχει καν έξοδο VGA. Αν αναρωτιέστε πως είναι πιθανό κάτι τέτοιο, γίνεται με την χρήση σειριακής κονσόλας. Η σειριακή κονσόλα βασικά χρησιμοποιεί ένα άλλο μηχάνημα το οποίο δρα ως κύρια οθόνη και πληκτρολόγιο για το σύστημα. Για το σκοπό αυτό, απλώς ακολουθήστε τα βήματα για την δημιουργία μιας USB μνήμης flash, όπως εξηγείται στο Τμήμα 2.3.7, “Ετοιμάστε τα Μέσα Εκκίνησης” ή κατεβάστε το σωστό αρχείο ISO για την εγκατάσταση (δείτε το Τμήμα 2.13.1, “Δημιουργώντας ένα CD-ROM Εγκατάστασης”).
Έπειτα, για να μετατρέψετε το μέσο εγκατάστασης ώστε να ξεκινά σε σε σειριακή κονσόλα, ακολουθήστε τα επόμενα βήματα (αν πρόκειται να χρησιμοποιήσετε CDROM, μπορείτε να παραλείψετε το πρώτο βήμα):
Δημιουργία USB Μνήμης Flash για Σειριακή Κονσόλα
Αν επρόκειτο να εκκινήσετε από το USB flash που μόλις φτιάξατε, το FreeBSD θα ξεκίναγε στην κανονική κατάσταση εγκατάστασης. Θέλουμε το FreeBSD να ξεκινήσει σε σειριακή κονσόλα για την εγκατάσταση μας. Για να το κάνετε αυτό, θα πρέπει να προσαρτήσετε το USB flash στο FreeBSD σύστημα σας, χρησιμοποιώντας την εντολή mount(8).
# mount /dev/da0a /mntΠροσαρμόστε κατάλληλα το όνομα της συσκευής και το σημείο προσάρτησης, ανάλογα με το σύστημα σας.
Τώρα που έχετε προσαρτήσει τη μνήμη USB, θα πρέπει να τη
ρυθμίσετε ώστε να εκκινεί στη σειριακή κονσόλα. Θα πρέπει να
προσθέσετε μια γραμμή στο αρχείο loader.conf
που περιέχεται στο σύστημα αρχείων της USB μνήμης, ώστε να
ορίσετε τη σειριακή κονσόλα ως κονσόλα συστήματος:
# echo 'console="comconsole"' >> /mnt/boot/loader.confΤώρα που έχετε ρυθμίσει σωστά τη μνήμη USB, πρέπει να την αποπροσαρτήσετε, χρησιμοποιώντας την εντολή umount(8):
# umount /mntΜπορείτε τώρα να αφαιρέσετε τη μνήμη USB. Συνεχίστε με τις παρακάτω οδηγίες, ξεκινώντας από το τρίτο βήμα.
Ενεργοποίηση της Σειριακής Κονσόλας μέσω του CD Εγκατάστασης
Αν επρόκειτο να εκκινήσετε από το CD που δημιουργήσατε από το ISO αρχείο που κατεβάσατε (δείτε το Τμήμα 2.13.1, “Δημιουργώντας ένα CD-ROM Εγκατάστασης”), το FreeBSD θα ξεκινούσε κανονικά και θα χρησιμοποιούσε τη συνήθη μέθοδο εγκατάστασης. Θέλουμε ωστόσο να ξεκινήσουμε σε κατάσταση σειριακής κονσόλας για την εγκατάσταση. Για να γίνει αυτό, θα πρέπει να εξάγουμε τα αρχεία που περιέχει το ISO, να αλλάξουμε κάποια από αυτά και να το αναδημιουργήσουμε πριν το γράψουμε σε κανονικό CD.
Στο FreeBSD σύστημα που έχετε αποθηκεύσει το αρχικό ISO, π.χ.
FreeBSD-
χρησιμοποιήστε την εντολή tar(1) για να κάνετε εξαγωγή των
αρχείων που περιέχει:9.1-RELEASE-i386-disc1.iso
# mkdir /path/to/headless-iso
# tar -C /path/to/headless-iso -pxvf FreeBSD-9.1-RELEASE-i386-disc1.isoΘα πρέπει τώρα να αλλάξουμε το μέσο εγκατάστασης ώστε να
ξεκινάει σε σειριακή κονσόλα. Θα πρέπει να προσθέσετε μια
γραμμή στο αρχείο loader.conf που
ανακτήσατε από το αρχείο ISO, ώστε να ενεργοποιήσετε την
σειριακή κονσόλα ως κονσόλα συστήματος:
# echo 'console="comconsole"' >> /path/to/headless-iso/boot/loader.confΜπορούμε έπειτα να δημιουργήσουμε ένα νέο αρχείο ISO που
να περιλαμβάνει τις τροποποιήσεις μας. Για το σκοπό αυτό θα
χρησιμοποιήσουμε το εργαλείο mkisofs(8) το οποίο
περιλαμβάνεται στο port sysutils/cdrtools:
# mkisofs -v -b boot/cdboot -no-emul-boot -r -J -V "Headless_install" \
-o Headless-FreeBSD-9.1-RELEASE-i386-disc1.iso /path/to/headless-isoΜπορείτε τώρα να γράψετε το νέο αρχείο ISO σε CD, χρησιμοποιώντας την εφαρμογή εγγραφής που προτιμάτε.
Συνδέοντας Καλώδιο Τύπου Null-modem
Χρειάζεται τώρα να συνδέσετε ένα καλώδιο τύπου null-modem μεταξύ των δύο μηχανημάτων. Απλώς συνδέστε το καλώδιο στις σειριακές πόρτες των δύο μηχανημάτων. Δεν πρόκειται να δουλέψει κανονικό σειριακό καλώδιο, χρειάζεται καλώδιο τύπου null modem, όπου κάποια από τα ζεύγη καλωδίων διασταυρώνονται εσωτερικά.
Εκκίνηση για την Εγκατάσταση
Έχει έρθει η ώρα να προχωρήσουμε στην εγκατάσταση. Συνδέστε τη USB μνήμη flash στο μηχάνημα που θέλετε να εγκαταστήσετε χωρίς οθόνη και πληκτρολόγιο και ενεργοποιήστε το. Αν πρόκειται να χρησιμοποιήσετε το CD που ετοιμάσατε, ενεργοποιήστε το μηχάνημα και τοποθετήστε το CD στον οδηγό CDROM.
Συνδεθείτε με το Headless Μηχάνημα
Θα πρέπει τώρα να συνδεθείτε με το μηχάνημα σας, χρησιμοποιώντας την cu(1):
# cu -l /dev/cuau0Στο FreeBSD 7.X χρησιμοποιήστε
την παρακάτω εντολή:
# cu -l /dev/cuad0Αυτό είναι! Μπορείτε τώρα να ελέγξετε το headless μηχάνημα μέσω
της σύνδεσης cu. Μετά τη φόρτωση του πυρήνα,
θα σας ζητηθεί να επιλέξετε το είδος του τερματικού που θα
χρησιμοποιηθεί. Επιλέξτε την έγχρωμη κονσόλα (FreeBSD color console)
και συνεχίστε με την εγκατάσταση σας.
Για να αποφύγουμε την επανάληψη, λέγοντας “FreeBSD CD-ROM” στο τμήμα αυτό, εννοούμε ένα CD-ROM ή DVD του FreeBSD που έχετε αγοράσει ή δημιουργήσει μόνος σας.
Υπάρχουν κάποιες περιπτώσεις στις οποίες χρειάζεται να δημιουργήσετε τα δικά σας μέσα ή πηγές εγκατάστασης του FreeBSD. Μπορεί να είναι φυσικά μέσα, όπως για παράδειγμα μια ταινία, ή πηγές που μπορεί να χρησιμοποιήσει το sysinstall για να ανακτήσει τα αρχεία, όπως π.χ. μια τοπική τοποθεσία FTP, ή μια κατάτμηση MS-DOS®
Για παράδειγμα:
Έχετε πολλά μηχανήματα συνδεμένα στο τοπικό σας δίκτυο, και ένα μόνο CD-ROM του FreeBSD. Θέλετε να δημιουργήσετε μια τοπική τοποθεσία FTP χρησιμοποιώντας τα περιεχόμενα του FreeBSD CD-ROM, και έπειτα να ρυθμίσετε τα μηχανήματα σας να χρησιμοποιούν αυτό το FTP site αντί για να συνδέονται στο Internet.
Έχετε ένα CD-ROM του FreeBSD αλλά το FreeBSD δεν αναγνωρίζει το οδηγό σας CD/DVD, ενώ το MS-DOS® / Windows® το αναγνωρίζει. Θέλετε να αντιγράψετε τα αρχεία του FreeBSD σε μια κατάτμηση MS-DOS® στο ίδιο μηχάνημα και να εγκαταστήσετε το FreeBSD χρησιμοποιώντας αυτά τα αρχεία.
Ο υπολογιστής που θέλετε να εγκαταστήσετε δεν έχει οδηγό CD/DVD ή κάρτα δικτύου, αλλά μπορείτε να συνδέσετε ένα σειριακό ή παράλληλο καλώδιο τύπου “Laplink” προς ένα υπολογιστή που διαθέτει.
Θέλετε να δημιουργήσετε μια ταινία, που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την εγκατάσταση του FreeBSD.
Ως τμήμα κάθε έκδοσης, το FreeBSD project δημιουργεί δύο εικόνες CD-ROM (“ISO image”). Οι εικόνες αυτές μπορούν να γραφούν σε CD αν έχετε εγγραφέα CD-ROM, και ακολούθως να χρησιμοποιηθούν για την εγκατάσταση του FreeBSD. Αν έχετε εγγραφέα CD-ROM και γρήγορη σύνδεση στο Internet, αυτός είναι ο ευκολότερος τρόπος να εγκαταστήσετε το FreeBSD.
Κατεβάστε τα Σωστά ISO Images
Μπορείτε να κατεβάσετε τα ISO images για κάθε έκδοση από την
τοποθεσία
ftp://ftp.FreeBSD.org/pub/FreeBSD/ISO-IMAGES-
ή το πλησιέστερο σε σας mirror.
Υποκαταστήστε το arch/versionarch και
version όπως απαιτείται.
Ο κατάλογος θα περιέχει φυσιολογικά τα ακόλουθα images:
X και 8.X| Όνομα Αρχείου | Περιεχόμενα |
|---|---|
FreeBSD- | Αυτό το αρχείο ISO σας επιτρέπει να εκκινήσετε την εγκατάσταση μέσω CDROM, αλλά δεν περιέχει τη δυνατότητα να εγκαταστήσετε το FreeBSD μόνο μέσω του CD. Θα πρέπει να κάνετε εγκατάσταση μέσω δικτύου (π.χ. μέσω ενός εξυπηρετητή FTP) μετά την εκκίνηση από το CD. |
FreeBSD- | Αυτό το αρχείο ISO, μεγέθους DVD, περιέχει όλα τα απαιτούμενα αρχεία για την εγκατάσταση ενός βασικού συστήματος FreeBSD, καθώς και μια συλλογή από έτοιμα πακέτα και τεκμηρίωση. Υποστηρίζει επίσης εκκίνηση σε κατάσταση “livefs” η οποία είναι χρήσιμη σε περίπτωση που θέλετε να διορθώσετε προβλήματα κάποιας υπάρχουσας εγκατάστασης. |
FreeBSD- | Μπορείτε να γράψετε αυτή την εικόνα σε μια USB μνήμη
flash και να τη χρησιμοποιήσετε για να εγκαταστήσετε
FreeBSD σε μηχανήματα που υποστηρίζουν εκκίνηση από οδηγούς
USB. Υποστηρίζεται επίσης εκκίνηση σε κατάσταση
“livefs”. Περιέχει τα πακέτα της
τεκμηρίωσης, αλλά δεν περιέχει άλλα πακέτα προς
εγκατάσταση. Το αρχείο αυτό δεν διατίθεται για
FreeBSD 7.X. |
FreeBSD- | Το ISO αυτό περιέχει το βασικό σύστημα του FreeBSD και τα πακέτα της τεκμηρίωσης. Δεν περιέχει άλλα πακέτα προς εγκατάσταση. |
FreeBSD- | Αυτό το ISO περιέχει όσο πακέτα εφαρμογών μπορούν
να χωρέσουν στο διαθέσιμο χώρο του. Δεν διατίθεται για
FreeBSD 8.X. |
FreeBSD- | Ακόμα ένα ISO το οποίο περιέχει όσα πακέτα μπορούν να χωρέσουν στο διαθέσιμο χώρο του. Δεν διατίθεται για FreeBSD 8.0 και μεταγενέστερες εκδόσεις. |
FreeBSD- | H τεκμηρίωση του FreeBSD. Αυτό το ISO δεν διατίθεται
για το FreeBSD 8.version. |
FreeBSD- | Αυτό το ISO παρέχει υποστήριξη για εκκίνηση σε κατάσταση “livefs” (για λειτουργίες ανάκτησης) αλλά δεν υποστηρίζει εγκατάσταση του λειτουργικού από αυτό. |
Οι εκδόσεις του κλάδου 7.X
πριν από το FreeBSD 7.3 και οι εκδόσεις του κλάδου
8.Χ πριν από το FreeBSD 8.0
χρησιμοποιούσαν διαφορετική ονοματολογία αρχείων. Το όνομα
του αρχείου ISO σε αυτές τις εκδόσεις δεν ξεκινάει με
FreeBSD-.
Θα πρέπει να κατεβάσετε είτε το
bootonly ISO, είτε το
disc1. Μην κατεβάσετε και τα δύο, καθώς το
disc1 περιέχει τα πάντα που περιέχει και το
bootonly.
Χρησιμοποιήστε το bootonly αν έχετε
φθηνή και γρήγορη πρόσβαση στο Internet. Θα σας επιτρέψει να
εγκαταστήσετε το FreeBSD και μπορείτε έπειτα να εγκαταστήσετε
εφαρμογές τρίτων κατασκευαστών που χρειάζεστε, κατεβάζοντας τις
μέσω του συστήματος πακέτων και ports (δείτε το Κεφάλαιο 5, Εγκατάσταση Εφαρμογών: Πακέτα και Ports).
Χρησιμοποιήστε το dvd1 αν θέλετε να
εγκαταστήσετε μια έκδοση του FreeBSD και θέλετε ταυτόχρονα να έχετε
στο ίδιο DVD και μια σεβαστή συλλογή από πακέτα τρίτου
κατασκευαστή.
Τα πρόσθετα CD-ROM είναι χρήσιμα αλλά όχι απαραίτητα, ειδικά αν έχετε πρόσβαση υψηλής ταχύτητας στο Internet.
Γράψτε τα CD
Πρέπει κατόπιν να γράψετε τις εικόνες (images) των CD σε άδεια CD. Αν το κάνετε αυτό σε άλλο FreeBSD σύστημα, δείτε το Τμήμα 19.6, “Creating and Using Optical Media (CDs)” για περισσότερες πληροφορίες (ειδικότερα, Τμήμα 19.6.3, “burncd” και Τμήμα 19.6.4, “cdrecord”).
Αν πρόκειται να χρησιμοποιήσετε άλλο λειτουργικό για την εργασία αυτή, θα χρειαστεί να χρησιμοποιήσετε τις δυνατότητες που παρέχονται από τα αντίστοιχα προγράμματα εγγραφής CD του λειτουργικού αυτού. Τα images που παρέχονται είναι σε στάνταρ ISO μορφή και υποστηρίζονται απευθείας από πολλές εφαρμογές εγγραφής CD.
Αν ενδιαφέρεστε να δημιουργήσετε μια εξειδικευμένη έκδοση του FreeBSD, δείτε το Release Engineering Article.
Τα CD-ROM του FreeBSD έχουν την ίδια δομή με την τοποθεσία FTP. Για το λόγο αυτό είναι πολύ εύκολο να δημιουργήσετε μια τοπική τοποθεσία FTP που να μπορεί να χρησιμοποιηθεί από άλλα μηχανήματα του δικτύου σας κατά την εγκατάσταση του FreeBSD.
Στο FreeBSD μηχάνημα που θα φιλοξενήσει την FTP τοποθεσία,
βεβαιωθείτε ότι το CD-ROM είναι μέσα στον οδηγό και έχει γίνει
προσάρτηση του στον κατάλογο /cdrom.
# mount /cdromΔημιουργήστε ένα λογαριασμό για ανώνυμο FTP στο
/etc/passwd. Για το σκοπό αυτό,
επεξεργαστείτε το αρχείο
/etc/passwd χρησιμοποιώντας το vipw(8)
και προσθέτοντας την ακόλουθη γραμμή:
Βεβαιωθείτε ότι είναι ενεργοποιημένη η υπηρεσία FTP στο
/etc/inetd.conf.
Οποιοσδήποτε έχει τώρα δικτυακή σύνδεση με το μηχάνημα σας, μπορεί
τώρα να επιλέξει ως μέσο εγκατάστασης το FTP και να γράψει
ftp://
αφού επιλέξει “Other” στο μενού FTP sites κατά την
διάρκεια της εγκατάστασης.your machine
Αν το μέσο εκκίνησης (συνήθως δισκέτες) για τους πελάτες FTP δεν είναι ακριβώς η ίδια έκδοση με αυτή που παρέχεται από το τοπικό FTP, η εφαρμογή sysinstall δεν θα σας επιτρέψει να ολοκληρώσετε την εγκατάσταση. Αν οι εκδόσεις δεν είναι όμοιες και επιθυμείτε να προσπεράσετε αυτό τον περιορισμό, θα πρέπει να πάτε στο μενού και να αλλάξετε το όνομα της διανομής (distribution name) σε .
Η παραπάνω τακτική είναι κατάλληλη για ένα μηχάνημα που είναι στο τοπικό σας δίκτυο και προστατεύεται από firewall. Αν προσφέρετε υπηρεσίες FTP σε άλλα μηχανήματα στο Internet (και όχι στο τοπικό σας δίκτυο) θα εκθέσετε το μηχάνημα σας σε crackers και άλλους ανεπιθύμητους. Αν το κάνετε αυτό, σας συνιστούμε οπωσδήποτε να ακολουθήσετε σωστές τακτικές ασφαλείας.
Αν θα πρέπει να εγκαταστήσετε από δισκέτες (το οποίο σας συνιστούμε να μην κάνετε), είτε λόγω μη υποστηριζόμενου υλικού, είτε απλώς επειδή επιμένετε να κάνετε τα πράγματα με το δύσκολο τρόπο, θα πρέπει πρώτα να προετοιμάσετε κάποιες δισκέτες για την εγκατάσταση.
Κατά ελάχιστο, θα χρειαστείτε τόσες δισκέτες 1.44 MB
όσες χρειάζονται για να κρατήσουν όλα τα αρχεία του
καταλόγου base (base distribution). Αν
προετοιμάζετε τις δισκέτες από το MS-DOS®, θα
πρέπει να τις διαμορφώσετε με την εντολή του
MS-DOS® FORMAT. Αν χρησιμοποιείτε Windows®,
χρησιμοποιήστε τον Explorer για να διαμορφώσετε τις δισκέτες
(δεξί κλικ στον οδηγό A: και επιλέξτε
“Format (Διαμόρφωση)”).
Να μην εμπιστεύεστε τις προδιαμορφωμένες από το εργοστάσιο δισκέτες. Να τις διαμορφώσετε ξανά εσείς για να είστε σίγουρος. Πολλά προβλήματα που έχουν αναφερθεί από χρήστες στο παρελθόν έχουν προκύψει από τη χρήση ακατάλληλα διαμορφωμένων μέσων, και για το λόγο αυτό το τονίζουμε ιδιαίτερα τώρα.
Αν δημιουργείτε τις δισκέτες σε άλλο μηχάνημα FreeBSD η διαμόρφωση
δεν είναι άσχημη ιδέα, αν και δε χρειάζεται να δημιουργήσετε σύστημα
αρχείων MS-DOS® σε κάθε μια. Μπορείτε αντί για αυτό, να
χρησιμοποιήσετε τις εντολές bsdlabel και
newfs για να δημιουργήσετε σύστημα αρχείων UFS
σε αυτές, όπως φαίνεται από την παρακάτω ακολουθία εντολών:
# fdformat -f 1440 fd0.1440
# bsdlabel -w fd0.1440 floppy3
# newfs -t 2 -u 18 -l 1 -i 65536 /dev/fd0Μπορείτε έπειτα να τις προσαρτήσετε και να τις γράψετε σαν οποιοδήποτε άλλο σύστημα αρχείων.
Αφού διαμορφώσετε τις δισκέτες, θα πρέπει να γράψετε τα αρχεία
σε αυτές. Τα αρχεία της εγκατάστασης είναι κομμένα σε τμήματα με
κατάλληλο μέγεθος ώστε πέντε από αυτά να χωράνε σε μια συνηθισμένη
δισκέτα 1.44 MB. Διατρέξτε όλες τις δισκέτες σας, γράφοντας σε
κάθε μια όσα αρχεία χωράνε, μέχρι να γράψετε όλα τα distribution
sets που επιθυμείτε με τον τρόπο αυτό. Κάθε distribution set θα
πρέπει να αποθηκευτεί σε ένα υποκατάλογο της δισκέτας, π.χ.:
a:\base\base.aa,
a:\base\base.ab, κ.ο.κ.
Το αρχείο base.inf πρέπει επίσης να
βρίσκεται στην πρώτη δισκέτα του σετ base
καθώς το πρόγραμμα εγκατάστασης το χρειάζεται για να γνωρίζει πόσα
επιπλέον τμήματα αρχείων πρέπει να διαβάσει και να συνενώσει για
το σχηματισμό της διανομής.
Όταν φτάσετε στην οθόνη Media κατά τη διαδικασία εγκατάστασης, επιλέξτε και θα ερωτηθείτε για τα υπόλοιπα.
Για να προετοιμαστείτε για μια εγκατάσταση από κατάτμηση
MS-DOS®, αντιγράψτε τα αρχεία της διανομής σε ένα κατάλογο που θα
ονομάσετε freebsd στο ριζικό κατάλογο της
κατάτμησης. Για παράδειγμα, c:\freebsd. Η
δομή των καταλόγων του CDROM ή της τοποθεσίας FTP θα πρέπει να
αναπαραχθεί μερικώς μέσα σε αυτό τον κατάλογο, για το λόγο αυτό
σας συνιστούμε να χρησιμοποιήσετε την εντολή
xcopy αν κάνετε την αντιγραφή από CD.
Για παράδειγμα, για να προετοιμάσετε μια ελάχιστη εγκατάσταση του
FreeBSD:
C:\> md c:\freebsd
C:\> xcopy e:\bin c:\freebsd\bin\ /s
C:\> xcopy e:\manpages c:\freebsd\manpages\ /sυποθέτοντας ότι ο διαθέσιμος ελεύθερος χώρος σας βρίσκεται στο
C: και η μονάδα σας CDROM είναι στο
E:.
Αν δεν έχετε οδηγό CDROM, μπορείτε να κατεβάσετε την διανομή από την τοποθεσία ftp.FreeBSD.org. Κάθε distribution set είναι στο δικό του κατάλογο. Για παράδειγμα το σετ base μπορεί να βρεθεί στον κατάλογο 9.1/base/.
Για όσα distribution set θέλετε να εγκαταστήσετε από μια
κατάτμηση MS-DOS® (και για τα οποία έχετε διαθέσιμο ελεύθερο χώρο),
εγκαταστήστε τα κάτω από το c:\freebsd —
To σετ BIN είναι το μόνο που απαιτείται για μια
ελάχιστη εγκατάσταση.
Η εγκατάσταση από ταινία, είναι ίσως η ευκολότερη μέθοδος εκτός από την εγκατάσταση μέσω FTP ή CDROM. Το πρόγραμμα εγκατάστασης απλώς αναμένει τα αρχεία να έχουν γραφτεί στην ταινία με μορφή tar. Αφού επιλέξετε τα σετ εγκατάστασης που σας ενδιαφέρουν, απλώς κάντε τα tar στην ταινία:
# cd /freebsd/distdir
# tar cvf /dev/rwt0 dist1 ... dist2Όταν κάνετε την εγκατάσταση, θα πρέπει να βεβαιωθείτε ότι έχετε αφήσει αρκετό ελεύθερο χώρο σε κάποιο προσωρινό κατάλογο (τον οποίο θα μπορέσετε να επιλέξετε) για να χωρέσει τα πλήρη περιεχόμενα της ταινίας που έχετε δημιουργήσει. Εξαιτίας της φύσης της ταινίας, που δεν επιτρέπει τυχαία πρόσβαση, αυτή η μέθοδος εγκατάστασης χρειάζεται αρκετό προσωρινό χώρο αποθήκευσης.
Καθώς ξεκινάτε την εγκατάσταση, η ταινία πρέπει να είναι στον οδηγό πριν ξεκινήσετε από τη δισκέτα εκκίνησης. Διαφορετικά, μπορεί να αποτύχει η ανίχνευση της από τη διαδικασία εγκατάστασης.
Υπάρχουν τρεις διαθέσιμοι τύποι δικτυακής εγκατάστασης. Ethernet (τυποποιημένος ελεγκτής Ethernet), Σειριακής Θύρας (PPP), Παράλληλης Θύρας (PLIP (καλώδιο laplink)).
Για την γρηγορότερη δυνατή εγκατάσταση μέσω δικτύου, ένας ελεγκτής Ethernet είναι πάντα καλή επιλογή! Το FreeBSD υποστηρίζει τις περισσότερες κοινές κάρτες Ethernet. Μπορείτε να βρείτε ένα πίνακα των υποστηριζόμενων καρτών (και τις απαιτούμενες ρυθμίσεις τους) στις Σημειώσεις Υλικού (Hardware Notes) κάθε έκδοσης FreeBSD. Αν χρησιμοποιείτε κάποια από τις υποστηριζόμενες κάρτες Ethernet PCMCIA βεβαιωθείτε ότι την έχετε βάλει στην υποδοχή πριν ενεργοποιήσετε το φορητό υπολογιστή σας! Το FreeBSD δεν υποστηρίζει δυστυχώς αυτή τη στιγμή την επιτόπου εισαγωγή καρτών PCMCIA κατά τη διάρκεια της εγκατάστασης.
θα πρέπει επίσης να ξέρετε για το δίκτυο σας, τη διεύθυνση IP σας, την τιμή της μάσκας υποδικτύου (netmask) για τη κλάση του δικτύου σας, και το όνομα του μηχανήματος σας. Αν κάνετε εγκατάσταση μέσω σύνδεσης PPP και δεν έχετε στατική διεύθυνση, μην ανησυχείτε καθώς ο ISP σας μπορεί να σας δώσει διεύθυνση δυναμικά. Ο διαχειριστής του συστήματος σας, μπορεί να σας δώσει τις τιμές που πρέπει να χρησιμοποιήσετε για το δίκτυο σας. Αν πρόκειται να αναφερθείτε σε άλλα μηχανήματα με χρήση του ονόματος τους αντί για την διεύθυνση IP τους, θα χρειαστείτε επίσης ένα διακομιστή ονομάτων (DNS) και πιθανόν τη διεύθυνση μιας πύλης (gateway) (αν χρησιμοποιείτε PPP, πρόκειται για τη διεύθυνση IP του παροχέα σας) για να επικοινωνήσετε με αυτόν. Αν θέλετε να κάνετε FTP εγκατάσταση διαμέσου μεσολαβητή HTTP, θα πρέπει να ξέρετε επίσης τη διεύθυνση του μεσολαβητή (proxy). Αν δεν ξέρετε τις απαντήσεις σε όλες ή τις περισσότερες από αυτές τις απαντήσεις, θα πρέπει πράγματι να μιλήσετε στο διαχειριστή του συστήματος σας ή τον ISP σας πριν επιχειρήσετε αυτό τον τύπο εγκατάστασης.
Αν χρησιμοποιείτε modem, τότε το PPP είναι σχεδόν σίγουρα η μόνη σας επιλογή. Βεβαιωθείτε ότι έχετε άμεσα διαθέσιμες τις πληροφορίες για τον παροχέα σας, καθώς θα τις χρειαστείτε σχετικά νωρίς στη διαδικασία εγκατάστασης.
Αν χρησιμοποιείτε PAP ή CHAP για να συνδεθείτε με τον ISP σας
(με άλλα λόγια, μπορείτε στα Windows® να συνδεθείτε με τον ISP σας
χωρίς να χρησιμοποιήσετε script), τότε το μόνο που θα χρειαστείτε
είναι να γράψετε την εντολή dial στην προτροπή
της εφαρμογής ppp. Διαφορετικά, θα
πρέπει να ξέρετε πως να καλέσετε τον ISP σας, χρησιμοποιώντας
εντολές “AT commands” οι οποίες είναι συγκεκριμένες για
το modem σας, καθώς το πρόγραμμα κλήσεων του PPP (dialer) παρέχει
ένα πολύ απλό εξομοιωτή τερματικού. Ανατρέξτε στο user-ppp handbook και FAQ για περισσότερες
πληροφορίες. Αν έχετε προβλήματα, μπορείτε να κατευθύνετε την
καταγραφή (logging) στην οθόνη με την εντολή
set log local ....
Αν υπάρχει διαθέσιμη φυσική σύνδεση με άλλο μηχάνημα FreeBSD, μπορείτε επίσης να εγκαταστήσετε μέσω παράλληλου καλωδίου “laplink”. Η ταχύτητα μετάδοσης δεδομένων μέσω της παράλληλης θύρας είναι αρκετά υψηλότερη συνήθως από ότι της σειριακής (μέχρι 50 kbytes/sec), με αποτέλεσμα γρηγορότερη εγκατάσταση.
Η εγκατάσταση μέσω NFS είναι αρκετά απλή. Απλώς αντιγράψτε τα αρχεία της διανομής του FreeBSD σε ένα εξυπηρετητή NFS και δείξτε προς αυτόν κατά την επιλογή μέσου NFS.
Αν ο εξυπηρετητής αυτός υποστηρίζει μόνο προνομιακή θύρα
(“privileged port”) (αυτή είναι η τυπική ρύθμιση σε
σταθμούς εργασίας της SUN), θα χρειαστεί να θέσετε την επιλογή
NFS Secure στο μενού
πριν μπορέσετε να προχωρήσετε με την
εγκατάσταση.
Αν η κάρτα σας Ethernet είναι χαμηλής ποιότητας και υποφέρει
από πολύ αργούς ρυθμούς μεταφοράς, ίσως θελήσετε να ενεργοποιήσετε
και την επιλογή NFS Slow.
Για να λειτουργήσει η εγκατάσταση NFS, ο εξυπηρετητής θα
πρέπει να υποστηρίζει προσαρτήσεις υποκαταλόγων (subdir mounts),
για παράδειγμα, αν ο κατάλογος της διανομής σας
FreeBSD 9.1 βρίσκεται στο:
ziggy:/usr/archive/stuff/FreeBSD, τότε ο
ziggy θα πρέπει να επιτρέπει την απευθείας
προσάρτηση του /usr/archive/stuff/FreeBSD,
και όχι μόνο του /usr ή του
/usr/archive/stuff.
Στο αρχείο /etc/exports του FreeBSD, αυτό
ελέγχεται από τις επιλογές -alldirs. Άλλοι
εξυπηρετητές NFS μπορεί να ακολουθούν διαφορετικές συμβάσεις.
Αν λαμβάνετε μηνύματα του τύπου
permission denied από τον εξυπηρετητή,
είναι πιθανόν να μην έχετε ρυθμίσει σωστά το παραπάνω.
Το FreeBSD έρχεται με ένα μη-γραφικό αλλά εύκολο στη χρήση πρόγραμμα
εγκατάστασης. Από το FreeBSD 9.0-RELEASE και μετά, χρησιμοποιείται
το πρόγραμμα bsdinstall ενώ οι προηγούμενες
εκδόσεις χρησιμοποιούν το sysinstall.
Το κεφάλαιο αυτό περιγράφει τη χρήση του
bsdinstall. Η χρήση του
sysinstall περιγράφεται στο
Κεφάλαιο 2, Εγκατάσταση του FreeBSD 8.x και
Προγενέστερων Εκδόσεων.
Αφού διαβάσετε αυτό το κεφάλαιο, θα γνωρίζετε:
Πως να δημιουργήσετε μέσα εγκατάστασης για το FreeBSD.
Πως το FreeBSD υποδιαιρεί τους σκληρούς δίσκους και πως αναφέρεται σε αυτούς.
Πως να εκκινήσετε το bsdinstall.
Τις ερωτήσεις που θα σας κάνει το bsdinstall, τι σημαίνουν και πως να τις απαντήσετε.
Πριν διαβάσετε αυτό το κεφάλαιο θα πρέπει:
Να διαβάσετε τη λίστα του υλικού που υποστηρίζεται από την έκδοση του FreeBSD που εγκαθιστάτε και να επαληθεύσετε ότι το υλικό του υπολογιστή σας υποστηρίζεται.
Σε γενικές γραμμές, αυτές οι οδηγίες εγκατάστασης αναφέρονται στην αρχιτεκτονική i386™ (“PC συμβατή”). Όπου χρειάζεται, γίνεται αναφορά και σε άλλες αρχιτεκτονικές. Πιθανόν να υπάρχουν μικρές διαφορές στο πρόγραμμα εγκατάστασης σε σχέση με το παρόν κείμενο και για το λόγο αυτό σας συνιστούμε να το χρησιμοποιήσετε ως γενικό οδηγό παρά σαν κυριολεκτικά ακριβείς οδηγίες.
Οι ελάχιστες απαιτήσεις για την εγκατάσταση του FreeBSD ποικίλουν ανάλογα με την έκδοση του λειτουργικού και την αρχιτεκτονική του υλικού που χρησιμοποιείται.
Στις επόμενες ενότητες θα σας παρουσιάσουμε μια σύνοψη αυτών των πληροφοριών. Ανάλογα με τη μέθοδο που θα χρησιμοποιήσετε για να εγκαταστήσετε το FreeBSD, μπορεί να χρειαστείτε ένα υποστηριζόμενο οδηγό CDROM και — σε κάποιες περιπτώσεις — μια κάρτα δικτύου. Τα θέματα αυτά καλύπτονται στο Τμήμα 3.3.5, “Προετοιμάστε τα Μέσα Εγκατάστασης”.
Το FreeBSD/i386 απαιτεί 486 ή καλύτερο επεξεργαστή και τουλάχιστον 64 MB RAM. Για την ελάχιστη δυνατή εγκατάσταση απαιτείται 1.1 GB ελεύθερου χώρου στο σκληρό δίσκο.
Σε περιπτώσεις παλιών μηχανημάτων, τις περισσότερες φορές, η απόδοση του συστήματος βελτιώνεται περισσότερο με αύξηση της μνήμης RAM και του ελεύθερου χώρου στο δίσκο, παρά με ένα ταχύτερο επεξεργαστή.
Υπάρχουν δύο κλάσεις επεξεργαστών ικανές να εκτελέσουν το FreeBSD/amd64. Η πρώτη είναι οι επεξεργαστές AMD64 που περιλαμβάνουν τους AMD Athlon™64, AMD Athlon™64-FX, AMD Opteron™ ή καλύτερους.
Η δεύτερη κλάση επεξεργαστών που μπορούν να εκτελέσουν το FreeBSD/amd64 περιλαμβάνει όσους χρησιμοποιούν την αρχιτεκτονική Intel® EM64T. Παραδείγματα των επεξεργαστών αυτών περιλαμβάνουν τις οικογένειες Intel® Core™ 2 Duo, Quad, Extreme processor, τη σειρά επεξεργαστών Intel® Xeon™ 3000, 5000 και 7000 καθώς και τους επεξεργαστές Intel® Core™ i3, i5 και i7.
Αν το μηχάνημα σας είναι βασισμένο σε nVidia nForce3 Pro-150, θα πρέπει να χρησιμοποιήσετε την κατάλληλη επιλογή στο BIOS για να απενεργοποιήσετε το IO APIC. Αν η επιλογή αυτή δεν υπάρχει, θα πρέπει να απενεργοποιήσετε αντί αυτού το ACPI. Υπάρχουν προβλήματα στο Pro-150 για τα οποία μέχρι στιγμής δεν έχει βρεθεί λύση που να τα παρακάμπτει.
Υποστηρίζονται όλοι οι νέοι υπολογιστές Apple® Macintosh® που διαθέτουν ενσωματωμένες USB. Υποστηρίζεται επίσης η λειτουργία SMP σε μηχανήματα με πολλαπλούς επεξεργαστές.
Ένας 32-bit πυρήνας μπορεί να χρησιμοποιήσει μόνο τα πρώτα 2 GB RAM. Το FireWire® δεν υποστηρίζεται στα Μπλε και Λευκά PowerMac G3.
Μπορείτε να δείτε τα συστήματα που υποστηρίζονται από το FreeBSD/sparc64 στο FreeBSD/sparc64 Project.
Θα χρειαστείτε ένα δίσκο για αποκλειστική χρήση από το FreeBSD/sparc64. Τη δεδομένη στιγμή, δεν είναι δυνατόν το FreeBSD/sparc64 να μοιράζεται τον ίδιο δίσκο με ένα άλλο λειτουργικό σύστημα.
Στις Σημειώσεις Υλικού (Hardware Notes) μπορείτε να βρείτε
πληροφορίες για τις αρχιτεκτονικές και τις συσκευές που
υποστηρίζονται από μια επίσημη έκδοση του FreeBSD. Το αρχείο αυτό
ονομάζεται συνήθως HARDWARE.TXT, και βρίσκεται
στον κεντρικό κατάλογο του μέσου εγκατάστασης. Μπορείτε επίσης να
βρείτε αντίγραφα αυτού του καταλόγου στη σελίδα Πληροφοριών
Έκδοσης στο δικτυακό τόπο του FreeBSD.
Κρατήστε αντίγραφα ασφαλείας όλων των σημαντικών δεδομένων του υπολογιστή στον οποίο θα κάνετε εγκατάσταση του FreeBSD. Ελέγξτε τη σωστή λειτουργία των αντιγράφων ασφαλείας πριν συνεχίσετε. Το πρόγραμμα εγκατάστασης του FreeBSD θα ζητήσει επιβεβαίωση πριν κάνει οποιαδήποτε αλλαγή στο δίσκο σας, αλλά από τη στιγμή που αυτή η διαδικασία ξεκινήσει, δεν υπάρχει δυνατότητα επιστροφής.
Αν το FreeBSD πρόκειται να είναι το μοναδικό λειτουργικό σύστημα του υπολογιστή και σκοπεύετε να διαθέσετε σε αυτό ολόκληρο το χώρο του σκληρού σας δίσκου, μπορείτε να παραλείψετε το υπόλοιπο αυτής της ενότητας. Αν ωστόσο θέλετε να συνυπάρχει το FreeBSD με άλλα λειτουργικά συστήματα, είναι χρήσιμο να κατανοείτε γενικά τον τρόπο διάταξης των δεδομένων στο δίσκο.
Οι σκληροί δίσκοι μπορούν να χωριστούν σε διακριτά τμήματα. Τα τμήματα αυτά ονομάζονται κατατμήσεις (partitions).
Υπάρχουν δύο τρόποι για να χωριστεί ένας δίσκος σε κατατμήσεις. Ο παραδοσιακός τρόπος χρησιμοποιεί το Master Boot Record (Βασική Εγγραφή Εκκίνησης) ή MBR, ένα πίνακα κατατμήσεων ικανό να αποθηκεύσει ως τέσσερις πρωτεύουσες κατατμήσεις (primary partitions). (Για ιστορικούς λόγους, το FreeBSD ονομάζει τις πρωτεύουσες κατατμήσεις slices ή φέτες.) Το όριο των τεσσάρων κατατμήσεων είναι πολύ περιοριστικό για μεγάλους δίσκους, έτσι μια από αυτές τις κατατμήσεις μπορεί να μετατραπεί σε εκτεταμένη κατάτμηση (extended partition). Μέσα στην εκτεταμένη κατάτμηση μπορούν να δημιουργηθούν πολλαπλές λογικές κατατμήσεις (logical partitions). Αυτό ακούγεται κάπως παράξενο, και μάλλον είναι.
Ο Πίνακας Κατατμήσεων GUID (GUID Partition Table) ή GPT, αποτελεί μια νέα και απλούστερη μέθοδος κατάτμησης ενός δίσκου. Το GPT είναι πολύ πιο βολικό από τον παραδοσιακό πίνακα κατατμήσεων MBR. Οι συνήθεις υλοποιήσεις του GPT επιτρέπουν ως και 128 κατατμήσεις ανά δίσκο, εξαλείφοντας έτσι την ανάγκη για άβολες λύσεις όπως οι λογικές κατατμήσεις.
Κάποια παλιότερα λειτουργικά συστήματα όπως τα Windows® XP δεν είναι συμβατά με το σύστημα κατατμήσεων GPT. Αν το FreeBSD πρόκειται να εγκατασταθεί σε ένα δίσκο από κοινού με ένα τέτοιο λειτουργικό, θα πρέπει να χρησιμοποιήσετε το σύστημα MBR.
Ο τυπικός φορτωτής εκκίνησης (boot loader) του FreeBSD χρειάζεται είτε μια πρωτεύουσα είτε μια GPT κατάτμηση. (Δείτε το Κεφάλαιο 13, Η Διαδικασία Εκκίνησης του FreeBSD για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τη διαδικασία εκκίνησης του FreeBSD.) Αν όλες οι πρωτεύουσες ή GPT κατατμήσεις είναι ήδη σε χρήση, θα πρέπει να ελευθερώσετε μία για χρήση με το FreeBSD.
Η ελάχιστη εγκατάσταση του FreeBSD καταλαμβάνει μόνο περίπου 1 GB χώρο στο δίσκο. Πρόκειται όμως για την απόλυτα ελάχιστη εγκατάσταση η οποία δεν αφήνει σχεδόν καθόλου ελεύθερο χώρο. Μια πιο ρεαλιστική ελάχιστη εγκατάσταση καταλαμβάνει περίπου 3 GB χωρίς γραφικό περιβάλλον και περίπου 5 GB με χρήση κάποιου γραφικού περιβάλλοντος. Η εγκατάσταση λογισμικού τρίτων κατασκευαστών απαιτεί ακόμα περισσότερο χώρο στο δίσκο.
Υπάρχει πληθώρα ελεύθερων και εμπορικών εργαλείων αναδιανομής χώρου κατατμήσεων. Το GParted Live είναι ένα δωρεάν Live CD το οποίο περιλαμβάνει τον επεξεργαστή κατατμήσεων GParted. Το GParted περιλαμβάνεται επίσης σε πολλές άλλες Live διανομές Linux.
Οι εφαρμογές που διαχειρίζονται κατατμήσεις σκληρών δίσκων μπορούν να καταστρέψουν τα δεδομένα σας. Πάρτε πλήρη αντίγραφα ασφαλείας και επιβεβαιώστε την ορθή λειτουργία τους πριν ξεκινήσετε την τροποποίηση των κατατμήσεων του δίσκου σας.
Η αλλαγή μεγέθους κατατμήσεων των Microsoft® Vista ενδέχεται να είναι δύσκολη. Είναι χρήσιμο να έχετε διαθέσιμο ένα DVD εγκατάστασης των Vista πριν ξεκινήσετε μια τέτοια διαδικασία.
Ένας υπολογιστής Windows® διαθέτει ένα μοναδικό δίσκο
40 GB ο οποίος έχει χωριστεί σε δύο κατατμήσεις των
20 GB. Στα Windows® ονομάζονται
C: και D:.
Η κατάτμηση C: περιέχει 10 GB
δεδομένων, ενώ η κατάτμηση D:
5 GB.
Η μετακίνηση των δεδομένων από τον D:
στο C: ελευθερώνει τη δεύτερη κατάτμηση
ώστε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί από το FreeBSD.
Ένας υπολογιστής Windows® έχει ένα μοναδικό σκληρό δίσκο
40 GB και μια μεγάλη κατάτμηση που τον καταλαμβάνει
εξ' ολοκλήρου. Τα Windows® δείχνουν αυτή την κατάτμηση των
40 GB ως ένα μοναδικό οδηγό C:.
Τη δεδομένη στιγμή χρησιμοποιούνται 15 GB χώρου. Σκοπός
είναι να καταλήξουμε με μια κατάτμηση των 20 GB για τα
Windows® και άλλα 20 GB για το FreeBSD.
Υπάρχουν δύο τρόποι για να γίνει αυτό.
Κρατήστε αντίγραφο των δεδομένων που έχετε δημιουργήσει στα Windows®. Έπειτα επανεγκαταστήστε τα Windows® δημιουργώντας μια κατάτμηση μεγέθους 20 GB κατά την διαδικασία εγκατάστασης.
Χρησιμοποιήστε κάποιο εργαλείο αλλαγής μεγέθους κατατμήσεων όπως το GParted για να συρρικνώσετε την κατάτμηση των Windows® και να δημιουργήσετε μια νέα κατάτμηση για το FreeBSD στον ελεύθερο χώρο.
Η εγκατάσταση διαφορετικών λειτουργικών συστημάτων σε άλλες κατατμήσεις, επιτρέπει την εκτέλεση ενός από αυτά σε μια δεδομένη χρονική στιγμή. Μια εναλλακτική μέθοδος που επιτρέπει την ταυτόχρονη εκτέλεση πολλών λειτουργικών περιγράφεται στο Κεφάλαιο 23, Εικονικοποίηση.
Κάποιες μέθοδοι εγκατάστασης του FreeBSD χρειάζονται μια σύνδεση δικτύου για να κατεβάσουν αρχεία. Για να συνδεθείτε με ένα δίκτυο Ethernet (ή μέσω καλωδιακού ή DSL modem με διεπαφή Ethernet), το πρόγραμμα εγκατάστασης θα σας ζητήσει πληροφορίες σχετικά με το δίκτυο σας.
Συχνά, γίνεται χρήση του DHCP ώστε οι ρυθμίσεις του δικτύου να γίνονται αυτόματα. Αν δεν διαθέτετε DHCP, θα πρέπει να βρείτε τις παρακάτω πληροφορίες από τον τοπικό σας διαχειριστή δικτύου ή τον παροχέα των υπηρεσιών σας:
Διεύθυνση IP
Μάσκα Υποδικτύου
Διεύθυνση IP προεπιλεγμένου δρομολογητή
Όνομα τομέα για το τοπικό δίκτυο
Διευθύνσεις IP των διακομιστών DNS
Αν και το FreeBSD Project πασχίζει για να εξασφαλίσει ότι κάθε νέα έκδοση του FreeBSD θα είναι όσο πιο σταθερή γίνεται, ορισμένες φορές στη διαδικασία αυτή εισέρχονται λάθη. Σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις, τα λάθη αυτά επηρεάζουν τη διαδικασία εγκατάστασης. Καθώς τα προβλήματα αυτά γίνονται αντιληπτά και επιδιορθώνονται, σημειώνονται στα Παροράματα του FreeBSD στη δικτυακή τοποθεσία του FreeBSD. Ελέγξτε τα παροράματα πριν ξεκινήσετε την εγκατάσταση, για να βεβαιωθείτε ότι δεν υπάρχουν προβλήματα που μπορούν να επηρεάσουν τη διαδικασία.
Μπορείτε να βρείτε πληροφορίες και παροράματα για όλες τις εκδόσεις στη σελίδα πληροφοριών έκδοσης στην δικτυακή τοποθεσία του FreeBSD.
Η εγκατάσταση του FreeBSD ξεκινάει με την εκκίνηση του υπολογιστή με τη χρήση ενός FreeBSD CD, DVD ή μνήμης USB. Το πρόγραμμα εγκατάστασης δεν μπορεί να εκτελεστεί μέσα από κάποιο άλλο λειτουργικό σύστημα.
Εκτός από τα τυποποιημένα μέσα εγκατάστασης που περιέχουν όλα τα απαραίτητα αρχεία εγκατάστασης του FreeBSD, διατίθεται επίσης και η εκδοχή bootonly. Αυτό το μέσο εγκατάστασης δεν περιέχει τα απαραίτητα αρχεία, αλλά τα κατεβάζει από το δίκτυο κατά τη διάρκεια της εγκατάστασης. Κατά συνέπεια, το συγκεκριμένο CD είναι αρκετά μικρότερο σε μέγεθος ενώ και το απαιτούμενο εύρος ζώνης του δικτύου περιορίζεται καθώς κατεβαίνουν μόνο τα αρχεία που απαιτούνται.
Μπορείτε να βρείτε έτοιμα μέσα εγκατάστασης για το FreeBSD στην δικτυακή τοποθεσία του FreeBSD..
Αν διαθέτετε ήδη ένα CDROM, DVD ή USB οδηγό εγκατάστασης FreeBSD, μπορείτε να παραλείψετε αυτή την ενότητα.
Τα CD και DVD αρχεία ISO του FreeBSD είναι εκκινήσιμα. Χρειάζεστε μόνο ένα από αυτά για την εγκατάσταση. Γράψτε το αρχείο ISO σε ένα CD ή DVD χρησιμοποιώντας τα αντίστοιχα προγράμματα εγγραφής που διαθέτει το τρέχον λειτουργικό σας σύστημα.
Για να δημιουργήσετε μια εκκινήσιμη μνήμη Flash (USB), ακολουθήστε τα παρακάτω βήματα:
Ανακτήστε το Αρχείο ISO για τη Μνήμη Flash
Για το FreeBSD 9.0-RELEASE και μεταγενέστερες εκδόσεις,
μπορείτε να κατεβάσετε το αντίστοιχο αρχείο από τον κατάλογο
ISO-IMAGES/
στην τοποθεσία
ftp://ftp.FreeBSD.org/pub/FreeBSD/releases/.
Αντικαταστήστε το arch/arch/ISO-IMAGES/version/FreeBSD-version-RELEASE-arch-memstick.imgarch και το
version με την αρχιτεκτονική και την
έκδοση που θέλετε να εγκαταστήσετε. Για παράδειγμα, το αρχείο
για το FreeBSD/i386 9.0-RELEASE βρίσκεται στη θέση
ftp://ftp.FreeBSD.org/pub/FreeBSD/releases/i386/i386/ISO-IMAGES/9.0/FreeBSD-9.0-RELEASE-i386-memstick.img.
Ο κατάλογος είναι διαφορετικός για το
FreeBSD 8.X και προηγούμενες
εκδόσεις. Για περισσότερες πληροφορίες, δείτε το
Κεφάλαιο 2, Εγκατάσταση του FreeBSD 8.x και
Προγενέστερων Εκδόσεων.
Το αρχείο για τη μνήμη Flash έχει επέκταση
.img. Ο κατάλογος
ISO-IMAGES/ περιέχει
πλήθος από διαφορετικά αρχεία. Θα πρέπει να κατεβάσετε το
κατάλληλο ανάλογα με την έκδοση του FreeBSD και το υλικό του
υπολογιστή που πρόκειται να χρησιμοποιηθεί.
Πριν προχωρήσετε, αντιγράψτε τυχόν δεδομένα που έχετε ήδη στη μνήμη USB, καθώς η παρακάτω διαδικασία θα τα διαγράψει.
Γράψτε το Αρχείο στη Μνήμη USB
Το παρακάτω παράδειγμα δείχνει τη συσκευή
/dev/da0 ως
τον προορισμό εγγραφής του αρχείου. Θα πρέπει να είστε
πολύ προσεκτικοί και να βεβαιωθείτε για το όνομα της
συσκευής που χρησιμοποιείτε, διαφορετικά
ενδέχεται να διαγράψετε δεδομένα που χρειάζεστε.
Εγγραφή του Αρχείου με την dd(1)
Το αρχείο .img
δεν είναι ένα συνηθισμένο αρχείο.
Είναι ένα αρχείο εικόνας (image)
με όλο το περιεχόμενο που χρειάζεται η μνήμη USB.
Δεν μπορείτε να το αντιγράψετε
ως ένα κανονικό αρχείο, θα χρειαστεί να το γράψετε
απευθείας στη συσκευή προορισμού χρησιμοποιώντας την
εντολή dd(1):
# dd if=FreeBSD-9.0-RELEASE-i386-memstick.img of=/dev/da0 bs=64kΒεβαιωθείτε ότι χρησιμοποιείτε το σωστό όνομα οδηγού για την μνήμη USB, διαφορετικά μπορεί να προκληθεί απώλεια δεδομένων.
Ανάκτηση του Προγράμματος Image Writer για Windows®
Το Image Writer για Windows® είναι μια δωρεάν εφαρμογή που μπορεί να γράψει σωστά ένα αρχείο image σε μια μνήμη USB. Μπορείτε να το κατεβάσετε από την τοποθεσία https://launchpad.net/win32-image-writer/ και να το αποσυμπιέσετε σε ένα φάκελο.
Εγγραφή του Αρχείου με το Image Writer
Κάντε διπλό κλικ στο εικονίδιο
Win32DiskImager για να
ξεκινήσετε το πρόγραμμα. Βεβαιωθείτε ότι το γράμμα
του οδηγού που φαίνεται στην επιλογή
Device αντιστοιχεί στη
μνήμη USB. Κάντε κλικ στο εικονίδιο με το φάκελο και
επιλέξτε το αρχείο εικόνας που θα γραφεί στη μνήμη USB.
Κάντε κλικ στο για
να αποδεχθείτε το όνομα του αρχείου εικόνας. Βεβαιωθείτε
ότι οι παραπάνω ενέργειες είναι σωστές και ότι δεν υπάρχουν
ανοικτά παράθυρα στο σύστημα σας που να απεικονίζουν
φακέλους της μνήμης USB. Τέλος, κάντε κλικ στο
για να γράψετε
το αρχείο εικόνας στη μνήμη USB.
Δεν υποστηρίζεται πλέον η εγκατάσταση από δισκέτες
Είστε πλέον έτοιμοι να ξεκινήσετε την εγκατάσταση του FreeBSD.
Από προεπιλογή, η εγκατάσταση δεν θα κάνει αλλαγές στους δίσκους σας μέχρι να δείτε το παρακάτω μήνυμα:
Your changes will now be written to disk. If you have chosen to overwrite existing data, it will be PERMANENTLY ERASED. Are you sure you want to commit your changes?
Μπορείτε να εγκαταλείψετε την εγκατάσταση οποιαδήποτε στιγμή πριν από την παραπάνω προειδοποίηση, χωρίς να έχουν γίνει αλλαγές στα περιεχόμενα του δίσκου σας. Αν ανησυχείτε ότι ενδεχομένως έχετε κάνει κάτι λάθος, μπορείτε απλά να σβήσετε τον υπολογιστή σας πριν από αυτό το σημείο και δεν θα γίνει καμιά ζημιά.
Αν προετοιμάσατε μια “εκκινήσιμη” μνήμη USB όπως περιγράφεται στο Τμήμα 3.3.5, “Προετοιμάστε τα Μέσα Εγκατάστασης”, τοποθετήστε τη μνήμη στην υποδοχή του υπολογιστή σας πριν τον ενεργοποιήσετε.
Αν πρόκειται να εκκινήσετε από το CDROM, θα χρειαστεί να ενεργοποιήσετε τον υπολογιστή σας και να εισάγετε το CDROM όσο πιο γρήγορα γίνεται.
Ρυθμίστε το μηχάνημα σας να ξεκινάει είτε από το CDROM είτε από την USB, ανάλογα με το μέσο εγκατάστασης που πρόκειται να χρησιμοποιήσετε. Γενικά, αυτό επιτυγχάνεται αλλάζοντας τη σχετική ρύθμιση στο BIOS. Τα περισσότερα συστήματα επιτρέπουν επίσης την επιλογή μιας συσκευής εκκίνησης καθώς ξεκινούν, τυπικά με τα πλήκτρα F10, F11, F12, ή Escape.
Αν ο υπολογιστής σας ξεκινήσει όπως συνήθως και φορτώσει το ήδη υπάρχον λειτουργικό σύστημα, μπορεί να συμβαίνει κάτι από τα παρακάτω:
Δεν τοποθετήσατε το CD ή DVD αρκετά νωρίς κατά την εκκίνηση. Αφήστε το μέσο στον οδηγό και δοκιμάστε να επανεκκινήσετε τον υπολογιστή σας.
Οι αλλαγές ρυθμίσεων που κάνατε στο BIOS δεν λειτούργησαν σωστά. Θα πρέπει να ξαναδοκιμάσετε μέχρι να πετύχετε τις σωστές ρυθμίσεις.
Το BIOS της μητρικής σας δεν υποστηρίζει εκκίνηση από το μέσο που έχετε επιλέξει. Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε τον Plop Boot Manager για να εκκινήσετε παλιά μηχανήματα από CD ή USB.
Θα αρχίσει η εκκίνηση του FreeBSD. Αν ξεκινάτε από CDROM, θα δείτε μια οθόνη σαν την παρακάτω (έχουμε παραλείψει τις πληροφορίες έκδοσης):
Εμφανίζεται η οθόνη του φορτωτή εκκίνησης του FreeBSD:
Περιμένετε δέκα δευτερόλεπτα, ή πιέστε Enter.
Στα περισσότερα μηχανήματα, μπορείτε να κρατήσετε πιεσμένο το
πλήκτρο C κατά την εκκίνηση και θα ξεκινήσετε
από το CD. Σε διαφορετική περίπτωση, κρατήστε πιεσμένα τα πλήκτρα
Command+Option+O+F,
ή
Windows+Alt+O+F
αν χρησιμοποιείτε πληκτρολόγιο που δεν είναι Apple®. Στην
προτροπή 0 > γράψτε:
boot cd:,\ppc\loader cd:0Σε μηχανήματα Xserve χωρίς πληκτρολόγιο, δείτε την σελίδα τεχνικής υποστήριξης της Apple® για πληροφορίες εκκίνησης στο Open Firmware.
Τα περισσότερα συστήματα SPARC64® είναι ρυθμισμένα να εκκινούν αυτόματα από το σκληρό δίσκο. Για να εγκαταστήσετε το FreeBSD, θα πρέπει να εκκινήσετε από το δίκτυο ή από ένα CDROM. Θα χρειαστεί να εισέλθετε στις ρυθμίσεις της PROM (OpenFirmware).
Για να γίνει αυτό, επανεκκινήστε το σύστημα και περιμένετε μέχρι να εμφανιστεί το μήνυμα εκκίνησης. Το ακριβές μήνυμα εξαρτάται από το μοντέλο, αλλά γενικά θα δείχνει όπως το παρακάτω:
Αν μετά από αυτό το σημείο το σύστημα σας συνεχίζει με
εκκίνηση από το σκληρό δίσκο, θα πρέπει να πιέσετε
L1+A
ή
Stop+A
στο πληκτρολόγιο, ή να στείλετε σήμα BREAK
μέσω της σειριακής κονσόλας (χρησιμοποιώντας π.χ. το
~# στο tip(1) ή cu(1)) για να βγείτε
στην προτροπή της PROM η οποία
μοιάζει με την παρακάτω:
Αυτή η προτροπή φαίνεται σε συστήματα με μόνο μία CPU. | |
Αυτή η προτροπή φαίνεται σε συστήματα SMP. Το ψηφίο δείχνει τον αριθμό της ενεργής CPU. |
Στο σημείο αυτό, τοποθετήστε το CDROM στον οδηγό και
στην προτροπή της PROM γράψτε
boot cdrom.
Οι τελευταίες εκατοντάδες γραμμές που πέρασαν από την οθόνη σας αποθηκεύονται και μπορείτε να τις ξαναδείτε.
Για να δείτε τα περιεχόμενα της προσωρινής μνήμης (buffer) πιέστε Scroll Lock. Με τον τρόπο αυτό ενεργοποιείται η κύλιση της οθόνης. Μπορείτε έπειτα να χρησιμοποιήσετε τα πλήκτρα με τα βελάκια ή τα PageUp και PageDown για να δείτε τα αποτελέσματα. Πιέστε ξανά το Scroll Lock για να σταματήσετε την κύλιση.
Κάντε το αυτό τώρα, για να ξαναδείτε το κείμενο που κύλησε εκτός οθόνης καθώς ο πυρήνας εκτελούσε την ανίχνευση συσκευών. Θα δείτε κείμενο αντίστοιχο με το Σχήμα 3.2, “Τυπικά Αποτελέσματα Ανίχνευσης Συσκευών”, αν και θα υπάρχουν διαφορές ανάλογα με τις συσκευές που διαθέτει ο υπολογιστής σας.
Ελέγξτε προσεκτικά τα αποτελέσματα της ανίχνευσης συσκευών
για να βεβαιωθείτε ότι το FreeBSD βρήκε όλες τις συσκευές που
αναμένατε. Αν κάποια συσκευή δεν βρέθηκε, δεν θα φαίνεται στην
παραπάνω λίστα. Τα Αρθρώματα Πυρήνα
σας επιτρέπουν να προσθέσετε υποστήριξη για συσκευές που δεν
υπάρχουν στον πυρήνα GENERIC.
Μετά τη διαδικασία ανίχνευσης συσκευών θα δείτε το Σχήμα 3.3, “Επιλογή Τρόπου Λειτουργίας Μέσου Εγκατάστασης”. Το μέσο εγκατάστασης μπορεί να χρησιμοποιηθεί με τρεις τρόπους: για να εγκαταστήσετε το FreeBSD, ως “live CD” ή απλά για να αποκτήσετε πρόσβαση σε ένα κέλυφος του FreeBSD. Χρησιμοποιήστε τα βελάκια για να κάνετε μια επιλογή και το Enter για να την επιβεβαιώσετε.
Επιλέξτε για να ξεκινήσετε το πρόγραμμα εγκατάστασης.
Το bsdinstall είναι μια εφαρμογή
εγκατάστασης για το FreeBSD που βασίζεται σε περιβάλλον κειμένου.
Γράφτηκε από τον Nathan Whitehorn <nwhitehorn@FreeBSD.org> και χρησιμοποιήθηκε πρώτη φορά
το 2011 στο FreeBSD 9.0.
Η εφαρμογή pc-sysinstall
του Kris Moore <kmoore@FreeBSD.org> συμπεριλαμβάνεται με το PC-BSD και μπορεί επίσης να
χρησιμοποιηθεί για την εγκατάσταση του FreeBSD. Αν και μερικές φορές συγχέεται
με το bsdinstall οι δύο αυτές εφαρμογές
δεν σχετίζονται.
Το σύστημα μενού του bsdinstall ελέγχεται μέσω των πλήκτρων με τα βελάκια και τα πλήκτρα Enter, Tab, Space και μερικά ακόμα.
Ανάλογα με το είδος της κονσόλας που χρησιμοποιείτε, το bsdinstall ίσως σας ρωτήσει αν επιθυμείτε να επιλέξετε μια διάταξη πληκτρολογίου διαφορετική από την προεπιλεγμένη.
Αν επιλέξετε θα εμφανιστεί η οθόνη επιλογής που φαίνεται παρακάτω. Σε διαφορετική περίπτωση, η οθόνη αυτή δεν θα εμφανιστεί και θα χρησιμοποιηθεί η προεπιλεγμένη διάταξη πληκτρολογίου.
Επιλέξτε την διάταξη πληκτρολογίου που είναι πιο κοντά στο πληκτρολόγιο που διαθέτετε, χρησιμοποιώντας τα πάνω και κάτω βελάκια και επιβεβαιώνοντας με το Enter.
Αν πιέσετε Esc θα χρησιμοποιηθεί η προεπιλεγμένη διάταξη. Αν η διάταξη του τρέχοντος πληκτρολογίου δεν είναι προφανής, μια ασφαλής επιλογή είναι το .
Στο επόμενο βήμα, το bsdinstall θα σας ρωτήσει για το όνομα υπολογιστή (hostname) το οποίο θα δοθεί στο νέο σύστημα.
Το όνομα που θα δώσετε πρέπει να περιλαμβάνει και τον τομέα
(fully-qualified) όπως για παράδειγμα
machine3.example.com
Στο επόμενο βήμα, το bsdinstall θα σας καλέσει να επιλέξετε ποια προαιρετικά στοιχεία του λειτουργικού επιθυμείτε να εγκαταστήσετε.
Η επιλογή των στοιχείων εγκατάστασης εξαρτάται κυρίως από την χρήση που θα έχει το σύστημα και το διαθέσιμο ελεύθερο χώρο στο δίσκο. Ο πυρήνας και τα βασικά προγράμματα του FreeBSD (γνωστά και ως “base system” ή βασικό σύστημα) εγκαθίστανται υποχρεωτικά.
Ανάλογα με το είδος της εγκατάστασης, κάποια από τα παρακάτω στοιχεία μπορεί να μην εμφανιστούν.
doc - Επιπρόσθετη τεκμηρίωση, κυρίως
ιστορικής σημασίας. Η τεκμηρίωση που παρέχεται από την
Ομάδα Τεκμηρίωσης του FreeBSD εγκαθίσταται χωριστά σε επόμενο
στάδιο.
games - Κάποια παραδοσιακά BSD παιχνίδια
που περιλαμβάνουν τα fortune,
rot13 και άλλα.
lib32 - Βιβλιοθήκες συμβατότητας για
εκτέλεση εφαρμογών 32-bit σε 64-bit εκδόσεις του FreeBSD.
ports - Η Συλλογή των Ports
του FreeBSD.
Η Συλλογή των Ports αποτελεί ένα εύκολο και βολικό τρόπο εγκατάστασης λογισμικού. Η Συλλογή των Ports δεν περιέχει τον πηγαίο κώδικα που απαιτείται για τη μεταγλώττιση του λογισμικού. Πρόκειται στην πραγματικότητα για μια συλλογή αρχείων που αυτοματοποιεί τη μεταφόρτωση, μεταγλώττιση και εγκατάσταση λογισμικού τρίτων κατασκευαστών. Το Κεφάλαιο 5, Εγκατάσταση Εφαρμογών: Πακέτα και Ports αναλύει τον τρόπο χρήσης της Συλλογής των Ports.
Το πρόγραμμα εγκατάστασης δεν ελέγχει για να δει αν διαθέτετε αρκετό ελεύθερο χώρο στο δίσκο. Επιλέξτε αυτό το στοιχείο μόνο αν έχετε αρκετό χώρο. Από το FreeBSD 9.0 και μετά, η Συλλογή των Ports καταλαμβάνει περίπου 500 MB χώρο στο δίσκο. Μπορείτε με βεβαιότητα να θεωρήσετε ότι ο χώρος αυτός θα είναι ακόμα μεγαλύτερος στις νεώτερες εκδόσεις του FreeBSD.
src - Ο Πηγαίος Κώδικας του Συστήματος.
Το FreeBSD έρχεται με πλήρη πηγαίο κώδικα, τόσο για τον πυρήνα όσο και για τα βασικά προγράμματα. Αν και ο πηγαίος κώδικας δεν απαιτείται για την πλειονότητα των εφαρμογών, ίσως να τον χρειαστείτε για τη μεταγλώττιση συγκεκριμένων προγραμμάτων που παρέχονται ως πηγαίος κώδικας (π.χ. οδηγούς συσκευών ή αρθρώματα πυρήνα), ή για εργασίες ανάπτυξης του ίδιου του FreeBSD.
Το πλήρες δέντρο του πηγαίου κώδικα καταλαμβάνει 1 GB χώρου στο δίσκο, ενώ μια πλήρης μεταγλώττιση όλου του FreeBSD απαιτεί επιπλέον 5 GB χώρου.
Το μέσο εγκατάστασης bootonly δεν διαθέτει αντίγραφα των αρχείων εγκατάστασης. Όταν χρησιμοποιείτε την μέθοδο bootonly, τα αρχεία μεταφορτώνονται από το δίκτυο κατά απαίτηση.
Μετά την ρύθμιση των παραμέτρων δικτύου όπως φαίνεται στο Τμήμα 3.9.2, “Ρύθμιση Καρτών Δικτύου”, γίνεται η επιλογή ενός mirror site. Τα mirror sites διαθέτουν αντίγραφα των αρχείων του FreeBSD. Επιλέξτε ένα mirror site το οποίο βρίσκεται όσο το δυνατόν πιο κοντά στην περιοχή σας. Με τον τρόπο αυτό, η μεταφόρτωση των αρχείων θα είναι ταχύτερη και θα μειωθεί ο χρόνος εγκατάστασης.
Η εγκατάσταση θα συνεχιστεί με τον ίδιο τρόπο όπως και αν τα αρχεία ήταν διαθέσιμα τοπικά.
Υπάρχουν τρεις τρόποι να εκχωρήσετε χώρο για το FreeBSD. Με τη μέθοδο Guided (καθοδηγούμενη), οι κατατμήσεις δημιουργούνται αυτόματα, ενώ με τη μέθοδο Manual (χειροκίνητη) οι προχωρημένοι χρήστες μπορούν να δημιουργήσουν προσαρμοσμένες κατατμήσεις. Τέλος, υπάρχει η επιλογή να εκκινήσετε ένα κέλυφος και να δημιουργήσετε τις κατατμήσεις με απευθείας χρήση προγραμμάτων της γραμμής εντολών όπως gpart(8), fdisk(8), και bsdlabel(8).
Αν έχετε συνδέσει πολλαπλούς δίσκους, επιλέξτε αυτόν στον οποίο θα εγκαταστήσετε το FreeBSD.
Μπορείτε να εκχωρήσετε είτε ολόκληρο το δίσκο, είτε ένα μέρος του στο FreeBSD. Αν επιλέξετε , θα δημιουργηθούν μια κατάλληλη διάταξη κατατμήσεων ώστε να χρησιμοποιηθεί ολόκληρος ο δίσκος. Αν επιλέξετε , θα δημιουργηθεί μια διάταξη που θα καταλαμβάνει τον ελεύθερο χώρο του δίσκου.
Ελέγξτε προσεκτικά τη διάταξη των κατατμήσεων που δημιουργήθηκε. Αν βρείτε κάποιο λάθος, επιλέξτε για να επαναφέρετε τις προηγούμενες κατατμήσεις ή για να δημιουργήσετε τις κατατμήσεις που προτείνονται αυτόματα από το FreeBSD. Μπορείτε να δημιουργήσετε, να τροποποιήσετε και να διαγράψετε κατατμήσεις χειροκίνητα. Όταν οι κατατμήσεις είναι οι σωστές, επιλέξτε για να συνεχίσετε με την εγκατάσταση.
Επιλέγοντας χειροκίνητη δημιουργία κατατμήσεων, θα μεταφερθείτε απευθείας στον επεξεργαστή κατατμήσεων.
Επιλέγοντας ένα οδηγό (ada0 στο
παράδειγμα μας) και το πλήκτρο
θα δείτε ένα μενού
για την επιλογή του σχήματος κατατμήσεων (partitioning
scheme).
Το σύστημα κατατμήσεων GPT είναι συνήθως το καταλληλότερο για τα περισσότερους PC-συμβατούς υπολογιστές. Παλαιότερα λειτουργικά συστήματα δεν είναι συμβατά με τη μέθοδο GPT και χρειάζονται κατατμήσεις τύπου MBR. Τα υπόλοιπα είδη κατατμήσεων χρησιμοποιούνται σε παλιά ή μη-συνηθισμένα συστήματα υπολογιστών.
| Συντομογραφία | Περιγραφή |
|---|---|
| APM | Apple Partition Map, χρησιμοποιείται στο PowerPC® Macintosh®. |
| BSD | Κατατμήσεις BSD χωρίς MBR, ορισμένες φορές καλούνται και "επικίνδυνα αφοσιωμένη κατάσταση". Δείτε το bsdlabel(8). |
| GPT | Πίνακας Κατατμήσεων GUID. |
| MBR | Master Boot Record. |
| PC98 | Παραλλαγή του MBR που χρησιμοποιείται σε υπολογιστές NEC PC-98. |
| VTOC8 | Volume Table Of Contents, χρησιμοποιείται στα Sun SPARC64 και UltraSPARC. |
Μετά τη δημιουργία του σχήματος κατατμήσεων, αν επιλέξετε ξανά θα δημιουργήσετε νέες κατατμήσεις.
Η τυποποιημένη εγκατάσταση FreeBSD με χρήση GPT δημιουργεί τουλάχιστον τρεις κατατμήσεις:
freebsd-boot - Ο κώδικας εκκίνησης του
FreeBSD. Η κατάτμηση αυτή πρέπει να είναι η πρώτη στο
δίσκο.
freebsd-ufs - Σύστημα αρχείων FreeBSD
UFS.
freebsd-zfs - Σύστημα αρχείων FreeBSD
ZFS. Δείτε Τμήμα 21.2, “Το Σύστημα Αρχείων Z (ZFS)”.
freebsd-swap - Χώρος swap FreeBSD.
Μπορείτε να δημιουργήσετε πολλαπλά συστήματα αρχείων.
Κάποιοι χρήστες προτιμούν τη δημιουργία των παραδοσιακών
κατατμήσεων με χωριστά συστήματα αρχείων για τα
/, /var, και
/usr. Δείτε το Παράδειγμα 3.3, “Δημιουργία Παραδοσιακών Κατατμήσεων στο Σύστημα Αρχείων” για ένα
παράδειγμα.
Δείτε το gpart(8) για πλήρη λίστα των διαθέσιμων τύπων κατατμήσεων GPT.
Μπορείτε να εισάγετε το μέγεθος με τη βοήθεια κοινών συντομεύσεων: K για kilobytes, M για megabytes, ή G για gigabytes.
Η καλύτερη απόδοση επιτυγχάνεται με ευθυγράμμιση των τομέων του δίσκου (sector alignment). Η σωστή ευθυγράμμιση επιτυγχάνεται με τη δημιουργία κατατμήσεων με μεγέθη πολλαπλάσια των 4K bytes σε οδηγούς που χρησιμοποιούν τομείς των 512 bytes ή 4K-byte. Σε γενικές γραμμές, η χρήση κατατμήσεων με μεγέθη που είναι άρτια πολλαπλάσια του 1Μ ή 1G είναι ο ευκολότερος τρόπος να επιβεβαιώσουμε ότι κάθε κατάτμηση ξεκινά σε ζυγό πολλαπλάσιο των 4Κ. Μια εξαίρεση: την παρούσα στιγμή η κατάτμηση freebsd-boot δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη των 512Κ λόγων περιορισμών του κώδικα εκκίνησης.
Σε κάθε κατάτμηση που περιέχει σύστημα αρχείων, χρειάζεται
ένα σημείο προσάρτησης. Αν χρησιμοποιηθεί μόνο μια κατάτμηση
UFS, το σημείο προσάρτησης θα είναι η /.
θα σας ζητηθεί επίσης μια ετικέτα
(label). Η ετικέτα είναι ένα όνομα το
οποίο δίνεται σε μια κατάτμηση. Το όνομα ενός δίσκου ή οι αριθμοί
που περιγράφουν τις κατατμήσεις μπορεί να αλλάξουν αν
ο δίσκος συνδεθεί σε άλλη θύρα ή ελεγκτή, αλλά
η ετικέτα του παραμένει σταθερή. Με χρήση της ετικέτας σε αρχεία
όπως το /etc/fstab το σύστημα γίνεται πιο
ανεκτικό σε αλλαγές του υλικού. Οι ετικέτες GPT εμφανίζονται στον
κατάλογο /dev/gpt/ όταν
γίνεται η προσάρτηση της συσκευής. Σε άλλα είδη κατατμήσεων υπάρχουν
διαφορετικές δυνατότητες όσο αφορά τις ετικέτες, οι οποίες
εμφανίζονται σε διαφορετικούς υποκαταλόγους στο
/dev/.
Χρησιμοποιήστε μοναδικές ετικέτες σε κάθε σύστημα αρχείων για να αποφύγετε συγκρούσεις που μπορεί να προκληθούν από όμοια ονόματα. Σε κάθε ετικέτα μπορείτε να συμπεριλάβετε μερικά γράμματα από το όνομα του υπολογιστή ή τη θέση του, ή ακόμα και τη χρήση του. Θα μπορούσατε για παράδειγμα να ονομάσετε τον κεντρικό κατάλογο “labroot” ή “rootfs-lab” σε ένα υπολογιστή που ανήκει σε ένα εργαστήριο.
Αν επιθυμείτε να χρησιμοποιήσετε το παραδοσιακό σύστημα
κατατμήσεων του FreeBSD όπου τα συστήματα αρχείων
/, /var,
/tmp και /usr βρίσκονται
σε χωριστές κατατμήσεις, δημιουργήστε ένα πίνακα κατατμήσεων
GPT και ορίστε τις κατατμήσεις με τον τρόπο που φαίνεται
παρακάτω. Τα μεγέθη που φαίνονται είναι τυπικά για ένα σκληρό
δίσκο χωρητικότητας 20G. Αν διαθέτετε περισσότερο χώρο, ίσως
είναι χρήσιμο να μεγαλώσετε την κατάτμηση swap ή
/var. Στο παράδειγμα μας, οι ετικέτες που
χρησιμοποιούνται ξεκινούν με ex (από τη λέξη
"example") αλλά καλό θα είναι να χρησιμοποιήσετε δικές σας
μονάδικες ετικέτες όπως αναφέραμε παραπάνω.
Από προεπιλογή, το gptboot του FreeBSD
αναμένει την πρώτη UFS κατάτμηση ως /.
| Τύπος Κατάτμησης | Μέγεθος | Σημείο Προσάρτησης | Ετικέτα |
|---|---|---|---|
freebsd-boot | 512K | ||
freebsd-ufs | 2G | / | exrootfs |
freebsd-swap | 4G | exswap | |
freebsd-ufs | 2G | /var | exvarfs |
freebsd-ufs | 1G | /tmp | extmpfs |
freebsd-ufs | αποδεχθείτε την προεπιλογή (υπόλοιπος χώρος του δίσκου) | /usr | exusrfs |
Μετά τη δημιουργία των προσαρμοσμένων κατατμήσεων, επιλέξτε για να συνεχίσετε με την εγκατάσταση.
Σε αυτό το σημείο έχετε την τελευταία ευκαιρία να εγκαταλείψετε την εγκατάσταση χωρίς να γίνουν αλλαγές στο σκληρό δίσκο σας.
Επιλέξτε και πιέστε Enter για να συνεχίσετε. Αν χρειάζεται να κάνετε αλλαγές, επιλέξτε για να επιστρέψετε στον επεξεργαστή κατατμήσεων. Με το πλήκτρο μπορείτε να εγκαταλείψετε το πρόγραμμα εγκατάστασης χωρίς να γίνουν αλλαγές στο σκληρό σας δίσκο.
Ο χρόνος εγκατάστασης ποικίλει ανάλογα με τις διανομές και τα στοιχεία εγκατάστασης που έχετε επιλέξει, το μέσο εγκατάστασης και την ταχύτητα του υπολογιστή. Θα δείτε μια σειρά από μηνύματα σχετικά με την πρόοδο της διαδικασίας.
Αρχικά, το πρόγραμμα εγκατάστασης θα γράψει τις κατατμήσεις στο
δίσκο και θα εκτελέσει κατάλληλες εντολές newfs
για να δημιουργήσει τα ανάλογα συστήματα αρχείων.
Αν κάνετε εγκατάσταση μέσω δικτύου, το bsdinstall θα προχωρήσει μεταφορτώνοντας τα απαραίτητα αρχεία.
Στη συνέχεια, θα γίνει έλεγχος ακεραιότητας των αρχείων εγκατάστασης για να επιβεβαιωθεί ότι δεν έχουν αλλοιωθεί κατά τη μεταφόρτωση ή κατά την ανάγνωση από το μέσο εγκατάστασης.
Στο τελευταίο βήμα, τα επιβεβαιωμένα αρχεία εγκατάστασης θα εξαχθούν και θα γραφούν στο σκληρό δίσκο.
Με το τέλος της εξαγωγής όλων των αρχείων εγκατάστασης, το bsdinstall θα εισέλθει στη διαδικασία ρυθμίσεων μετά την εγκατάσταση (δείτε Τμήμα 3.9, “Μετά την Εγκατάσταση”).
Μετά από μια επιτυχημένη εγκατάσταση του FreeBSD, ακολουθεί μια σειρά ρυθμίσεων. Μπορείτε να επαναλάβετε οποιαδήποτε ρύθμιση αν εισέλθετε στην αντίστοιχη επιλογή στο τελικό μενού πριν επανεκκινήσετε στο νέο-εγκατεστημένο σας FreeBSD σύστημα.
Θα πρέπει να ορίσετε ένα κωδικό πρόσβασης για το χρήστη
root. Παρατηρήστε ότι δεν φαίνονται τα
γράμματα που πληκτρολογείτε καθώς εισάγετε τον κωδικό. Μετά την
εισαγωγή του κωδικού, θα πρέπει να τον εισάγετε ακόμα μια φορά.
Με τον τρόπο αυτό εξασφαλίζεται ότι δεν έχει γίνει κάποιο λάθος
κατά την πληκτρολόγηση.
Η εγκατάσταση συνεχίζεται μετά την επιτυχή εισαγωγή του κωδικού.
Η ρύθμιση του δικτύου παραλείπεται αν έχει ήδη πραγματοποιηθεί στα πλαίσια μιας εγκατάστασης bootonly.
Θα δείτε μια λίστα με όλες τις διεπαφές δικτύου που ανιχνεύθηκαν στον υπολογιστή σας. Επιλέξτε αυτή που επιθυμείτε να ρυθμίσετε.
Αν επιλέξετε να ρυθμίσετε μια ασύρματη διεπαφή δικτύου, θα πρέπει να ρυθμίσετε τις παραμέτρους αναγνώρισης και ασφάλειας για να συνδεθείτε στο δίκτυο.
Τα ασύρματα δίκτυα αναγνωρίζονται από το Αναγνωριστικό Υπηρεσίας ή Service Set Identifier (SSID). Το SSID είναι ένα σύντομο όνομα που αποδίδεται σε κάθε ασύρματο δίκτυο.
Τα περισσότερα ασύρματα δίκτυα κρυπτογραφούν τα δεδομένα που μεταδίδονται για να προστατεύσουν τις πληροφορίες από μη εξουσιοδοτημένη χρήση. Συνίσταται να χρησιμοποιήσετε κρυπτογράφηση WPA2. Παλαιότερες μέθοδοι κρυπτογράφησης όπως το WEP προσφέρουν ελάχιστη ασφάλεια.
Το πρώτο βήμα για να συνδεθείτε σε ένα ασύρματο δίκτυο είναι να σαρώσετε για Σημεία Ασύρματης Πρόσβασης (Access Points).
Τα SSIDs που θα βρείτε κατά τη διάρκεια της σάρωσης συνοδεύονται από τα είδη κρυπτογράφησης που διατίθενται για κάθε δίκτυο. Αν δεν βλέπετε το SSID που επιθυμείτε στη λίστα, επιλέξτε για να εκτελέσετε τη σάρωση ξανά. Αν εξακολουθείτε να μη βλέπετε το επιθυμητό δίκτυο, ελέγξτε την κεραία για τυχόν προβλήματα ή μετακινήστε τον υπολογιστή πιο κοντά στο σημείο πρόσβασης. Να εκτελείτε νέα σάρωση μετά από κάθε αλλαγή.
Μετά την επιλογή του ασύρματου δικτύου, θα πρέπει να εισάγετε τις πληροφορίες που σχετίζονται με την κρυπτογράφηση. Σε δίκτυα WPA2 χρειάζεται να δώσετε μόνο ένα κωδικό πρόσβασης (γνωστό ως Pre-Shared Key ή PSK). Για λόγους ασφαλείας, οι χαρακτήρες που πληκτρολογείτε στο πεδίο εμφανίζονται ως αστερίσκοι.
Μετά την επιλογή του ασύρματου δικτύου και την εισαγωγή των πληροφοριών σύνδεσης, η εγκατάσταση συνεχίζεται με τη ρύθμιση των υπόλοιπων παραμέτρων του δικτύου.
Επιλέξτε αν θα χρησιμοποιηθεί δικτύωση IPv4. Πρόκειται για το πιο συνηθισμένο είδος σύνδεσης.
Υπάρχουν δύο μέθοδοι ρύθμισης του IPv4. Μέσω του DHCP η ρύθμιση της διεπαφής γίνεται αυτόματα. Αυτή είναι και η συνιστώμενη μέθοδος. Η ρύθμιση Static απαιτεί χειροκίνητη εισαγωγή πληροφοριών δικτύου.
Μη βάλετε τυχαίες ρυθμίσεις δικτύου, καθώς δεν θα λειτουργήσουν. Θα πρέπει να λάβετε τις πληροφορίες που αναφέρονται στο Τμήμα 3.3.3, “Συλλέξτε Πληροφορίες για το Δίκτυο” από τον διαχειριστή ή τον παροχέα του δικτύου σας.
Αν διαθέτετε εξυπηρετητή DHCP, επιλέξτε για να ρυθμίσετε αυτόματα την διεπαφή δικτύου.
Η στατική ρύθμιση της διεπαφής δικτύου, απαιτεί να εισάγετε κάποιες πληροφορίες σχετικά με το IPv4.
IP Address - Η διεύθυνση IP που
θα εισάγετε χειροκίνητα σε αυτό τον υπολογιστή.
Η διεύθυνση αυτή πρέπει να είναι μοναδική και να μην
χρησιμοποιείται από οποιοδήποτε άλλο μηχάνημα στο
τοπικό σας δίκτυο.
Subnet Mask - Η μάσκα υποδικτύου
που χρησιμοποιεί το τοπικό σας δίκτυο. Τυπικά αυτή είναι
255.255.255.0.
Default Router - Η διεύθυνση IP
του προεπιλεγμένου δρομολογητή του δικτύου σας. Συνήθως
είναι η διεύθυνση του δρομολογητή ή άλλου δικτυακού
εξοπλισμού που συνδέει το τοπικό σας δίκτυο με το
Internet. Θα τη δείτε επίσης να αναφέρετε ως
default gateway (προεπιλεγμένη πύλη).
Το IPv6 είναι μια νέα μέθοδος ρύθμισης δικτύου. Αν το δίκτυο σας διαθέτει IPv6 και επιθυμείτε να το ρυθμίσετε, πιέστε για να το επιλέξετε.
Το IPv6 διαθέτει επίσης δύο μεθόδους ρύθμισης. Το SLAAC , ή StateLess Address AutoConfiguration, ρυθμίζει αυτόματα τις παραμέτρους του δικτύου σας. Η ρύθμιση Static απαιτεί να κάνετε τις αντίστοιχες ρυθμίσεις χειροκίνητα.
Το SLAAC επιτρέπει σε μια συσκευή ενός δικτύου IPv6 να ζητήσει πληροφορίες αυτόματης ρύθμισης από ένα τοπικό δρομολογητή. Δείτε το RFC4862 για περισσότερες πληροφορίες.
Η στατική ρύθμιση της διεπαφής δικτύου στο IPv6, απαιτεί την χειροκίνητη εισαγωγή κάποιων ρυθμίσεων.
IPv6 Address - Η διεύθυνση
IP που θα εισάγετε χειροκίνητα σε αυτό
τον υπολογιστή. Η διεύθυνση αυτή πρέπει να είναι μοναδική
και να μην χρησιμοποιείται από κανένα άλλο μηχάνημα στο
τοπικό σας δίκτυο.
Default Router - Η IPv6 διεύθυνση
του προεπιλεγμένου δρομολογητή για το δίκτυο σας. Συνήθως
είναι η διεύθυνση του δρομολογητή ή άλλου δικτυακού
εξοπλισμού που συνδέει το τοπικό σας δίκτυο με το Internet.
Θα τη δείτε επίσης να αναφέρεται ως
default gateway (προεπιλεγμένη πύλη).
Το Domain Name System (Σύστημα Ονομάτων Τομέα) ή DNS μετατρέπει ονόματα υπολογιστών σε διευθύνσεις δικτύου και το αντίθετο. Αν χρησιμοποιήσατε DHCP ή SLAAC για να ρυθμίσετε αυτόματα τη διεπαφή δικτύου, οι αντίστοιχες ρυθμίσεις πιθανόν να έχουν γίνει ήδη. Στην αντίθετη περίπτωση, βάλτε το όνομα τομέα του τοπικού δικτύου στο πεδίο Search. Τα πεδία DNS #1 και DNS #2 είναι οι διευθύνσεις IP των τοπικών εξυπηρετητών DNS. Χρειάζεται να εισάγετε τουλάχιστον ένα εξυπηρετητή DNS.
Η ρύθμιση της σωστής ζώνης ώρας στο μηχάνημα σας, εξασφαλίζει την αυτόματη αλλαγή της από χειμερινή σε εαρινή και το αντίστροφο. Επιτρέπει επίσης τη σωστή λειτουργία όλων των υπηρεσιών που σχετίζονται με την τήρηση χρόνου.
Το παράδειγμα μας αναφέρεται σε ένα μηχάνημα που βρίσκεται στην Ανατολική ζώνη ώρας των Ηνωμένων Πολιτειών. Η δική σας επιλογή θα είναι διαφορετική ανάλογα με τη γεωγραφική σας περιοχή.
Επιλέξτε ή ανάλογα με το πως είναι ρυθμισμένο το ρολόι του μηχανήματος και πιέστε Enter. Αν δεν γνωρίζετε αν το σύστημα σας χρησιμοποιεί ώρα UTC ή τοπική, επιλέξτε για να επιλέξετε την τοπική ώρα που είναι και η πιο συνηθισμένη.
Επιλέξτε την σωστή περιοχή χρησιμοποιώντας τα βελάκια και πιέστε Enter.
Επιλέξτε τη σωστή χώρα χρησιμοποιώντας τα βελάκια και πιέστε Enter.
Επιλέξτε τη σωστή ζώνη ώρας χρησιμοποιώντας τα βελάκια και πιέστε Enter.
Επιβεβαιώστε ότι η συντομογραφία για την επιλεγμένη ζώνη ώρας είναι η σωστή. Έπειτα πιέστε Enter για να συνεχίσετε με τις υπόλοιπες ρυθμίσεις.
Μπορείτε να επιλέξετε ποιες από τις πρόσθετες υπηρεσίες θα ενεργοποιηθούν στην εκκίνηση. Όλες οι παρακάτω υπηρεσίες είναι προαιρετικές.
sshd - Secure Shell (Ασφαλές Κέλυφος)
(SSH) Ο δαίμονας για
ασφαλή απομακρυσμένη πρόσβαση.
moused - Παρέχει δυνατότητα χρήσης του
ποντικιού από την κονσόλα του συστήματος.
ntpd - Network Time Protocol, πρωτόκολλο
για ρύθμιση της ώρας μέσω δικτύου (NTP). Ο δαίμονας
χρησιμοποιείται για την αυτόματη ρύθμιση του ρολογιού.
powerd - Βοηθητικό πρόγραμμα για έλεγχο
ισχύος και διαχείριση ενέργειας.
Το bsdinstall θα σας ρωτήσει αν θέλετε να ενεργοποιήσετε τα crash dumps στο σύστημα σας. Η ενεργοποίηση των crash dumps μπορεί να είναι πολύ χρήσιμη στον εντοπισμό προβλημάτων του συστήματος και για το λόγο αυτό συνιστούμε να τα ενεργοποιείτε όταν είναι δυνατόν. Επιλέξτε για να τα ενεργοποιήσετε, ή για να συνεχίσετε χωρίς crash dumps.
Η προσθήκη τουλάχιστον ενός χρήστη κατά την εγκατάσταση, σας
επιτρέπει να χρησιμοποιήσετε το σύστημα χωρίς να εισέλθετε
ως root. Όταν εισέρχεστε ως
root, δεν υπάρχουν πρακτικά όρια ή κάποιο
είδος προστασίας σχετικά με το τι μπορείτε να κάνετε. Όταν
εισέρχεστε ως κανονικός χρήστης, μπορείτε να χειριστείτε το
σύστημα σας με περισσότερη ασφάλεια.
Επιλέξτε για να προσθέσετε νέους χρήστες.
Εισάγετε τις πληροφορίες για το χρήστη που θα προστεθεί.
Username - Το όνομα που θα χρησιμοποιεί
ο χρήστης για να εισέλθει στο σύστημα. Τυπικά το πρώτο γράμμα
του μικρού ονόματος σε συνδυασμό με το επίθετο.
Full name - Το πλήρες όνομα του
χρήστη.
Uid - User ID. Ο αναγνωριστικός
αριθμός χρήστη. Συνήθως δεν συμπληρώνουμε αυτό το πεδίο,
ώστε να επιλεγεί αυτόματα ένας αριθμός από το σύστημα.
Login group - Η ομάδα στην οποία
ανήκει ο χρήστης. Συνήθως το αφήνουμε κενό ώστε να γίνει
αποδεκτή η προεπιλεγμένη τιμή.
Invite - Επιπρόσθετες ομάδες χρηστών στις
οποίες θέλουμε να ανήκει ο χρήστης.user into
other groups?
Login class - Συνήθως δεν συμπληρώνουμε
αυτό το πεδίο, ώστε να γίνει αποδεκτή η προεπιλεγμένη
τιμή.
Shell - Το κέλυφος που θα χρησιμοποιεί
ο συγκεκριμένος χρήστης. Στο παράδειγμα μας επιλέξαμε το
csh(1).
Home directory - Ο προσωπικός κατάλογος
του χρήστη. Η προεπιλεγμένη τιμή είναι συνήθως η σωστή.
Home directory permissions -
Τα δικαιώματα στον κατάλογο του χρήστη. Τα προεπιλεγμένα είναι
συνήθως σωστά.
Use password-based authentication? -
H τυπική απάντηση είναι "yes".
Use an empty password? -
Η τυπική απάντηση είναι "no".
Use a random password? - Η τυπική
απάντηση είναι "no".
Enter password - Ο κωδικός πρόσβασης για
το συγκεκριμένο χρήστη. Δεν φαίνεται στην οθόνη καθώς τον
πληκτρολογούμε.
Enter password again - Ο κωδικός πρέπει
να εισαχθεί άλλη μια φορά για επιβεβαίωση.
Lock out the account after creation?
- Η τυπική απάντηση είναι "no".
Αφού εισάγετε όλες τις πληροφορίες, θα δείτε μια περίληψη τους
και το σύστημα θα σας ρωτήσει για την ορθότητα τους. Αν κάνατε
κάποιο λάθος κατά τη διάρκεια της εισαγωγής, γράψτε
no και ξαναπροσπαθήστε. Αν όλα είναι σωστά,
γράψτε yes για να δημιουργήσετε το νέο
χρήστη.
Αν θέλετε να προσθέσετε περισσότερους χρήστες, απαντήστε στην
ερώτηση "Add another user?" με yes. Απαντήστε
no για να τελειώσετε με την προσθήκη χρηστών και
να συνεχίσετε την εγκατάσταση.
Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την προσθήκη και διαχείριση χρηστών, δείτε το Κεφάλαιο 14, Χρήστες και Βασική Διαχείριση Λογαριασμών.
Μετά το τέλος της εγκατάστασης και των αρχικών ρυθμίσεων, έχετε μια τελευταία ευκαιρία να αλλάξετε τις ρυθμίσεις πριν την έξοδο από το πρόγραμμα εγκατάστασης.
Χρησιμοποιήστε αυτό το μενού για να κάνετε οποιεσδήποτε αλλαγές ή πρόσθετες ρυθμίσεις θέλετε πριν την ολοκλήρωση της εγκατάστασης.
Add User - Περιγράφεται στο
Τμήμα 3.9.6, “Προσθήκη Χρηστών”.
Root Password - Περιγράφεται στο
Τμήμα 3.9.1, “Ρύθμιση του Κωδικού του root”.
Hostname - Περιγράφεται στο
Τμήμα 3.5.2, “Καθορισμός Ονόματος Υπολογιστή (hostname)”.
Network - Περιγράφεται στο
Τμήμα 3.9.2, “Ρύθμιση Καρτών Δικτύου”.
Services - Περιγράφεται στο
Τμήμα 3.9.4, “Επιλογή Υπηρεσιών που θα Ενεργοποιηθούν”.
Time Zone - Περιγράφεται στο
Τμήμα 3.9.3, “Ρύθμιση της Ζώνης Ώρας”.
Handbook - Μεταφόρτωση και εγκατάσταση
του Εγχειριδίου του FreeBSD (το οποίο διαβάζετε αυτή τη
στιγμή).
Με την ολοκλήρωση των τελικών ρυθμίσεων, επιλέξτε για να κλείσετε την εγκατάσταση.
Το bsdinstall θα σας ρωτήσει για τυχόν επιπλέον ρυθμίσεις που πρέπει να γίνουν πριν επανεκκινήσετε στο νέο σύστημα. Επιλέξτε για να εκκινήσετε ένα κέλυφος στο νέο σύστημα ή για να προχωρήσετε στο τελευταίο βήμα της εγκατάστασης.
Αν χρειάζεται να κάνετε περισσότερες ή ειδικές ρυθμίσεις, μπορείτε να επιλέξετε . Με την επιλογή αυτή, Θα ξεκινήσετε το μέσο εγκατάστασης σε κατάσταση Live CD.
Με την ολοκλήρωση της εγκατάστασης, επιλέξτε για να επανεκκινήσετε τον υπολογιστή σας και να ξεκινήσετε το νέο FreeBSD σύστημά σας. Μη ξεχάσετε να αφαιρέσετε το μέσο εγκατάστασης από τον οδηγό CD (ή την USB υποδοχή), διαφορετικά το σύστημα σας ίσως ξεκινήσει ξανά από αυτό.
Κατά την εκκίνηση του FreeBSD εμφανίζονται πολλά πληροφοριακά μηνύματα. Φυσιολογικά, τα περισσότερα κυλούν εκτός της οθόνης. Μετά το τέλος της εκκίνησης εμφανίζεται η προτροπή εισόδου στο σύστημα (login). Μπορείτε να δείτε τα μηνύματα που κύλησαν εκτός οθόνης πιέζοντας το πλήκτρο Scroll-Lock για να να ενεργοποιήσετε την προσωρινή μνήμη κύλισης. Χρησιμοποιήστε έπειτα τα πλήκτρα PgUp, PgDn και τα βελάκια για να δείτε τα παλιά μηνύματα. Πιέζοντας το Scroll-Lock ξανά, θα επιστρέψετε στην κανονική απεικόνιση.
Στην προτροπή login: γράψτε το όνομα που
δημιουργήσατε κατά την εγκατάσταση, στο παράδειγμα μας
asample. Να αποφεύγετε να εισέρχεστε ως
root όταν δεν είναι απαραίτητο.
Η δυνατότητα προς τα πίσω κύλισης των μηνυμάτων που
περιγράψαμε προηγουμένως είναι περιορισμένη, επομένως δεν θα
μπορέσετε με αυτό τον τρόπο να τα δείτε όλα. Μετά την είσοδο
σας στο σύστημα, μπορείτε να δείτε τα μηνύματα από τη γραμμή
εντολών γράφοντας dmesg | less στην προτροπή.
Πιέστε q για να επιστρέψετε στη γραμμή εντολών
όταν τελειώσετε.
Τυπικά μηνύματα εκκίνησης (έχουν παραλειφθεί οι πληροφορίες έκδοσης):
Η δημιουργία των κλειδιών RSA και DSA μπορεί να πάρει κάποιο χρόνο σε αργά μηχανήματα. Γίνεται όμως μόνο στην πρώτη εκκίνηση και μόνο αν έχει ρυθμιστεί το sshd για αυτόματη εκκίνηση. Οι επόμενες εκκινήσεις θα είναι ταχύτερες.
Το FreeBSD δεν εγκαθιστά κάποιο γραφικό περιβάλλον από προεπιλογή, αλλά υπάρχουν αρκετά διαθέσιμα προς εγκατάσταση. Δείτε το Κεφάλαιο 6, Το Σύστημα X Window για περισσότερες πληροφορίες.
Ο σωστός τερματισμός του FreeBSD εξασφαλίζει τα δεδομένα και
το υλικό του υπολογιστή σας από ζημιά. Δεν πρέπει απλώς να
διακόψετε την τροφοδοσία. Αν ο χρήστης σας είναι μέλος της ομάδας
wheel, μπορείτε να γίνετε υπερχρήστης με
την εντολή su και την εισαγωγή του κωδικού
του root. Διαφορετικά, συνδεθείτε ως
root και χρησιμοποιήστε την εντολή
shutdown -p now. Το σύστημα θα τερματίσει
με το σωστό τρόπο και θα διακοπεί και η παροχή ρεύματος.
Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε το συνδυασμό πλήκτρων Ctrl+Alt+Del για να επανεκκινήσετε το σύστημα, αλλά αυτό δεν συνίσταται κατά τη διάρκεια της κανονικής λειτουργίας.
Η ενότητα που ακολουθεί καλύπτει την αντιμετώπιση βασικών προβλημάτων εγκατάστασης — για παράδειγμα κοινά προβλήματα που έχουν αναφερθεί από πολλούς χρήστες. Υπάρχουν επίσης κάποιες ερωτήσεις και απαντήσεις για όσους επιθυμούν να έχουν το FreeBSD ως dual boot με MS-DOS® ή Windows®.
Λόγω των διάφορων περιορισμών στην αρχιτεκτονική του PC, δεν είναι δυνατόν η ανίχνευση συσκευών να είναι 100% αξιόπιστη. Υπάρχουν όμως κάποια πράγματα που μπορείτε να κάνετε αν η ανίχνευση δεν είναι επιτυχής.
Ελέγξτε τις Σημειώσεις Υλικού για την έκδοση του FreeBSD που χρησιμοποιείτε, για να βεβαιωθείτε ότι το υλικό σας υποστηρίζεται.
Αν το υλικό σας υποστηρίζεται και εξακολουθείτε να έχετε
κολλήματα ή άλλα προβλήματα, θα πρέπει να δημιουργήσετε ένα
προσαρμοσμένο πυρήνα. Αυτό
θα σας επιτρέψει να προσθέσετε υποστήριξη για συσκευές οι οποίες
δεν υπάρχουν στον πυρήνα GENERIC. Ο πυρήνας
στο μέσο εγκατάστασης έχει δημιουργηθεί με την υπόθεση ότι οι
περισσότερες συσκευές βρίσκονται στις προεπιλεγμένες ρυθμίσεις
τους όσο αφορά τα IRQs, τις διευθύνσεις IO και τα κανάλια DMA.
Αν έχετε αλλάξει αυτές τις ρυθμίσεις ίσως χρειαστεί να αλλάξετε
τις ρυθμίσεις του πυρήνα και να τον επαναμεταγλωττίσετε για να
μπορέσει το FreeBSD να εντοπίσει τις συσκευές σας.
Είναι επίσης πιθανό η διαδικασία ανίχνευσης για μια συσκευή που δεν είναι εγκατεστημένη να προκαλέσει πρόβλημα στην ανίχνευση μιας άλλης υπαρκτής συσκευής. Στην περίπτωση αυτή, θα πρέπει να αφαιρέσετε την ανίχνευση για τη συσκευή που δημιουργεί το πρόβλημα.
Κάποια προβλήματα εγκατάστασης μπορούν να αποφευχθούν ή να μειωθούν με την αναβάθμιση firmware διάφορων συσκευών υλικού και ειδικότερα της μητρικής. Το firmware της μητρικής είναι συχνά γνωστό με τον όρο BIOS. Οι περισσότεροι κατασκευαστές μητρικών διαθέτουν μια δικτυακή τοποθεσία από όπου μπορείτε να κατεβάσετε αναβαθμισμένες εκδόσεις και ανάλογες πληροφορίες.
Οι κατασκευαστές συνήθως συνιστούν να μην αναβαθμίζετε το BIOS της μητρικής αν δεν υπάρχει καλός λόγος, όπως για παράδειγμα μια κρίσιμη ενημέρωση. Η ενημέρωση ενδέχεται να αποτύχει αφήνοντας το BIOS σε μια ενδιάμεση κατάσταση και τον υπολογιστή εκτός λειτουργίας.
3.10.2.1. | Το σύστημα μου σταματά να ανταποκρίνεται κατά την ανίχνευση συσκευών στην εκκίνηση ή συμπεριφέρεται περίεργα κατά την εγκατάσταση. |
Το FreeBSD κάνει εκτεταμένη χρήση των υπηρεσιών ACPI
(εφόσον υπάρχει) στις αρχιτεκτονικές i386, amd64 και ia64
ώστε να ρυθμίσει σωστά τις συσκευές κατά την εκκίνηση.
Δυστυχώς υπάρχουν ακόμα κάποια προβλήματα τόσο στο
ACPI όσο και στο BIOS firmware αρκετών
μητρικών. Μπορείτε να απενεργοποιήσετε το ACPI θέτοντας
set hint.acpi.0.disabled="1"Καθώς η ρύθμιση αυτή χάνεται σε κάθε εκκίνηση, είναι
απαραίτητο να προσθέσετε την οδηγία
|
Το ακόλουθο κεφάλαιο θα καλύψει τις βασικές εντολές και λειτουργίες του λειτουργικού συστήματος FreeBSD. Το μεγαλύτερο μέρος αυτής της ύλης σχετίζεται με όλα τα Λ.Σ. που είναι βασισμένα στο UNIX®. Εάν η ύλη σας φαίνεται οικεία μπορείτε να διατρέξετε γρήγορα αυτό το κεφάλαιο. Εάν - αντιθέτως - είστε νέος στο FreeBSD τότε οπωσδήποτε θα πρέπει να διαβάσετε προσεκτικά ολόκληρο το κεφάλαιο.
Μετά την ανάγνωση του κεφαλαίου, θα γνωρίζετε:
Πως να χρησιμοποιείτε τις “εικονικές κονσόλες” του FreeBSD.
Πως λειτουργούν οι άδειες αρχείων στο UNIX® και θα καταλάβετε την χρήση των file flags στο FreeBSD.
Την προεπιλεγμένη διάταξη του συστήματος αρχείων του FreeBSD.
Την οργάνωση των δίσκων στο FreeBSD.
Τι είναι και πώς λειτουργεί η προσάρτηση (mount) και αποπροσάρτηση (unmount) συστημάτων αρχείων.
Τι είναι οι διεργασίες (processes), τα σήματα (signals) και οι δαίμονες (daemons).
Τι είναι το κέλυφος (shell) και πως να αλλάζετε το προεπιλεγμένο περιβάλλον εργασίας.
Πως να χρησιμοποιείτε βασικά προγράμματα επεξεργασίας κειμένου (editors).
Τι είναι οι συσκευές (devices) και τα αρχεία συσκευής (device nodes).
Ποια έκδοση εκτελέσιμων χρησιμοποιείται στο FreeBSD.
Πως να διαβάζετε τις σελίδες βοηθείας (manual pages) για περισσότερες πληροφορίες.
Μπορείτε να χειριστείτε το FreeBSD με διάφορους τρόπους. Ένας από αυτούς, είναι πληκτρολογώντας εντολές κειμένου σε ένα τερματικό. Με αυτό τον τρόπο έχετε στα χέρια σας ένα ευέλικτο και δυνατό λειτουργικό σύστημα UNIX®. Αυτή η ενότητα περιγράφει τι είναι τα “τερματικά” και οι “κονσόλες” και πως μπορούν να χρησιμοποιηθούν στο FreeBSD.
Εάν δεν έχετε ρυθμίσει το FreeBSD να ξεκινά αυτόματα κάποιο γραφικό περιβάλλον εργασίας, τότε αμέσως μετά την εκκίνηση του συστήματος και την ολοκλήρωση των σεναρίων εκκίνησης (startup scripts) θα εμφανιστεί η προτροπή σύνδεσης (login prompt). Θα δείτε κάτι παρόμοιο στην οθόνη σας:
Το μήνυμα μπορεί να είναι λίγο διαφορετικό στο σύστημα σας, αλλά δεν πρέπει να διαφέρει κατά πολύ. Θα εστιάσουμε την προσοχή μας στις τελευταίες δύο γραμμές. Η προτελευταία γραμμή αναφέρει:
Αυτή η γραμμή περιέχει μερικές πληροφορίες για το σύστημα που
μόλις εκκινήσατε. Έχετε μπροστά σας μια κονσόλα
“FreeBSD”, που τρέχει με επεξεργαστή αρχιτεκτονικής x86
της Intel ή άλλον συμβατό
[1].
Το όνομα αυτής της μηχανής (όλες οι μηχανές UNIX® έχουν κάποιο
όνομα) είναι pc3.example.org, και έχετε ανοικτό
μπροστά σας το τερματικό ttyv0 —
κονσόλα του συστήματος.
Ολοκληρώνοντας, η τελευταία γραμμή είναι πάντα:
Σε αυτό το μέρος θα πρέπει να πληκτρολογήσετε το “όνομα χρήστη” (username) για να συνδεθείτε στο FreeBSD. Στην επόμενη ενότητα θα περιγράψουμε ακριβώς αυτήν την διαδικασία.
Το FreeBSD είναι ένα σύστημα πολυχρηστικό (multiuser) και πολυεπεξεργαστικό (multiprocessing). Αυτός είναι ο ακαδημαϊκός ορισμός που δίνεται συνήθως σε ένα σύστημα που μπορεί να χρησιμοποιείται από πολλούς διαφορετικούς ανθρώπους, ενώ ταυτόχρονα τρέχουν διαφορετικά προγράμματα στην ίδια μηχανή.
Κάθε σύστημα multiuser χρειάζεται κάποιους τρόπους ώστε να ξεχωρίζει κάθε “χρήστη” από τους υπολοίπους. Στο FreeBSD (όπως και σε όλα τα Λ.Σ. που βασίζονται στο UNIX®), αυτό επιτυγχάνεται απαιτώντας κάθε χρήστης να “είναι συνδεδεμένος (log in)” πριν να μπορεί να τρέξει προγράμματα. Κάθε χρήστης έχει ξεχωριστό όνομα (το “όνομα χρήστη ή username”) και μία προσωπική δικλείδα ασφαλείας, (τον “κωδικό πρόσβασης ή password”). Αυτά θα ζητηθούν από το FreeBSD σε κάθε χρήστη πριν να του επιτραπεί να τρέξει οποιαδήποτε εφαρμογή.
Αμέσως μετά την ολοκλήρωση των διεργασιών εκκίνησης του FreeBSD και των σεναρίων εκκίνησης (startup scripts) [2], θα εμφανιστεί το σύμβολο της προτροπής (prompt) και θα σας ζητηθεί ένα έγκυρο όνομα χρήστη:
Για παράδειγμα, ας υποθέσουμε πως το όνομα χρήστη σας είναι
john. Πληκτρολογήστε john
στην προτροπή και πατήστε Enter. Θα ακολουθήσει μια
νέα προτροπή για να δώσετε τον
“κωδικό πρόσβασης (password)”:
john
Password:Πληκτρολογήστε τώρα τον κωδικό πρόσβασης του
john, και πατήστε Enter. Ο
κωδικός πρόσβασης δεν είναι ορατός! Δεν
χρειάζεται να ανησυχείτε για αυτό. Είναι επαρκές να πούμε πως αυτό
συμβαίνει για λόγους ασφαλείας.
Αν έχετε πληκτρολογήσει σωστά τον κωδικό πρόσβασης, τότε έχετε συνδεθεί στο FreeBSD και είστε έτοιμοι να δοκιμάσετε όλες τις διαθέσιμες εντολές UNIX®.
Πρέπει να δείτε το MOTD ή αλλιώς το ημερήσιο
μήνυμα και στη συνέχεια την προτροπή εντολής (ένα
χαρακτήρα #, $, ή
%). Αυτό σημαίνει πως έχετε συνδεθεί επιτυχώς στο
FreeBSD.
Η εκτέλεση εντολών UNIX® σε μία μόνο κονσόλα μπορεί να είναι ικανοποιητική, αλλά το FreeBSD μπορεί να τρέχει ταυτόχρονα πολλά προγράμματα. Η ύπαρξη μίας μόνο κονσόλας για πληκτρολόγηση εντολών θα ήταν πραγματικά ελλιπής για ένα Λ.Σ. όπως το FreeBSD που μπορεί να τρέχει ταυτόχρονα δεκάδες προγράμματα. Εδώ είναι που χρειάζονται οι “εικονικές κονσόλες”.
Το FreeBSD μπορεί να ρυθμιστεί κατάλληλα ώστε να παρουσιάζεται με διάφορες εικονικές κονσόλες. Η εναλλαγή από μία εικονική κονσόλα σε οποιαδήποτε άλλη μπορεί να γίνει πατώντας μερικά πλήκτρα στο πληκτρολόγιο. Η κάθε κονσόλα έχει το δικό της κανάλι εξόδου, και καθώς εναλλάσσετε εικονικές κονσόλες το FreeBSD αποθηκεύει και επαναφέρει προσεκτικά το αντίστοιχο πληκτρολόγιο και οθόνη για κάθε κονσόλα σαν να υπήρχε πραγματική εναλλαγή.
Συνδυασμοί ειδικών πλήκτρων χρησιμοποιούνται από το FreeBSD για την εναλλαγή κονσολών [3]. Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε Alt+F1, Alt+F2,έως Alt+F8 για να μεταβείτε στις διάφορες εικονικές κονσόλες του FreeBSD.
Καθώς εναλλάσσεστε από τη μία κονσόλα στην άλλη, το FreeBSD αποθηκεύει και επαναφέρει προσεκτικά την αντίστοιχη οθόνη. Το αποτέλεσμα είναι ένα “οπτικό τρικ” σαν να είχαμε πολλαπλές “εικονικές” οθόνες και πληκτρολόγια που θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε για να τρέχουμε εντολές στο FreeBSD. Τα προγράμματα που τρέχετε από μια κονσόλα δεν σταματούν να λειτουργούν όταν η κονσόλα δεν είναι ορατή. Συνεχίζουν να τρέχουν κι όταν βρίσκεστε σε διαφορετική κονσόλα.
Η εξ' ορισμού ρύθμιση του FreeBSD θα ξεκινήσει με οκτώ εικονικές
κονσόλες. Δεν πρόκειται για μια πολύπλοκη ρύθμιση και μπορείτε εύκολα
να την αλλάξετε ώστε να φορτώνονται περισσότερες ή λιγότερες εικονικές
κονσόλες κατά την εκκίνηση. Το πλήθος και η παραμετροποίηση των
εικονικών κονσολών ρυθμίζεται στο αρχείο
/etc/ttys.
Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε το αρχείο
/etc/ttys για να ρυθμίσετε τις εικονικές κονσόλες
στο FreeBSD. Κάθε γραμμή του αρχείου που δεν είναι σχόλιο (οι γραμμές
που δεν ξεκινούν με τον χαρακτήρα #) περιέχουν
ρυθμίσεις για ένα τερματικό ή για μια εικονική κονσόλα. Η
προκαθορισμένη έκδοση του αρχείου, η οποία περιέχεται στην διανομή
FreeBSD, περιέχει εννέα εικονικές κονσόλες, εκ των οποίων οι οκτώ είναι
ενεργοποιημένες. Είναι στις γραμμές που ξεκινούν με
ttyv:
Για μια λεπτομερή περιγραφή κάθε στήλης του αρχείου και όλων των ρυθμίσεων που μπορούν να εφαρμοστούν για τις εικονικές κονσόλες συμβουλευτείτε την σελίδα βοηθείας ttys(5).
Μπορείτε να βρείτε μια λεπτομερή περιγραφή για το τι είναι
“κατάσταση ενός χρήστη” στην ενότητα
Τμήμα 13.6.2, “Κατάσταση Λειτουργίας Ενός Χρήστη”. Αξίζει να αναφέρουμε πως υπάρχει
ενεργή μόνο μία κονσόλα όταν τρέχετε το FreeBSD σε κατάσταση ενός
χρήστη. Δεν υπάρχουν διαθέσιμες εικονικές κονσόλες. Στο
αρχείο /etc/ttys μπορείτε να βρείτε τις
ρυθμίσεις σε κατάσταση ενός χρήστη. Αναζητήστε την γραμμή που ξεκινά
με console:
Όπως αναφέρουν τα σχόλια πάνω από το console,
μπορείτε να επεξεργαστείτε αυτήν τη γραμμή και να αντικαταστήσετε
την λέξη secure με insecure.
Σε αυτή την περίπτωση κατά την εκκίνηση του FreeBSD σε κατάσταση ενός
χρήστη, θα σας ζητηθεί ο κωδικός πρόσβασης του υπερχρήστη
root.
Προσέχετε όταν κάνετε την μετατροπή σε
insecure. Εάν τύχει να ξεχάσετε τον
κωδικό πρόσβασης του root, η πρόσβαση σε
κατάσταση λειτουργίας ενός χρήστη μπορεί να γίνει δύσβατη. Υπάρχει
ακόμη τρόπος να κάνετε εκκίνηση, αλλά ίσως να είναι δύσκολο για
κάποιον που δεν γνωρίζει πολλά για τις διεργασίες και τα
προγράμματα εκκίνησης του FreeBSD.
Η προεπιλεγμένη απεικόνιση της κονσόλας στο FreeBSD μπορεί να ρυθμιστεί σε ανάλυση 1024x768, 1280x1024, ή σε οποιοδήποτε άλλο μέγεθος υποστηρίζεται από την κάρτα γραφικών και την οθόνη σας. Για να χρησιμοποιήσετε διαφορετική ανάλυση, θα πρέπει πρώτα από όλα να επαναμεταγλωττίσετε τον πυρήνα σας, και να συμπεριλάβετε τις παρακάτω δύο επιλογές:
Μετά τη μεταγλώττιση του πυρήνα με τις παραπάνω δύο επιλογές, μπορείτε να βρείτε ποιες αναλύσεις υποστηρίζονται από το υλικό σας, χρησιμοποιώντας το βοηθητικό πρόγραμμα vidcontrol(1). Για να δείτε μια λίστα από τις υποστηριζόμενες αναλύσεις, δώστε την ακόλουθη εντολή:
# vidcontrol -i modeΗ έξοδος της εντολής αυτής, είναι μια λίστα από αναλύσεις οθόνης
που υποστηρίζονται από το υλικό σας. Μπορείτε έπειτα να επιλέξετε
μια νέα ανάλυση, δίνοντας την ως όρισμα στην vidcontrol(1) σε
μια κονσόλα που έχετε συνδεθεί ως root:
# vidcontrol MODE_279Αν η νέα ανάλυση γίνει δεκτή, μπορείτε να την ορίσετε ως
προεπιλεγμένη για κάθε εκκίνηση, με την κατάλληλη ρύθμιση στο αρχείο
/etc/rc.conf:
Το FreeBSD είναι απόγονος του BSD UNIX®, και για αυτό το λόγο βασίζεται σε μερικές έννοιες κλειδιά του UNIX®. Η πρώτη και πιο σημαντική είναι πως το FreeBSD είναι ένα πολυχρηστικό (multiuser) λειτουργικό σύστημα. Το σύστημα μπορεί να εξυπηρετήσει πολλούς χρήστες που εργάζονται ταυτόχρονα και σε εντελώς ανεξάρτητες εφαρμογές. Το σύστημα είναι υπεύθυνο για τον σωστό διαμοιρασμό και τις ανάγκες διαχείρισης συσκευών hardware, περιφερειακών, μνήμης, και την σωστή κατανομή των πόρων της CPU για κάθε χρήστη.
Επειδή το σύστημα έχει την ικανότητα να εξυπηρετεί πολλούς χρήστες, σε οτιδήποτε διαχειρίζεται, υπάρχει μια ομάδα αδειών που ορίζει ποιος μπορεί να διαβάσει, να γράψει και να εκτελέσει αυτούς τους πόρους. Οι άδειες αποθηκεύονται σε οκτάδες διαχωρισμένες σε τρία μέρη, ένα για τον ιδιοκτήτη του αρχείου, ένα για την ομάδα στην οποία ανήκει το αρχείο, και ένα μέρος για όλους τους άλλους. Στη συνέχεια παρουσιάζεται πίνακας με τις αντιστοιχίες μεταξύ των ομάδων αδειών και των αριθμητικών τους τιμών.
| Τιμή | Άδεια | Εμφάνιση σε περιεχόμενα καταλόγων |
|---|---|---|
| 0 | Ανάγνωση:όχι, Εγγραφή:όχι, Εκτέλεση:όχι | --- |
| 1 | Ανάγνωση:όχι, Εγγραφή:όχι, Εκτέλεση:ναι | --x |
| 2 | Ανάγνωση:όχι, Εγγραφή:ναι, Εκτέλεση:όχι | -w- |
| 3 | Ανάγνωση:όχι, Εγγραφή:ναι, Εκτέλεση:ναι | -wx |
| 4 | Ανάγνωση:ναι, Εγγραφή:όχι, Εκτέλεση:όχι | r-- |
| 5 | Ανάγνωση:ναι, Εγγραφή:όχι, Εκτέλεση:ναι | r-x |
| 6 | Ανάγνωση:ναι, Εγγραφή:ναι, Εκτέλεση:όχι | rw- |
| 7 | Ανάγνωση:ναι, Εγγραφή:ναι, Εκτέλεση:ναι | rwx |
Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε την εντολή ls(1) με πρόθεμα
-l στην γραμμή εντολών για να δείτε τα περιεχόμενα
καταλόγου και παρατηρήστε πως περιέχεται μια στήλη με τις άδειες των
αρχείων για τον ιδιοκτήτη, την ομάδα, και για όλους τους άλλους. Για
παράδειγμα, αν δώσουμε ls -l σε ένα τυχαίο
κατάλογο:
% ls -l
total 530
-rw-r--r-- 1 root wheel 512 Sep 5 12:31 myfile
-rw-r--r-- 1 root wheel 512 Sep 5 12:31 otherfile
-rw-r--r-- 1 root wheel 7680 Sep 5 12:31 email.txt
...Η πρώτη στήλη που παίρνουμε με την εντολή ls -l
διαχωρίζεται ως εξής:
Ο πρώτος χαρακτήρας (από τα αριστερά) μας ενημερώνει αν πρόκειται
για ένα κανονικό αρχείο, κατάλογο, ειδική συσκευή χαρακτήρων,
υποδοχέα (socket), ή οποιαδήποτε άλλo αρχείο ψευδο-συσκευής. Στην
περίπτωση μας, το - υποδηλώνει ένα κανονικό αρχείο.
Οι ακόλουθοι τρεις χαρακτήρες, στο παράδειγμα μας,
rw-, ορίζουν τις άδειες για τον ιδιοκτήτη του
αρχείου. Οι τρεις επόμενοι χαρακτήρες, r--, ορίζουν
τις άδειες για την ομάδα στην οποία ανήκει το αρχείο. Οι τελευταίοι
τρεις χαρακτήρες, r--, ορίζουν τις άδειες για τον
υπόλοιπο κόσμο. Η παύλα σημαίνει πως η άδεια είναι απενεργοποιημένη.
Στην περίπτωση του αρχείου μας, οι άδειες έχουν οριστεί ώστε ο
ιδιοκτήτης να μπορεί να διαβάζει και να γράφει στο αρχείο, η ομάδα να
μπορεί να διαβάσει το αρχείο, και ο υπόλοιπος κόσμος να μπορεί μόνο να
διαβάσει το αρχείο. Σύμφωνα με τον παραπάνω πίνακα, οι άδειες για αυτό
το αρχείο είναι 644, όπου καθένα από τα τρία ψηφία
παρουσιάζει το αντίστοιχο μέρος αδειών του αρχείου.
Μέχρι εδώ είναι όλα καλά, αλλά όμως πως το σύστημα ελέγχει τις
άδειες συσκευών; Το FreeBSD μεταχειρίζεται τις περισσότερες συσκευές σαν
ένα αρχείο το οποίο τα προγράμματα μπορούν να ανοίξουν, να διαβάσουν
και να γράψουν σε αυτό σαν να ήταν ένα οποιοδήποτε αρχείο. Αυτά τα
ειδικά αρχεία συσκευών αποθηκεύονται στον κατάλογο
/dev.
Το σύστημα μεταχειρίζεται επίσης και τους καταλόγους ως αρχεία. Έχουν άδειες ανάγνωσης, εγγραφής και εκτέλεσης. Το bit που ορίζει την εκτέλεση στους καταλόγους έχει ελαφρώς διαφορετικό νόημα από ότι στα αρχεία. Όταν ένας κατάλογος έχει οριστεί εκτελέσιμος, σημαίνει πως είναι προσπελάσιμος, δηλαδή είναι επιτρεπτό να περάσουμε σε ένα υποκατάλογο του (να κάνουμε “cd”). Αυτό επίσης σημαίνει πως επιτρέπεται η πρόσβαση σε όλα τα γνωστά (αυτό έχει να κάνει με τις άδειες των ίδιων των αρχείων) αρχεία.
Ειδικότερα, για να εμφανίζονται τα περιεχόμενα καταλόγου πρέπει να έχει τεθεί άδεια ανάγνωσης (read) στον κατάλογο, ενώ για να διαγραφεί ένα αρχείο του οποίου γνωρίζετε το όνομα είναι αναγκαίο να έχουν δοθεί οι άδειες εγγραφής (write) και εκτέλεσης (execute) στον κατάλογο που περιέχει το αρχείο.
Υπάρχουν κι άλλα bit αδειών, αλλά χρησιμοποιούνται κυρίως σε ειδικές περιπτώσεις όπως σε setuid binaries και sticky directories. Αν θέλετε περισσότερες πληροφορίες για τις άδειες αρχείων και πως να τις ορίζετε, συμβουλευτείτε οπωσδήποτε την σελίδα manual chmod(1).
Οι συμβολικές άδειες, μερικές φορές αναφέρονται και ως συμβολικές εκφράσεις, χρησιμοποιούν χαρακτήρες στην θέση των οκτώ τιμών για να θέτουν άδειες σε αρχεία ή καταλόγους. Οι συμβολικές εκφράσεις χρησιμοποιούν την σύνταξη (ποιος) (ενέργεια) (άδειες), όπου είναι διαθέσιμες οι ακόλουθες τιμές:
| Επιλογή | Γράμμα | Σημαίνει |
|---|---|---|
| (ποιος) | u | User (Χρήστης) |
| (ποιος) | g | Group owner (Ομάδα που ανήκει) |
| (ποιος) | o | Other (Υπόλοιποι χρήστες) |
| (ποιος) | a | All (όλοι, “world”) |
| (ενέργεια) | + | Πρόσθεση αδειών |
| (ενέργεια) | - | Αφαίρεση αδειών |
| (ενέργεια) | = | Άμεσος ορισμός αδειών |
| (άδειες) | r | Read (Ανάγνωση) |
| (άδειες) | w | Write (Εγγραφή) |
| (άδειες) | x | Execute (Εκτέλεση) |
| (άδειες) | t | Sticky bit |
| (άδειες) | s | Set UID ή GID |
Οι τιμές εισάγονται με την εντολή chmod(1) όπως πριν, αλλά
με γράμματα. Για παράδειγμα, θα μπορούσατε να χρησιμοποιήσετε την
ακόλουθη εντολή για να απαγορεύσετε σε άλλους χρήστες την πρόσβαση στο
FILE:
% chmod go= FILEΜπορούν να γίνουν πάνω από μία αλλαγές στις άδειες ενός αρχείου ταυτόχρονα διαχωρίζοντας τις αλλαγές με κόμμα. Για παράδειγμα, η ακόλουθη εντολή θα αφαιρέσει στην ομάδα και στον “υπόλοιπο κόσμο” την άδεια εγγραφής, και στη συνέχεια θα προσθέσει άδεια εκτέλεσης σε όλους.
% chmod go-w,a+x FILEΠέρα από τις άδειες αρχείων που συζητήθηκαν πριν από λίγο, το FreeBSD υποστηρίζει την χρήση των “file flags.” Αυτά τα flags προσθέτουν ένα επιπρόσθετο επίπεδο ασφαλείας και ελέγχου σε αρχεία, αλλά όχι σε καταλόγους.
Αυτά τα flags προσθέτουν ένα πρόσθετο επίπεδο ελέγχου σε αρχεία,
διασφαλίζοντας μας πως σε κάποιες περιπτώσεις ακόμη κι ο
root να μην μπορεί να διαγράψει ή να μετατρέψει
αρχεία.
Η μετατροπή των file flags γίνεται με την chflags(1),
χρησιμοποιώντας μια απλή διασύνδεση. Για παράδειγμα, για να
ενεργοποιήσουμε το flag του συστήματος μη διαγραφής αρχείου στο
αρχείο file1, δίνουμε την ακόλουθη εντολή:
# chflags sunlink file1Για να απενεργοποιήσουμε το flag του συστήματος μη διαγραφής
αρχείου, απλά δίνουμε την προηγούμενη εντολή με “no”
μπροστά από το sunlink. Παρατηρήστε:
# chflags nosunlink file1Για να δείτε τα flags ενός αρχείου, χρησιμοποιήστε την εντολή
ls(1) με το πρόθεμα -lo:
# ls -lo file1Στην έξοδο θα πρέπει να δείτε κάτι παρόμοιο με το ακόλουθο:
Μερικά flags μπορούν να προστεθούν ή να αφαιρεθούν μόνο από τον
χρήστη root. Στις υπόλοιπες περιπτώσεις, ο
ιδιοκτήτης του αρχείου μπορεί να θέσει αυτά τα flags. Προτείνουμε
στους διαχειριστές να διαβάσουν τις σελίδες βοηθείας
chflags(1) και chflags(2) για περισσότερες
πληροφορίες.
Εκτός από τις άδειες που έχουμε συζητήσει ήδη, υπάρχουν τρεις
ακόμα τις οποίες κάθε διαχειριστής πρέπει να γνωρίζει. Πρόκειται για
τις άδειες setuid, setgid και
sticky.
Οι παραπάνω είναι σημαντικές για κάποιες λειτουργίες στο UNIX®, καθώς παρέχουν λειτουργίες που δεν είναι φυσιολογικά διαθέσιμες στους κοινούς χρήστες. Για να τις κατανοήσετε, θα πρέπει πρώτα να καταλάβετε την διαφορά μεταξύ του πραγματικού αναγνωριστικού χρήστη (real user ID) και του ενεργού αναγνωριστικού χρήστη (effective user ID).
Το πραγματικό ID του χρήστη, είναι το UID
στο οποίο ανήκει, ή με το οποίο ξεκινά, μια διεργασία. Το ενεργό
UID, είναι το αναγνωριστικό χρήστη το οποίο
εκτελεί την διεργασία. Για παράδειγμα, το βοηθητικό πρόγραμμα
passwd(1) εκτελείται με το πραγματικό ID του χρήστη που αλλάζει
τον κωδικό του. Ωστόσο, για να μπορεί να διαχειριστεί την βάση
δεδομένων με τους κωδικούς του συστήματος, το πρόγραμμα αυτό
χρησιμοποιεί ως ενεργό ID αυτό του χρήστη root.
Με αυτό τον τρόπο, επιτρέπεται στους απλούς χρήστες να αλλάζουν τους
κωδικούς τους χωρίς να παίρνουν το μήνυμα λάθους
Permission Denied (απαγόρευση
πρόσβασης).
Η επιλογή nosuid στην εντολή mount(8)
θα προκαλέσει αποτυχία εκτέλεσης αυτών των εντολών, και μάλιστα
χωρίς κάποιο μήνυμα λάθους. Με λίγα λόγια, η εκτέλεση τους θα
αποτύχει, και ο χρήστης δεν θα ενημερωθεί για αυτό. Η επιλογή
αυτή δεν είναι επίσης απόλυτα ασφαλής, καθώς (σύμφωνα με τη σελίδα
manual mount(8)) υπάρχει τρόπος να παρακαμφθεί μέσω κάποιου
ενδιάμεσου nosuid προγράμματος (wrapper).
Μπορείτε να καθορίσετε την άδεια setuid, τοποθετώντας τον αριθμό τέσσερα (4) μπροστά από το γενικό σετ των αδειών, όπως φαίνεται στο ακόλουθο παράδειγμα:
# chmod 4755 suidexample.shΟι άδειες στο αρχείο
θα
φαίνονται τώρα όπως παρακάτω:suidexample.sh
Παρατηρήστε στο παράδειγμα, ότι το s είναι
πλέον μέλος του συνόλου αδειών που έχουν καθοριστεί για τον ιδιοκτήτη
του αρχείου, και έχει αντικαταστήσει την αντίστοιχη άδεια εκτέλεσης.
Με τον τρόπο αυτό λειτουργούν προγράμματα που χρειάζονται αυξημένα
δικαιώματα, όπως για παράδειγμα η εντολή
passwd.
Για να παρατηρήσετε αυτή τη λειτουργία την ώρα που συμβαίνει,
ανοίξτε δύο τερματικά. Στο πρώτο, ξεκινήστε την εντολή
passwd ως κανονικός χρήστης. Καθώς η εντολή
εκτελείται και περιμένει για την εισαγωγή του νέου κωδικού, ελέγξτε
τον πίνακα διεργασιών και αναζητήστε τις πληροφορίες του χρήστη που
εκτελεί την εντολή passwd.
Στο τερματικό Α:
Στο τερματικό Β:
# ps aux | grep passwdΌπως είπαμε παραπάνω, η εντολή passwd
εκτελείται από ένα κανονικό χρήστη, αλλά χρησιμοποιεί το ενεργό
UID του χρήστη root.
Η άδεια setgid εκτελεί την ίδια λειτουργία όπως
και η setuid, αλλά επιδρά στις άδειες της ομάδας
(group). Όταν εκτελέσετε μια τέτοια εφαρμογή ή βοηθητικό πρόγραμμα,
θα χρησιμοποιεί τις άδειες της ομάδας στην οποία ανήκει το αρχείο,
και όχι του χρήστη που την ξεκίνησε.
Για να θέσετε την άδεια setgid σε ένα αρχείο,
θα πρέπει να τοποθετήσετε τον αριθμό δύο (2) μπροστά από το σύνολο
αδειών, στην εντολή chmod. Δείτε το παρακάτω
παράδειγμα:
# chmod 2755 sgidexample.shΌπως και πριν, θα παρατηρήσετε τη νέα άδεια s,
αλλά αυτή τη φορά στο σετ των αδειών της ομάδας:
Στα παραδείγματα μας, αν και το αρχείο είναι ένα εκτελέσιμο script για κέλυφος, δεν θα εκτελεστεί με διαφορετικό ενεργό ID (EUID). Αυτό συμβαίνει γιατί σε αυτά τα scripts δεν επιτρέπεται η πρόσβαση στις κλήσεις setuid(2) του συστήματος.
Οι δύο πρώτες ειδικές άδειες που αναφέραμε,
οι setuid και setgid,
ενδεχομένως να μειώσουν την ασφάλεια του συστήματος, αφού επιτρέπουν
σε προγράμματα να εκτελούνται με αυξημένα δικαιώματα. Υπάρχει ωστόσο
μια τρίτη ειδική άδεια, η οποία μπορεί να αυξήσει την ασφάλεια του
συστήματος: το sticky bit.
Όταν θέσετε το sticky bit σε ένα κατάλογο,
επιτρέπεται η διαγραφή ενός αρχείου μόνο από τον ιδιοκτήτη του.
Η άδεια αυτή είναι χρήσιμη για να αποφεύγεται η διαγραφή ενός αρχείου
από κοινόχρηστους καταλόγους, όπως για παράδειγμα ο
/tmp, από κάποιο χρήστη που
δεν είναι ο ιδιοκτήτης του. Για να θέσετε αυτή την άδεια, τοποθετήστε
τον αριθμό ένα (1) στην αρχή του σετ αδειών:
# chmod 1777 /tmpΜπορείτε τώρα να δείτε το αποτέλεσμα, χρησιμοποιώντας την εντολή
ls:
# ls -al / | grep tmpΗ άδεια sticky bit φαίνεται ως
t στο τέλος του συνόλου των αδειών.
Η ιεραρχική δομή του FreeBSD είναι ένα βασικό στοιχείο που πρέπει να γνωρίζετε αν θέλετε να έχετε μια ολοκληρωμένη εικόνα του συστήματος. Η πιο σημαντική έννοια είναι αυτή του ριζικού (root) καταλόγου, “/”. Αυτός ο κατάλογος προσαρτάται (mount) πρώτος κατά την εκκίνηση και περιέχει το βασικό σύστημα ικανό να ετοιμάσει το Λ.Σ. για λειτουργία multi-user. Ο root κατάλογος περιέχει επίσης σημεία προσάρτησης για άλλα συστήματα αρχείων που προσαρτώνται κατά την μετάβαση σε κατάσταση λειτουργίας multi-user.
Σημείο προσάρτησης (mount point) είναι ένας κατάλογος στον οποίο
μπορούν να αναπτυχθούν πρόσθετα συστήματα αρχείων σε ένα γονικό σύστημα
αρχείων (συνήθως στο root σύστημα αρχείων). Αυτό περιγράφεται
αναλυτικά στην ενότητα Τμήμα 4.5, “Οργάνωση Δίσκου”. Στα
στάνταρντ σημεία προσάρτησης περιλαμβάνονται:
οι /usr, /var,
/tmp, /mnt, και
/cdrom. Αυτοί οι
κατάλογοι συνήθως είναι καταχωρημένοι στο αρχείο
/etc/fstab. Το /etc/fstab
είναι ένας πίνακας αντιστοιχίας διαφόρων συστημάτων αρχείων και σημείων
προσάρτησης για αναφορά στο σύστημα. Τα περισσότερα συστήματα
που αναφέρονται στο /etc/fstab προσαρτώνται
αυτόματα κατά την εκκίνηση του συστήματος από το script rc(8) εκτός
αν περιέχεται η επιλογή noauto. Λεπτομέρειες μπορείτε
να βρείτε στο Τμήμα 4.6.1, “Το Αρχείο fstab”.
Μια πλήρη περιγραφή της ιεραρχίας του συστήματος αρχείων είναι διαθέσιμη στο hier(7). Ακολουθεί μια σύντομη ανασκόπηση με τους πιο συνήθεις καταλόγους.
| Κατάλογος | Περιγραφή |
|---|---|
/ | Ριζικός (root) κατάλογος του συστήματος αρχείων. |
/bin/ | Χρήσιμα εργαλεία για περιβάλλον ενός ή πολλαπλών χρηστών. |
/boot/ | Προγράμματα και αρχεία ρυθμίσεων που χρησιμοποιούνται κατά την εκκίνηση του λειτουργικού συστήματος. |
/boot/defaults/ | Προκαθορισμένα αρχεία ρυθμίσεων εκκίνησης, δείτε loader.conf(5). |
/dev/ | Αρχεία συσκευών, δείτε intro(4). |
/etc/ | Αρχεία ρυθμίσεων συστήματος και σενάρια εκκίνησης. |
/etc/defaults/ | Προκαθορισμένα αρχεία ρυθμίσεων συστήματος, δείτε την rc(8). |
/etc/mail/ | Αρχεία ρυθμίσεων για πράκτορες μεταφοράς ηλεκτρ. ταχυδρομείου (ΜΤΑ) όπως το sendmail(8). |
/etc/namedb/ | Αρχεία ρυθμίσεων named, δείτε
named(8). |
/etc/periodic/ | Σενάρια λειτουργιών που τρέχουν σε ημερήσια, εβδομαδιαία, και μηνιαία βάση, cron(8); δείτε periodic(8). |
/etc/ppp/ | Αρχεία ρυθμίσεων ppp, δείτε τις
ppp(8). |
/mnt/ | Κενός κατάλογος που συνήθως χρησιμοποιείται από τους διαχειριστές συστημάτων ως προσωρινό σημείο προσάρτησης. |
/proc/ | Σύστημα αρχείων διεργασιών, δείτε τις procfs(5), mount_procfs(8). |
/rescue/ | Προγράμματα με στατική σύνδεση (static link) για ασφαλή επαναφορά συστήματος, δείτε την rescue(8). |
/root/ | Προσωπικός κατάλογος του χρήστη
root. |
/sbin/ | Προγράμματα συστήματος και χρήσιμα εργαλεία διαχείρισης για περιβάλλον ενός ή πολλαπλών χρηστών. |
/tmp/ | Προσωρινά αρχεία. Τα περιεχόμενα του
/tmp συνήθως δεν
διατηρούνται μετά από επανεκκίνηση του συστήματος. Στο
/tmp συνήθως
προσαρτάται ένα σύστημα αρχείων μνήμης. Αυτό μπορεί να
επιτευχθεί αυτομάτως χρησιμοποιώντας τις σχετικές μεταβλητές
tmpmfs του rc.conf(5) (ή με μια καταχώρηση στον
/etc/fstab, δείτε
την mdmfs(8)). |
/usr/ | Περιέχονται σχεδόν όλα τα βοηθητικά προγράμματα και οι εφαρμογές χρηστών. |
/usr/bin/ | Κοινόχρηστα βοηθητικά προγράμματα, εργαλεία προγραμματισμού, και εφαρμογές. |
/usr/include/ | Στάνταρ αρχεία συμπερίληψης C (include files). |
/usr/lib/ | Αρχεία βιβλιοθηκών. |
/usr/libdata/ | Διάφορα αρχεία δεδομένων βοηθητικών προγραμμάτων. |
/usr/libexec/ | Δαίμονες συστήματος & βοηθητικά προγράμματα συστήματος (εκτελούνται από άλλα προγράμματα). |
/usr/local/ | Τοπικά εκτελέσιμα, βιβλιοθήκες, κτλ. Επίσης είναι και ο
προκαθορισμένος προορισμός για προγράμματα που εγκαθίστανται
από τα ports του FreeBSD. Μέσα στον
/usr/local, χρησιμοποιείται γενικά η
διάταξη του /usr που περιγράφεται στο
hier(7). Εξαιρούνται οι κατάλογοι σελίδων βοηθείας
man, που βρίσκεται άμεσα κάτω από τον
/usr/local και όχι κάτω από τον
/usr/local/share, καθώς και η τεκμηρίωση
κάθε port που βρίσκεται στον
share/doc/. |
/usr/obj/ | Δέντρο προορισμού που εξαρτάται από την αρχιτεκτονική
του μηχανήματος και παράγεται μεταγλωττίζοντας το δέντρο
/usr/src. |
/usr/ports/ | Η Συλλογή Ports του FreeBSD (προαιρετικό). |
/usr/sbin/ | Δαίμονες συστήματος & βοηθητικά προγράμματα συστήματος (εκτελούνται από χρήστες). |
/usr/share/ | Αρχεία ανεξάρτητα από την Αρχιτεκτονική του μηχανήματος. |
/usr/src/ | Αρχεία BSD και/ή τοπικά αρχεία πηγαίου κώδικα. |
/usr/X11R6/ | Εκτελέσιμα, βιβλιοθήκες, κτλ. για την διανομή X11R6 (προαιρετικό). |
/var/ | Αρχεία αναφοράς (log) διαφόρων χρήσεων, temporary,
transient, και spool. Μερικές φορές προσαρτάται στον
/var ένα σύστημα
αρχείων μνήμης. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί αυτόματα
χρησιμοποιώντας τις σχετικές μεταβλητές varmfs του
rc.conf(5) (ή με μία καταχώρηση στο
/etc/fstab, δείτε τις
mdmfs(8)). |
/var/log/ | Διάφορα αρχεία συμβάντων του συστήματος. |
/var/mail/ | Αρχεία γραμματοκιβωτίου (mailbox) χρηστών. |
/var/spool/ | Διάφοροι κατάλογοι παροχέτευσης (spool) εκτυπωτών και ηλεκτρονικής αλληλογραφίας του συστήματος. |
/var/tmp/ | Προσωρινά (temporary) αρχεία. Τα αρχεία αυτά συνήθως
διατηρούνται κατά την διάρκεια επανεκκίνησης του συστήματος,
εκτός αν ο /var είναι
ένα σύστημα αρχείων μνήμης. |
/var/yp/ | Απεικονίσεις (maps) NIS. |
Η μικρότερη μονάδα οργάνωσης που χρησιμοποιεί το FreeBSD για να βρει
αρχεία είναι το όνομα αρχείου. Τα ονόματα αρχείων είναι ευαίσθητα στα
κεφαλαία- μικρά, το οποίο σημαίνει ότι το
readme.txt και το README.TXT
είναι δύο διαφορετικά αρχεία. Το FreeBSD δεν χρησιμοποιεί την επέκταση
.txt αρχείου για να προσδιορίσει αν ένα αρχείο
είναι πρόγραμμα, ή έγγραφο, ή άλλος τύπος δεδομένων.
Τα αρχεία αποθηκεύονται σε καταλόγους. Ένας κατάλογος μπορεί να μην περιέχει αρχεία, ή μπορεί να περιέχει εκατοντάδες αρχεία. Ένας κατάλογος μπορεί επίσης να περιέχει άλλους καταλόγους, επιτρέποντας σας να κατασκευάσετε μια ιεραρχική δομή καταλόγων όπου κατάλογοι εσωκλείουν άλλους καταλόγους. Αυτό μας επιτρέπει να οργανώσουμε τα δεδομένα μας πολύ ευκολότερα.
Η αναφορά σε αρχεία και καταλόγους γίνεται δίνοντας το όνομα
αρχείου ή το όνομα καταλόγου, ακολουθεί μία αριστερόστροφη κάθετος,
/ και έπειτα οποιοδήποτε άλλο κατάλληλο όνομα
καταλόγου. Εάν έχετε τον κατάλογο foo, ο οποίος
περιέχει τον κατάλογο bar, ο οποίος περιέχει το
αρχείο readme.txt, τότε το ολοκληρωμένο όνομα,
διαδρομή (path) στο αρχείο είναι
foo/bar/readme.txt.
Κατάλογοι και αρχεία αποθηκεύονται σε ένα σύστημα αρχείων. Κάθε σύστημα αρχείων περιέχει ένα κατάλογο στο ανώτερο επίπεδο, που ονομάζεται root (ριζικός) κατάλογος για το συγκεκριμένο σύστημα αρχείων. Ο root κατάλογος μπορεί να περιέχει άλλους καταλόγους.
Αυτό πιθανώς είναι παρόμοιο με οποιοδήποτε άλλο λειτουργικό
σύστημα έχετε χρησιμοποιήσει. Ωστόσο υπάρχουν μερικές διαφορές. Για
παράδειγμα, το MS-DOS® χρησιμοποιεί \ για να
διαχωρίζει ονόματα καταλόγων και αρχείων, ενώ το Mac OS® χρησιμοποιεί
:.
Το FreeBSD δεν χρησιμοποιεί γράμματα οδηγών ή ονόματα οδηγών στη
διαδρομή. Επομένως δεν θα πρέπει να γράφετε
c:/foo/bar/readme.txt στο FreeBSD.
Αντιθέτως, ένα σύστημα αρχείων καθορίζεται ως root σύστημα
αρχείων. Ο ριζικός κατάλογος του root συστήματος αρχείων
αναφέρεται ως /. Κάθε άλλο σύστημα αρχείου
προσαρτάται κάτω από το root σύστημα αρχείων
Δεν έχει σημασία πόσους δίσκους έχετε στο FreeBSD σύστημα σας,
κάθε κατάλογος εμφανίζεται να είναι μέρος του ίδιου δίσκου.
Ας υποθέσουμε πως έχετε τρία συστήματα αρχείων, τα ονομάζουμε
A, B και C.
Κάθε σύστημα αρχείου έχει έναν ριζικό κατάλογο, ο οποίος περιέχει δύο
άλλους καταλόγους, που τους ονομάζουμε A1,
A2 (και παρομοίως B1,
B2 και C1,
C2).
Ας θεωρήσουμε ότι το A είναι το root σύστημα
αρχείων. Αν χρησιμοποιήσετε την εντολή ls για να
δείτε τα περιεχόμενα αυτού του καταλόγου, θα δείτε δύο υποκαταλόγους,
A1 και A2. Το δέντρο του
καταλόγου μοιάζει σαν αυτό:

Κάθε σύστημα αρχείων πρέπει να προσαρτάται σε ένα κατάλογο
διαφορετικού συστήματος αρχείων. Ας υποθέσουμε πως θέλετε να
προσαρτήσετε το σύστημα αρχείου B στον
κατάλογο A1. Ο ριζικός κατάλογος του
B αντικαθιστά τον A1, και οι
κατάλογοι του B εμφανίζονται αναλόγως:

Όλα τα αρχεία που περιέχονται στους καταλόγους
B1 και B2 τα βρίσκουμε με τη
διαδρομή /A1/B1 ή με /A1/B2
αντίστοιχα. Όλα τα αρχεία που βρίσκονταν στο /A1
είναι προσωρινά κρυμμένα. Θα επανεμφανιστούν όταν ο
B θα αποπροσαρτηθεί από τον
A.
Αν ο B είχε προσαρτηθεί στον
A2 τότε το διάγραμμα θα έδειχνε κάπως έτσι:

και οι διαδρομές θα ήταν /A2/B1 και
/A2/B2 αντίστοιχα.
Τα συστήματα αρχείων μπορούν να προσαρτώνται στην κορυφή άλλων
συστημάτων. Συνεχίζοντας το τελευταίο παράδειγμα, το σύστημα αρχείου
C θα μπορούσε να προσαρτηθεί στην κορυφή του
καταλόγου B1 στο σύστημα αρχείου
B, οδηγώντας σε αυτήν την κατανομή:

Ή ακόμη το C θα μπορούσε να προσαρτηθεί άμεσα
στο σύστημα αρχείου A, κάτω από τον κατάλογο
A1:

Αν γνωρίζετε το σύστημα MS-DOS®, είναι παρόμοιο, αλλά όχι
ακριβώς το ίδιο, με την εντολή join.
Αυτό συνήθως δεν είναι κάτι που πρέπει να γνωρίζετε άμεσα. Τυπικά, εσείς δημιουργείτε συστήματα αρχείων όταν εγκαθιστάτε το FreeBSD και αποφασίζετε το σημείο προσάρτησης αυτών, και έπειτα δεν χρειάζεται να τα αλλάξετε εκτός αν πρόκειται να προσθέσετε ένα καινούργιο δίσκο.
Είναι απόλυτα δυνατόν να έχετε ένα μεγάλο root σύστημα αρχείων, και να μην χρειάζεται να δημιουργήσετε άλλα. Με αυτή την τακτική υπάρχουν μερικά μειονεκτήματα και ένα πλεονέκτημα.
Διαφορετικά συστήματα αρχείων μπορούν να έχουν διαφορετικές
επιλογές προσάρτησης. Για παράδειγμα, με
προσεκτικό σχεδιασμό, το root σύστημα αρχείων μπορεί να
προσαρτηθεί μόνο για ανάγνωση, ώστε να είναι αδύνατη η διαγραφή
ή η μετατροπή κάποιου σημαντικού αρχείου. Διαχωρίζοντας συστήματα
αρχείων με δυνατότητα εγγραφής από τον χρήστη, όπως ο
/home, επιτρέπει επίσης την προσάρτηση τους
ως nosuid. Αυτή η επιλογή περιορίζει την
χρήση εκτελέσιμων που είναι αποθηκευμένα στο σύστημα αρχείων, με
ενεργοποιημένα τα bits
suid/guid,
βελτιώνοντας πιθανώς την ασφάλεια.
Ανάλογα με το πως θα χρησιμοποιηθεί το σύστημα αρχείων, το FreeBSD ρυθμίζει με τον καλύτερο τρόπο την διάταξη των αρχείων στο σύστημα. Επομένως ένα σύστημα που περιέχει πολλά μικρά αρχεία που μεταβάλλονται συχνά, θα έχει διαφορετική διάταξη από ένα άλλο που περιέχει λιγότερα σε αριθμό, αλλά πιο ογκώδη αρχεία. Εάν έχετε ένα μοναδικό σύστημα αρχείων, τότε χάνετε αυτή τη δυνατότητα.
Τα συστήματα αρχείων του FreeBSD είναι πολύ ισχυρά. Ωστόσο, μια αδυναμία σε κάποιο σημαντικό σημείο μπορεί ακόμη να οδηγήσει σε κατάρρευση της δομής του συστήματος αρχείων. Ο διαχωρισμός των δεδομένων σας σε πολλαπλά συστήματα αρχείων κάνει πιο εύκολη μια πιθανή επαναφορά από backup, όταν αυτό είναι αναγκαίο.
Τα συστήματα αρχείων είναι συγκεκριμένου σταθερού μεγέθους. Αν δημιουργήσετε ένα σύστημα αρχείων κατά την εγκατάσταση του FreeBSD και του δώσετε ένα ορισμένο μέγεθος, μπορεί αργότερα να ανακαλύψετε πως χρειάζεστε να φτιάξετε μια μεγαλύτερη κατάτμηση. Αυτό δεν είναι εύκολα πραγματοποιήσιμο δίχως backup, αναδημιουργία του συστήματος αρχείου με το νέο μέγεθος, και επαναφορά των αποθηκευμένων δεδομένων.
Στο FreeBSD περιέχεται η εντολή growfs(8), η οποία επιτρέπει να αυξήσουμε το μέγεθος ενός συστήματος αρχείων κατά τη λειτουργία του, αφαιρώντας αυτόν τον περιορισμό.
Τα συστήματα αρχείων περιέχονται σε κατατμήσεις (partitions).
Αυτό δεν έχει την ίδια έννοια με την κοινή χρήση του όρου κατάτμηση
(όπως για παράδειγμα, η κατάτμηση του MS-DOS®), λόγω της κληρονομιάς
που φέρει το FreeBSD από το UNIX®. Κάθε κατάτμηση αναγνωρίζεται από
ένα λατινικό χαρακτήρα ξεκινώντας από a έως το
h. Κάθε κατάτμηση μπορεί να περιέχει μόνο ένα
σύστημα αρχείων, το οποίο σημαίνει πως η αναφορά στα συστήματα αρχείων
γίνεται είτε από το τυπικό σημείο προσάρτησης στην ιεραρχία του
συστήματος αρχείων, είτε από το λατινικό χαρακτήρα της
κατάτμησης.
Επίσης το FreeBSD χρησιμοποιεί μέρος από το δίσκο για χώρο swap . Ο χώρος Swap παρέχει στο FreeBSD εικονική μνήμη (virtual memory). Αυτό επιτρέπει στον υπολογιστή σας να συμπεριφέρεται σαν να είχε πολύ περισσότερη μνήμη από όσο πραγματικά έχει. Όταν το FreeBSD δεν έχει διαθέσιμη μνήμη μεταφέρει μερικά από τα δεδομένα που δεν χρησιμοποιούνται, την προκειμένη στιγμή, στον χώρο swap, και όταν τα χρειαστεί τα επαναφέρει (ενώ μεταφέρει κάποια άλλα δεδομένα στον χώρο swap).
Υπάρχουν κάποιες συμβάσεις σχετικά με τις κατατμήσεις
| Κατάτμηση | Σύμβαση |
|---|---|
a | Συνήθως περιλαμβάνει το root σύστημα αρχείων |
b | Συνήθως περιλαμβάνει τον χώρο swap |
c | Συνήθως ιδίου μεγέθους με την περιλαμβανόμενη φέτα
(slice). Αυτό επιτρέπει σε βοηθητικά προγράμματα που πρέπει
να δουλέψουν σε ολόκληρο το κομμάτι (για παράδειγμα, ένας
ανιχνευτής κατεστραμμένων μπλοκ) να λειτουργούν στην
c κατάτμηση. Κανονικά δεν θα πρέπει να
δημιουργείτε σύστημα αρχείων σε αυτή την κατάτμηση. |
d | Η κατάτμηση d είχε στο παρελθόν μια
ειδική αντιστοιχία, κάτι που δεν ισχύει πλέον σήμερα,
επομένως η d μπορεί να χρησιμοποιείται
σαν μια κανονική κατάτμηση. |
Κάθε κατάτμηση που περιέχει ένα σύστημα αρχείων αποθηκεύεται στο FreeBSD σε μια τοποθεσία που ονομάζεται φέτα (slice). Η φέτα είναι ένας όρος του FreeBSD για αυτό που κοινώς αποκαλείται κατάτμηση, και αυτό επίσης οφείλεται στην καταγωγή του FreeBSD από το UNIX®. Οι φέτες αριθμούνται αρχίζοντας από το 1 έως το 4.
Ο αριθμός της φέτας ακολουθεί το όνομα συσκευής μετά το πρόθεμα
s ξεκινώντας από το 1. Επομένως,
“da0s1” είναι η πρώτη φέτα του
πρώτου οδηγού SCSI. Μπορούν να υπάρχουν μέχρι τέσσερις φέτες σε κάθε
δίσκο, αλλά μπορείτε να δημιουργήσετε λογικές φέτες μέσα σε
κατάλληλου τύπου φυσικές φέτες. Σε αυτές τις εκτεταμένες φέτες
η αρίθμηση ξεκινάει από το 5, επομένως
“ad0s5”
είναι η πρώτη εκτεταμένη φέτα στον πρώτο δίσκο IDE. Αυτές οι
συσκευές χρησιμοποιούνται από συστήματα αρχείων που πρέπει να
καταλαμβάνουν μια ολόκληρη φέτα.
Οι φέτες, οι “επικίνδυνα αφοσιωμένοι (dangerously dedicated)
” φυσικοί οδηγοί καθώς και άλλοι οδηγοί, περιέχουν
κατατμήσεις, οι οποίες παρουσιάζονται με
λατινικούς χαρακτήρες από το a έως το
h. Αυτός ο χαρακτήρας αναφέρεται στο όνομα
συσκευής, επομένως “da0a” είναι η
a κατάτμηση στον πρώτο οδηγό da, ο οποίος είναι “επικίνδυνα
αφοσιωμένος”.
Η “ad1s3e” είναι η πέμπτη κατάτμηση
στην τρίτη φέτα του δεύτερου οδηγού δίσκου IDE.
Ολοκληρώνοντας, κάθε δίσκος στο σύστημα είναι μονόδρομα ορισμένος. Κάθε όνομα δίσκου ξεκινά με ένα κωδικό που υποδεικνύει τον τύπο του δίσκου, και ένα νούμερο που υποδηλώνει ποιος δίσκος είναι. Αντίθετα με τις φέτες, οι δίσκοι αριθμούνται ξεκινώντας από το 0. Οι πιο συνήθεις κωδικοί που θα συναντήσετε αναφέρονται στην Πίνακας 4.1, “Κωδικοί Συσκευών Δίσκων”.
Όταν γίνεται αναφορά σε μια κατάτμηση, το FreeBSD ζητά να δηλωθεί
επιπλέον η ονομασία της φέτας και του δίσκου που περιέχει την
κατάτμηση, ενώ στην περίπτωση που αναφέρεστε σε μια φέτα θα πρέπει
να δηλώνετε το όνομα του δίσκου. Επομένως, όταν αναφέρεστε σε μια
κατάτμηση χρειάζεται να δηλώνετε το όνομα του δίσκου,
s, τον αριθμό της φέτας, και τον χαρακτήρα της
κατάτμησης. Παραδείγματα μπορείτε να βρείτε στην
Παράδειγμα 4.1, “Υποδείγματα Ονομάτων Δίσκου, Φέτας, Κατάτμησης”.
Η Παράδειγμα 4.2, “Εννοιολογικό Μοντέλο ενός Δίσκου” παρουσιάζει ένα εννοιολογικό μοντέλο για τη δομή του δίσκου που θα σας βοηθήσει να καταλάβετε καλύτερα κάποια πράγματα.
Για να εγκαταστήσετε το FreeBSD πρέπει πρώτα να ρυθμίσετε τις φέτες του δίσκου, να δημιουργήσετε τις κατατμήσεις μέσα στις φέτες που θα χρησιμοποιήσετε για το FreeBSD, έπειτα να δημιουργήσετε ένα σύστημα αρχείων (ή χώρο swap) σε κάθε κατάτμηση, και τέλος να αποφασίσετε σε ποιο σημείο θα προσαρτηθεί το σύστημα αρχείων.
| Κώδικας | Σημαίνει |
|---|---|
ad | Δίσκος ATAPI (IDE) |
da | Δίσκος SCSI άμεσης πρόσβασης |
acd | ATAPI (IDE) CDROM |
cd | SCSI CDROM |
fd | Μονάδα Δισκέτας (Floppy) |
| Ονομασία | Σημαίνει |
|---|---|
ad0s1a | Η πρώτη κατάτμηση (a) στην πρώτη
φέτα (s1) του πρώτου δίσκου IDE
(ad0). |
da1s2e | Η πέμπτη κατάτμηση (e) στην δεύτερη
φέτα (s2) του δεύτερου δίσκου SCSI
(da1). |
Το διάγραμμα παρουσιάζει μια εικόνα του πρώτου δίσκου IDE που
είναι προσαρτημένος στο σύστημα. Ας υποθέσουμε πως ο δίσκος έχει
μέγεθος 4 GB, και περιέχει δύο φέτες των 2 GB
(κατατμήσεις MS-DOS®). Η πρώτη φέτα περιέχει ένα δίσκο MS-DOS®,
C:, και η δεύτερη φέτα μία εγκατάσταση
FreeBSD. Σε αυτό το παράδειγμα, η εγκατάσταση FreeBSD έχει τρεις
κατατμήσεις δεδομένων και μία κατάτμηση swap.
Καθεμία από τις τρεις κατατμήσεις θα περιέχει ένα σύστημα
αρχείων. Η κατάτμηση a θα χρησιμοποιηθεί για το
root σύστημα αρχείων, η e για τη δομή κατάλογου
/var, και η f για τη δομή
καταλόγου /usr.

Ένα σύστημα αρχείων αναπαριστάται καλύτερα σε μορφή δέντρου,
με τις ρίζες του στο /. Οι κατάλογοι
/dev, /usr, και άλλοι είναι
κλαδιά του καταλόγου root, και μπορεί να έχουν με τη σειρά τους, τα
δικά τους κλαδιά, όπως τον
/usr/local, και ούτω καθεξής.
Υπάρχουν διάφοροι λόγοι για τους οποίους θα έπρεπε να τοποθετήσουμε
κάποιους από αυτούς τους καταλόγους σε διαφορετικά συστήματα αρχείων.
Ο κατάλογος /var περιέχει τους καταλόγους
log/, spool/, και διάφορους
άλλους τύπους προσωρινών αρχείων, και για το λόγο αυτό μπορεί να
γεμίσει. Δεν θα ήταν καλή ιδέα να γεμίσει το root σύστημα αρχείων,
επομένως ο διαχωρισμός του /var από τον
/ είναι συχνά επιθυμητός.
Ένας άλλος συνηθισμένος λόγος να έχουμε διάφορους καταλόγους σε διαφορετικά συστήματα αρχείων είναι όταν πρόκειται να φιλοξενηθούν σε διαφορετικούς φυσικούς δίσκους, ή είναι ξεχωριστοί εικονικοί δίσκοι, όπως συμβαίνει με το Δικτυακό Σύστημα Αρχείων (Network File System), και τους οδηγούς CDROM.
Κατά τη διεργασία εκκίνησης, τα
συστήματα αρχείων που αναφέρονται στο /etc/fstab
προσαρτώνται αυτόματα (εκτός αν αναφέρονται με την επιλογή
noauto ).
Το αρχείο /etc/fstab περιέχει μια σειρά από
γραμμές με διάταξη όπως η ακόλουθη:
device /mount-point fstype options dumpfreq passnodeviceΌνομα συσκευής (η οποία θα πρέπει να υπάρχει), όπως εξηγείται στην Τμήμα 19.2, “Device Names”.
mount-pointΚατάλογος (θα πρέπει να υπάρχει) στον οποίο προσαρτάται το σύστημα αρχείων.
fstypeΟ τύπος του συστήματος αρχείων που θα δοθεί στην
mount(8). Το προκαθορισμένο σύστημα αρχείων του FreeBSD
είναι το ufs.
optionsΤο rw για συστήματα αρχείων
ανάγνωσης- εγγραφής (read- write), ή ro για
συστήματα αρχείων μόνο ανάγνωσης (read-only), συμπληρωμένο με
όποια άλλη επιλογή μπορεί να χρειάζεστε. Μία συνήθης επιλογή
είναι η noauto για συστήματα αρχείων που δεν
προσαρτώνται αυτόματα κατά τις διεργασίες εκκίνησης του
συστήματος. Άλλες επιλογές αναφέρονται στην σελίδα βοήθειας
mount(8).
dumpfreqΑυτό το πεδίο χρησιμοποιείται από το dump(8) για να ορίσει ποια συστήματα αρχείων χρειάζονται dumping. Αν το πεδίο απουσιάζει, τότε η προκαθορισμένη τιμή του είναι μηδέν.
passnoΑυτό ορίζει την σειρά με την οποία θα ελέγχονται
τα συστήματα αρχείων. Συστήματα αρχείων που δεν επιθυμούμε να
ελεγχθούν θα πρέπει να έχουν στο πεδίο passno
τιμή μηδέν. Το root σύστημα αρχείων (το οποίο πρέπει να
ελεγχθεί πριν από όλα τα άλλα) θα έχει στο πεδίο
passno την τιμή ένα και όλα τα άλλα
συστήματα αρχείων θα έχουν στο πεδίο passno
τιμές μεγαλύτερες από ένα. Αν περισσότερα από ένα συστήματα
αρχείων έχουν την ίδια τιμή passno τότε το
fsck(8) θα επιχειρήσει να ελέγξει παράλληλα τα συστήματα
αρχείων, αν αυτό είναι εφικτό.
Συμβουλευτείτε την σελίδα βοηθείας fstab(5) για περισσότερες
πληροφορίες για την μορφή του αρχείου /etc/fstab
και για τις επιλογές που μπορεί να περιέχει.
Η εντολή mount(8) είναι αυτό ακριβώς που χρειάζεστε για την προσάρτηση συστημάτων αρχείων.
Η βασική μορφή της είναι:
# mount device mountpointΥπάρχει πληθώρα επιλογών, όπως αναφέρεται στην σελίδα βοηθείας mount(8), αλλά οι πιο συνήθεις είναι:
-aΠροσάρτηση όλων των συστημάτων αρχείων που αναφέρονται
στο /etc/fstab, εκτός αυτών που φέρουν
την επιλογή “noauto”, εξαιρούνται μέσω της επιλογής
-t, ή αυτών που ήδη έχουν προσαρτηθεί.
-dΚάνει τα πάντα εκτός από την πραγματική προσάρτηση του
συστήματος. Αυτή η επιλογή είναι χρήσιμη σε συνεργασία με το
πρόθεμα -v για να προσδιοριστεί τι ακριβώς
προσπαθεί να κάνει η mount(8) την συγκεκριμένη
στιγμή.
-fΑναγκάζει την προσάρτηση ενός μη-καθαρού συστήματος αρχείων (επικίνδυνο), ή εξαναγκάζει την ανάκληση πρόσβασης εγγραφής όταν υποβιβάζεται η προσάρτηση ενός συστήματος αρχείων ανάγνωσης-εγγραφής (read-write) σε μόνο-ανάγνωσης.
-rΠροσαρτά το σύστημα αρχείων σε κατάσταση μόνο-ανάγνωσης.
Είναι ακριβώς το ίδιο με τη χρήση του προθέματος
ro με την επιλογή -o.
-t
fstypeΠροσαρτά το υπάρχον σύστημα αρχείων, χρησιμοποιώντας τον
τύπο συστήματος αρχείων που δίνεται, ή προσαρτά μόνο
συστήματα αρχείων του συγκεκριμένου τύπου, εάν δοθεί μαζί με την
επιλογή -a.
Το “ufs” είναι ο προεπιλεγμένος τύπος συστήματος αρχείων.
-uΑνανεώνει τις επιλογές προσάρτησης στο σύστημα αρχείων.
-vΣυμπεριλαμβάνει αναλυτική αναφορά.
-wΠροσαρτά το σύστημα αρχείων για ανάγνωση-εγγραφή (read-write).
Η επιλογή -o δέχεται μία σειρά από επιλογές
χωρισμένες με κόμμα, περιλαμβάνοντας τις ακόλουθες:
Δεν επιτρέπεται η λειτουργία εκτελέσιμων σε αυτό το σύστημα αρχείων. Αυτό είναι επίσης μια επιλογή ασφαλείας.
Δεν λαμβάνονται υπ' όψιν setuid ή setgid flags στο σύστημα αρχείων.
Η εντολή umount(8) παίρνει, ως παράμετρο, ένα εκ των σημείων
προσάρτησης, το όνομα μιας συσκευής, ή τις επιλογές
-a ή -A.
Όλοι οι τύποι δέχονται την -f για να
εξαναγκάσουν σε αποπροσάρτηση, και την -v για
αναλυτική αναφορά. Σας προειδοποιούμε πως η επιλογή
-f γενικά δεν είναι καλή ιδέα. Η εξ' αναγκασμού
αποπροσάρτηση μπορεί να οδηγήσει σε κατάρρευση τον υπολογιστή ή να
καταστρέψει δεδομένα στο σύστημα αρχείων.
Οι -a και -A χρησιμοποιούνται
για να αποπροσαρτήσουν όλα τα προσαρτημένα συστήματα αρχείων, σύμφωνα
και με τις επιλογές που δίνονται από το -t, αν
υπάρχει. Το -A, ωστόσο, δεν θα επιχειρήσει να
αποπροσαρτήσει το root σύστημα αρχείων.
To FreeBSD είναι ένα λειτουργικό σύστημα multi-tasking. Αυτό σημαίνει πως κάθε στιγμή μπορούν να τρέχουν παραπάνω από ένα προγράμματα. Κάθε πρόγραμμα που τρέχει οποιαδήποτε στιγμή ονομάζεται διεργασία (process). Κάθε εντολή που τρέχετε ξεκινάει τουλάχιστον μία νέα διεργασία, και υπάρχουν κάποιες διεργασίες του συστήματος που τρέχουν συνέχεια για να κρατούν το σύστημα σε λειτουργία.
Κάθε διεργασία χαρακτηρίζεται από ένα μοναδικό αριθμό που
ονομάζεται ID διεργασίας ή
PID, και όπως ακριβώς συμβαίνει με τα αρχεία,
κάθε διεργασία έχει έναν ιδιοκτήτη και ένα γκρουπ. Οι πληροφορίες του
ιδιοκτήτη και του γκρουπ χρειάζονται για να προσδιορίζεται ποια αρχεία
και συσκευές μπορεί να ανοίξει η συγκεκριμένη διεργασία,
χρησιμοποιώντας τις άδειες αρχείων που συζητήσαμε νωρίτερα. Οι
περισσότερες διεργασίες έχουν επίσης μία γονική διεργασία. Η γονική
διεργασία είναι εκείνη η διεργασία που τις ξεκίνησε. Για παράδειγμα,
εάν πληκτρολογείτε εντολές στο κέλυφος, τότε το κέλυφος είναι μία
διεργασία, και κάθε εντολή που τρέχετε είναι επίσης μία διεργασία.
Επομένως κάθε διεργασία που τρέχετε με αυτόν τον τρόπο θα έχει γονική
διεργασία το κέλυφος σας. Η μόνη εξαίρεση είναι μία διεργασία που
ονομάζεται init(8). Η init είναι πάντα η πρώτη
διεργασία, και επομένως το PID της είναι πάντα 1. Η
init ξεκινά αυτόματα από τον πυρήνα κατά την
εκκίνηση του FreeBSD.
Δύο ιδιαίτερα χρήσιμες εντολές για να παρατηρείτε τις διεργασίες
στο σύστημα, είναι οι ps(1) και top(1). Η εντολή
ps χρησιμοποιείται για την προβολή μιας στατικής
λίστας των τρέχοντων διεργασιών, και μπορεί να εμφανίζει το PID τους,
πόση μνήμη χρησιμοποιούν, την εντολή με την οποία ξεκίνησαν, και άλλες
πληροφορίες. Η εντολή top εμφανίζει όλες τις
τρέχουσες διεργασίες, και ανανεώνει την οθόνη σας ανά λίγα
δευτερόλεπτα, επομένως μπορείτε να παρατηρείτε τι ακριβώς κάνει ο
υπολογιστή σας τη δεδομένη στιγμή.
Η ps, από προεπιλογή, εμφανίζει μόνο τις
εντολές που τρέχουν και ανήκουν σε εσάς. Για παράδειγμα:
% ps
PID TT STAT TIME COMMAND
298 p0 Ss 0:01.10 tcsh
7078 p0 S 2:40.88 xemacs mdoc.xsl (xemacs-21.1.14)
37393 p0 I 0:03.11 xemacs freebsd.dsl (xemacs-21.1.14)
48630 p0 S 2:50.89 /usr/local/lib/netscape-linux/navigator-linux-4.77.bi
48730 p0 IW 0:00.00 (dns helper) (navigator-linux-)
72210 p0 R+ 0:00.00 ps
390 p1 Is 0:01.14 tcsh
7059 p2 Is+ 1:36.18 /usr/local/bin/mutt -y
6688 p3 IWs 0:00.00 tcsh
10735 p4 IWs 0:00.00 tcsh
20256 p5 IWs 0:00.00 tcsh
262 v0 IWs 0:00.00 -tcsh (tcsh)
270 v0 IW+ 0:00.00 /bin/sh /usr/X11R6/bin/startx -- -bpp 16
280 v0 IW+ 0:00.00 xinit /home/nik/.xinitrc -- -bpp 16
284 v0 IW 0:00.00 /bin/sh /home/nik/.xinitrc
285 v0 S 0:38.45 /usr/X11R6/bin/sawfishΌπως μπορείτε να δείτε σε αυτό το παράδειγμα, η έξοδος από την ps
προβάλλεται σε στήλες. PID είναι το PID της
διεργασίας όπως αναφέραμε νωρίτερα. Τα PID διανέμονται από 1, έως
99999, και όταν υπερβούν το 99999 ξεκινούν από την αρχή (ένα PID
δεν μπορεί να αποδοθεί ξανά αν είναι ήδη σε χρήση). Η στήλη
TT δείχνει το τερματικό (tty) του προγράμματος που
εκτελείται, και μπορεί να αγνοηθεί αυτή τη στιγμή δίχως πρόβλημα. Η
STAT υποδεικνύει την κατάσταση του προγράμματος, και
πάλι μπορεί να αγνοηθεί. Η TIME είναι η χρονική
διάρκεια που το πρόγραμμα απασχολεί την CPU, αυτό συνήθως δεν είναι ο
χρόνος εκτέλεσης αφού τα περισσότερα προγράμματα καθυστερούν με άλλες
εργασίες πριν απασχολήσουν την CPU. Η τελευταία στήλη, η
COMMAND είναι η γραμμή εντολής που δόθηκε για να
τρέξει το πρόγραμμα.
Η ps(1) υποστηρίζει διάφορες επιλογές για να αλλάξει την γκάμα
των πληροφοριών που εμφανίζονται. Μία από τις πιο χρήσιμες επιλογές
είναι η auxww. Η a εμφανίζει
πληροφορίες για όλες τις τρέχουσες διεργασίες, όχι μόνο τις δικές σας.
Η u εμφανίζει το όνομα χρήστη του ιδιοκτήτη της
διεργασίας, όπως και τη χρήσης της μνήμης. Η x
εμφανίζει πληροφορίες σχετικά με τις διεργασίες των δαιμόνων και η
ww αναγκάζει την ps(1) να εμφανίσει ολόκληρη την
εντολή γραμμής για κάθε διεργασία, αφού συνήθως εμφανίζεται κομμένη
λόγω του μήκους της που δεν χωρά να εμφανιστεί στην οθόνη.
Η έξοδος της top(1) είναι παρόμοια. Ένα δείγμα εργασίας της μοιάζει σαν αυτή:
% top
last pid: 72257; load averages: 0.13, 0.09, 0.03 up 0+13:38:33 22:39:10
47 processes: 1 running, 46 sleeping
CPU states: 12.6% user, 0.0% nice, 7.8% system, 0.0% interrupt, 79.7% idle
Mem: 36M Active, 5256K Inact, 13M Wired, 6312K Cache, 15M Buf, 408K Free
Swap: 256M Total, 38M Used, 217M Free, 15% Inuse
PID USERNAME PRI NICE SIZE RES STATE TIME WCPU CPU COMMAND
72257 nik 28 0 1960K 1044K RUN 0:00 14.86% 1.42% top
7078 nik 2 0 15280K 10960K select 2:54 0.88% 0.88% xemacs-21.1.14
281 nik 2 0 18636K 7112K select 5:36 0.73% 0.73% XF86_SVGA
296 nik 2 0 3240K 1644K select 0:12 0.05% 0.05% xterm
48630 nik 2 0 29816K 9148K select 3:18 0.00% 0.00% navigator-linu
175 root 2 0 924K 252K select 1:41 0.00% 0.00% syslogd
7059 nik 2 0 7260K 4644K poll 1:38 0.00% 0.00% mutt
...Η έξοδος είναι χωρισμένη σε δύο τομείς. Η κεφαλίδα (οι πέντε πρώτες γραμμές) εμφανίζουν το PID της τελευταίας διεργασίας που έτρεξε, την μέση τιμή φορτίου (είναι μια μέτρηση που δείχνει πόσο απασχολημένο είναι το σύστημα), ο χρόνος λειτουργίας (uptime) του συστήματος (από την τελευταία επανεκκίνηση) και την τρέχουσα ώρα. Τα άλλα στοιχεία στην κεφαλίδα σχετίζονται με το νούμερο των διεργασιών που τρέχουν (47 σε αυτή τη περίπτωση), πόση μνήμη και χώρο swap κατέχουν και πόσο χρόνο ξοδεύει το σύστημα σε διάφορες καταστάσεις λειτουργίας της CPU.
Πιο κάτω ακολουθεί μια σειρά από στήλες, που περιέχουν παρόμοιες πληροφορίες με την έξοδο της ps. Όπως και νωρίτερα μπορείτε να δείτε το PID, το όνομα χρήστη, το ποσοστό χρήσης της CPU, και την εντολή με την οποία ξεκίνησε η διεργασία. Η top(1) από προεπιλογή, εμφανίζει επίσης το ποσοστό μνήμης που χρησιμοποιείται από τη διεργασία. Αυτή χωρίζεται σε δύο στήλες. Η μία είναι για το συνολικό μέγεθος μνήμης που χρειάστηκε η εφαρμογή, ενώ η άλλη για το μέγεθος της μνήμης που καταναλώνει την παρούσα στιγμή. Σε αυτό το παράδειγμα μπορείτε να δείτε ότι ο Netscape® χρειάστηκε σχεδόν 30 MB RAM, αλλά την παρούσα στιγμή χρησιμοποιεί μόνο 9 MB.
Η top(1) αυτόματα ανανεώνει το περιεχόμενο της κάθε δύο
δευτερόλεπτα. Αυτό μπορεί να ρυθμιστεί με την επιλογή
s.
Όταν χρησιμοποιείτε ένα κειμενογράφο, είναι εύκολο να τον ελέγχετε, να φορτώνετε αρχεία, και οτιδήποτε άλλο. Αυτό συμβαίνει διότι ο κειμενογράφος παρέχει αυτές τις δυνατότητες, και επίσης επειδή είναι προσαρτημένος σε ένα τερματικό. Μερικά προγράμματα δεν είναι σχεδιασμένα να δουλεύουν με συνεχείς χειρισμούς από τον χρήστη, και επομένως αποσυνδέονται από το τερματικό με την πρώτη ευκαιρία. Για παράδειγμα, ένας εξυπηρετητής web ξοδεύει όλο του το χρόνο στο να απαντά σε αιτήματα web, επομένως δεν χρειάζεται καμιά εισαγωγή δεδομένων από τον χρήστη. Άλλο παραπλήσιο παράδειγμα εφαρμογής, είναι τα προγράμματα μεταφοράς μηνυμάτων ηλεκτρονικής αλληλογραφίας από μια τοποθεσία σε μιαν άλλη.
Ονομάζουμε αυτά τα προγράμματα δαίμονες (daemons). Οι δαίμονες ήταν χαρακτήρες της Ελληνικής μυθολογίας (ούτε καλοί - ούτε κακοί), ήταν απλά μικρά συνοδευτικά πνεύματα που έκαναν χρήσιμα πράγματα για την ανθρωπότητα, όπως ακριβώς και οι διακομιστές web και εξυπηρετητές ηλεκτρονικής αλληλογραφίας σήμερα κάνουν χρήσιμα πράγματα. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο η μασκότ του BSD είναι εδώ και πολύ καιρό ο χαρούμενος δαίμονας με πάνινα σπορ παπούτσια και την τρίαινα.
Η ονομασία των προγραμμάτων που τρέχουν σαν δαίμονες συμβατικά
τελειώνει με “d”. Το BIND
είναι το Berkeley Internet Name Domain, αλλά το πραγματικό πρόγραμμα
που τρέχει ονομάζεται named, το πρόγραμμα του
εξυπηρετητή web Apache λέγεται
httpd, ο δαίμονας ελέγχου των εκτυπωτών
γραμμής είναι ο lpd και ούτω καθεξής. Αυτή είναι
απλά μια σύμβαση, όχι απόλυτος κανόνας, για παράδειγμα, ο κύριος
δαίμονας ηλεκτρονικής αλληλογραφίας για την εφαρμογή
Sendmail
ονομάζεται sendmail, και όχι
maild, όπως θα ήταν αναμενόμενο.
Μερικές φορές θα χρειαστεί να επικοινωνείτε με τη διεργασία ενός
δαίμονα. Ένας τρόπος για να γίνει αυτό είναι στέλνοντας (όπως και σε
κάθε εκτελέσιμη διεργασία) σήματα (signals).
Υπάρχουν διάφορα σήματα που μπορείτε να στείλετε — μερικά από
αυτά έχουν μια συγκεκριμένη σημασία, ενώ άλλα ερμηνεύονται
μέσα από την εφαρμογή, και επομένως για να ξέρουμε πως ερμηνεύονται τα
σήματα θα πρέπει να διαβάσουμε την τεκμηρίωση της εφαρμογής. Μπορείτε
να στείλετε σήμα σε μια διεργασία μόνο αν σας ανήκει. Αν στείλετε σήμα
σε μια διεργασία που ανήκει σε κάποιον άλλο με kill(1) ή
kill(2), δεν θα σας επιτραπεί. Η μοναδική εξαίρεση σε αυτό, είναι
ο χρήστης root, που μπορεί να στέλνει σήματα στις
διεργασίες οποιουδήποτε άλλου χρήστη του συστήματος.
Το FreeBSD στέλνει επίσης σήματα σε εφαρμογές σε μερικές περιπτώσεις.
Αν μία εφαρμογή είναι γραμμένη άσχημα, και προσπαθεί να προσπελάσει
μνήμη που δεν της ανήκει, το FreeBSD στέλνει στη διεργασία το σήμα
Segmentation Violation
(SIGSEGV). Αν μια εφαρμογή χρησιμοποίησε το σύστημα
ειδοποίησης alarm(3) για να ειδοποιηθεί μετά την πάροδο μιας
χρονικής περιόδου τότε το FreeBSD θα στείλει το Alarm signal
(SIGALRM), και ούτω καθ'εξής.
Δύο σήματα μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να σταματήσουν μία
διαδικασία, το SIGTERM και το
SIGKILL. Το SIGTERM είναι ο
σωστός τρόπος για να σταματήσουμε μια διαδικασία. Η διεργασία
αντιλαμβάνεται το σήμα, εκτελεί το σταμάτημα
κλείνοντας όλα τα αρχεία αναφοράς (log files), που πιθανώς να είναι
ανοιχτά, και γενικώς τελειώνει οτιδήποτε κάνει την συγκεκριμένη
χρονική στιγμή πριν σταματήσει. Σε μερικές περιπτώσεις η διεργασία
μπορεί να αγνοήσει το SIGTERM εάν βρίσκεται στα
μισά κάποιας εργασίας που δεν μπορεί να διακοπεί.
Το σήμα SIGKILL δεν μπορεί να αγνοηθεί από μία
διεργασία. Είναι σαν να λέει στη διεργασία,
“Δεν με ενδιαφέρει τι κάνεις, σταμάτα τώρα αμέσως”. Αν
στείλετε το σήμα SIGKILL σε μια διαδικασία τότε το
FreeBSD θα σταματήσει την διαδικασία άμεσα
[4].
Άλλα σήματα που πιθανώς να θέλετε να χρησιμοποιήσετε είναι τα
SIGHUP, SIGUSR1, και
SIGUSR2. Αυτά είναι σήματα γενικής χρήσης, και
όταν αποστέλλονται κάνουν διαφορετικά πράγματα ανάλογα με την
εφαρμογή.
Ας υποθέσουμε πως αλλάξατε το αρχείο ρύθμισης του εξυπηρετητή
διαδικτύου σας, και πως θα θέλατε να πείτε στον εξυπηρετητή να
ξαναδιαβάσει τις ρυθμίσεις. Θα μπορούσατε να σταματήσετε και να
επανεκκινήσετε το httpd, αλλά αυτό θα οδηγούσε σε
μια χρονική περίοδο όπου ο εξυπηρετητής θα έμενε εκτός λειτουργίας,
κάτι το οποίο μπορεί να είναι ανεπιθύμητο. Οι περισσότεροι δαίμονες
είναι σχεδιασμένοι να απαντούν σε σήματα SIGHUP για
την εκ νέου ανάγνωση του αρχείου ρύθμισης τους. Επομένως, αντί να
σταματήσουμε και να επανεκκινήσουμε το httpd θα
μπορούσαμε να του στείλουμε το σήμα SIGHUP. Επειδή
δεν υπάρχει συγκεκριμένος τρόπος στην απάντηση αυτών των σημάτων, και
διαφορετικοί δαίμονες έχουν διαφορετική συμπεριφορά, πρέπει να
διαβάσετε πρώτα την τεκμηρίωση για τον συγκεκριμένο δαίμονα.
Τα σήματα στέλνονται χρησιμοποιώντας την εντολή kill(1), όπως υποδεικνύει το ακόλουθο παράδειγμα.
Αυτό το παράδειγμα δείχνει πως να στείλετε σήμα στην
inetd(8). Το αρχείο ρύθμισης της inetd είναι
το /etc/inetd.conf, και η
inetd θα ξανα-διαβάσει αυτό το αρχείο ρύθμισης
όταν θα σταλεί το σήμα SIGHUP.
Βρείτε το PID της διεργασίας, της οποίας επιθυμείτε να στείλετε
το σήμα. Ενεργήστε χρησιμοποιώντας τις εντολές ps(1) και
grep(1). Η εντολή grep(1) χρησιμοποιείται για να ψάξει
στην έξοδο μιας εντολής, για τους αλφαριθμητικούς χαρακτήρες που
έχετε ορίσει. Η εντολή εκτελείται από έναν απλό χρήστη, ενώ η
inetd(8) εκτελείται από τον root,
επομένως θα πρέπει να προσθέσετε την επιλογή ax
στην ps(1).
% ps -ax | grep inetd
198 ?? IWs 0:00.00 inetd -wWΕπομένως το PID της inetd(8) είναι το 198. Σε μερικές
περιπτώσεις μπορεί να εμφανίζεται στην έξοδο η εντολή
grep inetd. Αυτό οφείλεται στον τρόπο με τον
οποίο η ps(1) ψάχνει την λίστα των ενεργών διεργασιών.
Χρησιμοποιήστε την kill(1) για να στείλετε το σήμα.
Επειδή η inetd(8) τρέχει από τον root
θα πρέπει πρώτα να χρησιμοποιήσετε su(1) για να γίνετε
πρώτα root.
% su
Password:
# /bin/kill -s HUP 198Όπως και με τις περισσότερες εντολές στο UNIX®, η
kill(1) δεν θα τυπώσει τίποτε στην έξοδο αν η εντολή είχε
επιτυχία. Εάν στείλετε ένα σήμα σε μια διεργασία που δεν σας
ανήκει θα δείτε kill: PID:
Operation not permitted. Αν πληκτρολογήσετε λάθος
το PID τότε ή θα στείλετε το σήμα σε λάθος διεργασία,κάτι που
μπορεί να είναι άσχημο, ή, αν είστε τυχερός, θα έχετε στείλει το
σήμα σε ένα PID που δεν χρησιμοποιείται τη συγκεκριμένη στιγμή, και
θα δείτε kill: PID: No such
process.
/bin/kill;: Πολλά κελύφη παρέχουν την εντολή kill ως
ενσωματωμένη εντολή. Αυτό σημαίνει πως το κέλυφος θα στείλει
το σήμα άμεσα, αντί να τρέξει το /bin/kill.
Αυτό μπορεί να είναι πολύ χρήσιμο, αλλά διαφορετικά κελύφη έχουν
διαφορετική σύνταξη για τον καθορισμό το όνομα του σήματος που
πρέπει να αποσταλεί. Αντί λοιπόν να πρέπει να μάθουμε όλες τις
περιπτώσεις ,είναι ευκολότερο απλά να χρησιμοποιούμε την εντολή
/bin/kill
άμεσα....
Η αποστολή άλλων σημάτων μοιάζει πάρα πολύ, απλά αντικαταστήστε
το TERM ή το KILL στη γραμμή
εντολών με κάποιο άλλο.
Η φόνευση τυχαίων διεργασιών στο σύστημα μπορεί να είναι κακή
ιδέα. Ιδιαίτερα, η init(8), με PID 1, είναι πολύ ειδική. Η
εκτέλεση της εντολής /bin/kill -s KILL 1 είναι
ένας γρήγορος τρόπος να σβήσετε το σύστημα σας.
Πάντα να ελέγχετε δύο φορές τις παραμέτρους που
χρησιμοποιείτε με την kill(1) πριν
πιέσετε Return.
Στο FreeBSD ένα μεγάλο μέρος της καθημερινής εργασίας γίνεται σε ένα
περιβάλλον γραμμής εντολών ονόματι κέλυφος (shell). Η κύρια δουλειά
του κελύφους είναι να παίρνει εντολές από το κανάλι εισόδου και να τις
εκτελεί. Μερικά κελύφη έχουν ενσωματωμένες λειτουργίες ώστε να βοηθούν
στις καθημερινές προγραμματισμένες εργασίες όπως διαχείριση αρχείων,
file globbing, επεξεργασία γραμμής εντολών, μακροεντολές, και
μεταβλητές περιβάλλοντος. Το FreeBSD διατίθεται με διάφορα κελύφη, όπως το
sh, το Bourne Shell και το tcsh,
το βελτιωμένο C-shell. Διάφορα άλλα κελύφη είναι διαθέσιμα από την
Συλλογή των Ports του FreeBSD, όπως τα zsh και
bash.
Ποιο κέλυφος να χρησιμοποιήσετε; Είναι πραγματικά θέμα γούστου.
Εάν είστε προγραμματιστής σε γλώσσα C θα αισθανθείτε περισσότερο
οικείος με τα κελύφη τύπου C, όπως το tcsh. Εάν
έρχεστε από το Linux ή είστε νέος σε περιβάλλον γραμμής εντολών UNIX®
μπορείτε να δοκιμάσετε το bash. Η ουσία είναι πως
κάθε κέλυφος έχει μοναδικές ιδιότητες που μπορεί να συνεργαστούν με το
περιβάλλον εργασίας της προτίμησης σας, και επομένως είναι επιλογή σας
ποιο κέλυφος να χρησιμοποιήσετε.
Μια κοινή ιδιότητα όλων των κελυφών είναι η αυτόματη συμπλήρωση
ονομάτων αρχείων. Αφού έχετε πληκτρολογήσει τα πρώτα γράμματα μιας
εντολής ή ενός ονόματος αρχείου αν πιέσετε το πλήκτρο
Tab στο πληκτρολόγιο, τότε το κέλυφος αυτόματα θα
ολοκληρώσει το υπόλοιπο της εντολής ή του ονόματος αρχείου. Ας δώσουμε
ένα παράδειγμα. Ας υποθέσουμε πως έχετε δύο αρχεία
foobar και foo.bar. Αν
θέλετε να σβήσετε το foo.bar θα πρέπει να
πληκτρολογήσετε
rm fo[Tab].[Tab].
Το κέλυφος θα τυπώσει αυτόματα rm foo[BEEP].bar.
Το [BEEP] είναι το κουδούνι της κονσόλας, το οποίο μας πληροφορεί
πως δεν ήταν δυνατόν να ολοκληρώσει το όνομα του αρχείου διότι υπάρχουν
περισσότερα από ένα ονόματα αρχείων που ταιριάζουν. Όντως το
foobar και το foo.bar
ξεκινούν με fo, και το κέλυφος κατάφερε να
συμπληρώσει ως το foo. Αν πληκτρολογήσετε επιπλέον
., και μετά πάλι Tab, το κέλυφος
θα καταφέρει να συμπληρώσει το υπόλοιπο του ονόματος αρχείου
για σας.
Άλλο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του κελύφους είναι η χρήση των μεταβλητών περιβάλλοντος. Οι μεταβλητές περιβάλλοντος είναι ένα ζεύγος μεταβλητών/κλειδιών αποθηκευμένα στον περιβάλλοντα χώρο του κελύφους Αυτός ο χώρος μπορεί να διαβαστεί από οποιοδήποτε πρόγραμμα που καλείται από το κέλυφος, και έτσι περιέχει πλήθος ρυθμίσεων προγραμμάτων. Ακολουθεί μία λίστα με συνήθεις μεταβλητές περιβάλλοντος και τη σημασία τους:
| Μεταβλητή | Περιγραφή |
|---|---|
USER | Όνομα του τρέχοντα χρήστη. |
PATH | Λίστα καταλόγων για την αναζήτηση εκτελέσιμων χωρισμένη με άνω-κάτω τελείες. |
DISPLAY | Όνομα δικτύου της οθόνης X11 που είναι διαθέσιμη για σύνδεση, αν υπάρχει. |
SHELL | Το ενεργό κέλυφος. |
TERM | Το όνομα του τύπου του τερματικού χρήστη. Ορίζει τις δυνατότητες του τερματικού. |
TERMCAP | Εγγραφή στη βάση δεδομένων κωδικών escape για διάφορες λειτουργίες τερματικών. |
OSTYPE | Ο τύπος του λειτουργικού συστήματος π.χ., FreeBSD. |
MACHTYPE | Η αρχιτεκτονική CPU στην οποία δουλεύει το σύστημα. |
EDITOR | Ο προεπιλεγμένος κειμενογράφος του χρήστη. |
PAGER | Το προεπιλεγμένο πρόγραμμα σελιδοποίησης του χρήστη. |
MANPATH | Λίστα καταλόγων για την αναζήτηση των σελίδων βοηθείας (man pages) χωρισμένη με άνω-κάτω τελείες. |
Ο ορισμός μιας μεταβλητής περιβάλλοντος διαφέρει κάπως από κέλυφος
σε κέλυφος. Για παράδειγμα στα κελύφη τύπου-C, όπως τα
tcsh και csh, θα πρέπει να
χρησιμοποιήσετε την setenv για να ορίσετε μεταβλητές
περιβάλλοντος. Σε κελύφη Bourne όπως τα sh και
bash, θα πρέπει να χρησιμοποιείτε την
export για να θέσετε τις τρέχουσες μεταβλητές
περιβάλλοντος. Για παράδειγμα, για να ορίσετε ή να μετατρέψετε την
μεταβλητή περιβάλλοντος EDITOR, σε
csh ή tcsh θα πρέπει να δώσετε
μια εντολή που να θέτει τη μεταβλητή EDITOR στο
/usr/local/bin/emacs:
% setenv EDITOR /usr/local/bin/emacsΓια κελύφη Bourne:
% export EDITOR="/usr/local/bin/emacs"Μπορείτε επίσης στα περισσότερα κελύφη να αναπτύσσετε τις
μεταβλητές περιβάλλοντος τοποθετώντας μπροστά τους τον χαρακτήρα
$. Για παράδειγμα, η echo $TERM
θα τυπώσει την τιμή που έχουμε θέσει στην μεταβλητή, διότι το κέλυφος
αναπτύσσει την $TERM και περνά την τιμή της στην
echo.
Τα κελύφη χρησιμοποιούν μερικούς ειδικούς χαρακτήρες, που
ονομάζονται meta-χαρακτήρες για εμφανίσεις ιδιαίτερων δεδομένων. Ο πιο
κοινός εξ' αυτών είναι ο χαρακτήρας *, ο οποίος
αντιπροσωπεύει οποιοδήποτε αλφαριθμητικό χαρακτήρα σε ένα όνομα αρχείου.
Αυτοί οι ειδικοί meta-χαρακτήρες μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να
κάνουν filename globbing. Για παράδειγμα, αν πληκτρολογήσετε
echo * είναι σχεδόν το ίδιο με το να δώσετε
ls διότι το κέλυφος παίρνει όλα τα αρχεία που
ταιριάζουν με * και τα προωθεί στην γραμμή εντολών
για την echo.
Για να εμποδίσετε το κέλυφος να επεξεργαστεί αυτούς τους ειδικούς
χαρακτήρες, μπορείτε να χρησιμοποιήσετε το σύμβολο διαφυγής (escape)
τοποθετώντας μπροστά τους μια δεξιόστροφη κάθετο
(\). Η echo $TERM τυπώνει τον
τύπο του τερματικού σας, ενώ η echo \$TERM τυπώνει
απλά $TERM.
Ο ευκολότερος τρόπος για να αλλάξετε το κέλυφος σας είναι να
χρησιμοποιήσετε την εντολή chsh. Τρέχοντας την
chsh θα οδηγηθείτε στον κειμενογράφο που έχετε
θέσει στην μεταβλητή περιβάλλοντος EDITOR, ενώ αν δεν
έχετε θέσει, θα οδηγηθείτε στο vi. Αλλάξτε
κατάλληλα τη γραμμή “Shell:”
Μπορείτε επίσης να δώσετε στην chsh την
επιλογή -s, αυτή θα θέσει το κέλυφος για σας, δίχως
να χρειαστεί να χρησιμοποιήσετε τον κειμενογράφο. Για παράδειγμα, αν
θέλετε να αλλάξετε το κέλυφος σας σε bash, η
ακόλουθη εντολή είναι ακριβώς αυτό που χρειάζεστε:
% chsh -s /usr/local/bin/bashΤο κέλυφος στο οποίο επιθυμείτε να μεταβείτε
πρέπει να είναι καταχωρημένο στο αρχείο
/etc/shells. Αν έχετε εγκαταστήσει ένα
κέλυφος από τη συλλογή των ports, τότε
αυτό θα πρέπει να έχει ήδη γίνει. Αν εγκαταστήσατε το κέλυφος μόνοι
σας, τότε θα πρέπει να εκτελέσετε τη διαδικασία που
ακολουθεί.
Αν για παράδειγμα, εγκαταστήσατε το bash
μόνοι σας και το τοποθετήσατε στον
/usr/local/bin, τότε θα πρέπει να
δώσετε:
# echo "/usr/local/bin/bash" >> /etc/shellsΚαι μετά ξανατρέξτε την chsh.
Αρκετές ρυθμίσεις στο FreeBSD γίνονται με επεξεργασία αρχείων κειμένου. Για αυτό το λόγο, θα ήταν καλή ιδέα να εξοικειωθείτε με ένα κειμενογράφο. Αρκετοί περιέχονται στο βασικό σύστημα του FreeBSD και πολλοί περισσότεροι είναι διαθέσιμοι στην Συλλογή των Ports (Ports Collection).
Ο ευκολότερος και απλούστερος κειμενογράφος για να μάθετε ονομάζεται
ee, που σημαίνει easy editor (εύκολος
κειμενογράφος). Για να ξεκινήσετε τον ee,
πρέπει να πληκτρολογήσετε στην γραμμή εντολών
ee όπου
filenamefilename είναι το όνομα του αρχείου που
θέλετε να επεξεργαστείτε. Για παράδειγμα, για να επεξεργαστείτε το
/etc/rc.conf, πληκτρολογείτε
ee /etc/rc.conf. Μόλις εισέλθετε στο
ee, όλες οι εντολές για να χειριστείτε τις
λειτουργίες του κειμενογράφου αναφέρονται στο πάνω μέρος της οθόνης.
Ο χαρακτήρας καπέλο ^ σημαίνει το πλήκτρο
Ctrl, επομένως ^e σημαίνει πως
πρέπει να πληκτρολογήσετε τον συνδυασμό πλήκτρων
Ctrl+e. Για να βγείτε από το ee,
πιέζετε το πλήκτρο Esc, και επιλέγετε leave editor.
Ο κειμενογράφος θα σας προτρέψει να σώσετε τυχόν αλλαγές, αν έχετε
επεξεργαστεί το αρχείο.
Το FreeBSD παρέχεται επίσης με πιο εξελιγμένους κειμενογράφους όπως
το ενσωματωμένο στο βασικό σύστημα vi. Το
Emacs και το vim,
είναι μέρος της Συλλογής των Ports του FreeBSD
(editors/emacs και
editors/vim). Αυτοί οι
κειμενογράφοι προσφέρουν πολλές περισσότερες λειτουργίες και
δυνατότητες, με κόστος αυξημένη πολυπλοκότητα και δυσκολία εκμάθησης.
Ωστόσο αν σχεδιάζετε να επεξεργαστείτε αρκετά κείμενα, η εκμάθηση ενός
ισχυρού κειμενογράφου όπως το
vim ή το Emacs θα
σας γλυτώσει πολύ περισσότερο χρόνο επεξεργασίας στην πορεία.
Πολλές εφαρμογές που χρειάζεται να αλλάξουν κάποιο αρχείο ή
απαιτούν από το χρήστη να πληκτρολογήσει κάποιο κείμενο, θα ανοίξουν
αυτόματα κάποιο κειμενογράφο. Για να αλλάξετε τον προεπιλεγμένο
κειμενογράφο, θα πρέπει να θέσετε κατάλληλη τιμή στην μεταβλητή
περιβάλλοντος EDITOR. Δείτε την ενότητα Κελύφη για περισσότερες λεπτομέρειες.
Συσκευή είναι ένας όρος που αναφέρεται σε σχέση με
λειτουργίες hardware ενός συστήματος, περιλαμβάνοντας δίσκους,
εκτυπωτές, κάρτες γραφικών και πληκτρολόγια. Κατά την εκκίνηση του FreeBSD
οι περισσότερες πληροφορίες που αναγράφονται στην οθόνη είναι συσκευές
που αναγνωρίζονται από το σύστημα. Μπορείτε να ξαναδείτε τα μηνύματα
εκκίνησης, διαβάζοντας το /var/run/dmesg.boot.
Για παράδειγμα, acd0 είναι ο πρώτος
οδηγός IDE CDROM, ενώ το kbd0 αντιπροσωπεύει
το πληκτρολόγιο.
Στις περισσότερες από αυτές τις συσκευές σε ένα λειτουργικό σύστημα
UNIX® η πρόσβαση πρέπει να γίνεται διαμέσου ειδικών αρχείων που
ονομάζονται αρχεία συσκευών, και είναι τοποθετημένα στον κατάλογο
/dev.
Όταν προσθέτετε μια νέα συσκευή στο σύστημα σας, ή μεταγλωττίζετε πηγαίο κώδικα για υποστήριξη νέων οδηγών, πρέπει να δημιουργούνται νέα αρχεία συσκευών.
Το σύστημα αρχείων συσκευών ή, DEVFS,
παρέχει πρόσβαση στο χώρο ονομάτων συσκευών του πυρήνα (device
namespace) στο global σύστημα αρχείων του συστήματος. Αντί να
δημιουργείτε και να μετατρέπετε αρχεία συσκευών, το
DEVFS συντηρεί για σας αυτό το ιδιαίτερο σύστημα
αρχείων.
Δείτε την σελίδα βοηθείας devfs(5) για περισσότερες πληροφορίες.
Για να καταλάβετε γιατί το FreeBSD χρησιμοποιεί τον τύπο elf(5) θα πρέπει πρώτα να γνωρίζετε μερικά πράγματα για τους τρεις “κυρίαρχους” τύπους εκτελέσιμων για το UNIX®
Ο παλαιότερος και πιο “κλασσικός” τύπος αντικειμένων του UNIX®. Χρησιμοποιεί μια μικρή και συμπαγή κεφαλίδα με ένα μαγικό νούμερο στην αρχή που συχνά χρησιμοποιείται για να χαρακτηρίζει τον τύπο (δείτε για περισσότερες πληροφορίες την a.out(5)). Περιέχει τρία φορτωμένα τμήματα: .text, .data και .bss και επιπλέον ένα πίνακα συμβόλων και ένα πίνακα αλφαριθμητικών χαρακτήρων.
COFF
Ο τύπος αντικειμένου SVR3. Η κεφαλίδα τώρα αποτελείται από ένα πίνακα τομέων, ώστε να μπορούμε να έχουμε κάτι παραπάνω από απλά .text, .data και .bss.
Ο διάδοχος του COFF, περιλαμβάνει πολλαπλά τμήματα και δέχεται τιμές 32 ή 64 bit. Το βασικό μειονέκτημα: Ο ELF σχεδιάστηκε με την προϋπόθεση πως θα υπήρχε μόνο ένα ABI για κάθε αρχιτεκτονική συστήματος. Αυτή η υπόθεση είναι όμως εσφαλμένη τώρα, αφού ακόμη και στον εμπορικό κόσμο του SYSV (όπου υπάρχουν τουλάχιστον τρία ABI: SRV4, Solaris, SCO) δεν ισχύει.
Το FreeBSD προσπαθεί να ξεπεράσει αυτό το πρόβλημα παρέχοντας ένα βοηθητικό πρόγραμμα με το οποίο μπορούμε να ενσωματώσουμε (branding) σε ένα εκτελέσιμο ELF τις πληροφορίες για το ABI που είναι συμβατό με αυτό. Δείτε την σελίδα manual του brandelf(1) για περισσότερες πληροφορίες.
Το FreeBSD προέρχεται από τον “κλασσικό” χώρο και
μέχρι την αρχή της σειράς 3.X, χρησιμοποιούσε τον τύπο a.out(5),
μια τεχνολογία δοκιμασμένη και αποδεδειγμένη σε πολλές γενιές εκδόσεων
του BSD. Αν και η μεταγλώττιση και εκτέλεση εγγενών εκτελέσιμων (και
πυρήνων) τύπου ELF ήταν δυνατή στα FreeBSD συστήματα
ήδη από πολύ καιρό πριν, το FreeBSD αρχικά αντιστάθηκε στην
“ώθηση” για καθιέρωση του ELF ως
προκαθορισμένου τύπου. Γιατί; Όταν ο κόσμος του Λίνουξ έκανε την
οδυνηρή μετάβαση προς το ELF, δεν ήταν τόσο για να
ξεφύγει από τον τύπο εκτελέσιμων a.out όσο για να
αντιμετωπίσει το δύσκαμπτο δικό τους μηχανισμό κοινόχρηστων βιβλιοθηκών,
ο οποίος βασίζονταν σε jump-tables και προκαλούσε μεγάλη δυσχέρεια στην
κατασκευή τους, τόσο στους προγραμματιστές όσο και στους μεταπωλητές.
Από τη στιγμή που τα διαθέσιμα εργαλεία του ELF
προσέφεραν λύση στο πρόβλημα των κοινών βιβλιοθηκών και έγινε γενικώς
αποδεκτό πως ήταν “ο δρόμος προς τα εμπρός”, έγινε
αποδεκτό το αναγκαίο κόστος της μεταφοράς και επιτεύχθηκε η μετακίνηση.
Ο μηχανισμός κοινόχρηστων βιβλιοθηκών του FreeBSD βασίζεται σε μεγάλο
βαθμό στον αντίστοιχο μηχανισμό του SunOS™ της Sun και είναι πολύ
εύκολος στη χρήση.
Τότε, γιατί υπάρχουν τόσοι διαφορετικοί τύποι;
Πίσω στο σκοτεινό παρελθόν, υπήρχε απλό hardware. Αυτό
το απλό hardware υποστήριζε ένα απλό, μικρό σύστημα. Το
a.out ήταν απόλυτα κατάλληλο για την αναπαράσταση
εκτελέσιμων σε αυτό το απλό σύστημα (ένα PDP-11). Όταν ο κόσμος άρχισε
να μεταφέρει το UNIX® από αυτό το απλό σύστημα, διατηρήθηκε ο τύπος
a.out γιατί ήταν ικανοποιητικός για τα πρώτα
ports του UNIX® σε αρχιτεκτονικές όπως η Motorola 68k, VAXen,
κτλ.
Μετέπειτα κάποιος λαμπρός μηχανικός hardware αποφάσισε
πως αφού μπορούσε να εξαναγκάζει το λογισμικό να κάνει τόσα
πρόχειρα κόλπα, θα μπορούσε επίσης να παραλείψει μερικές πύλες
από το σχεδιασμό ώστε να επιτρέψει στον πυρήνα της CPU να τρέχει
γρηγορότερα. Αν και διασκευάσθηκε ώστε να δουλεύει με αυτό το νέο
είδος hardware (γνωστό σήμερα ως RISC), ο τύπος
a.out ήταν τελικά ακατάλληλος για αυτό, και έτσι
σχεδιάστηκαν πολλοί νέοι τύποι για να επιτευχθεί καλύτερη απόδοση από
το hardware από ότι ήταν δυνατόν με τον απλό και περιοριστικό τύπο
a.out. Εφευρέθηκαν διάφοροι τύποι όπως οι
COFF, ECOFF, και μερικοί άλλοι
λιγότερο γνωστοί, και ερευνήθηκαν οι περιορισμοί τους ώσπου τα πράγματα
σταθεροποιήθηκαν στο ELF.
Επιπλέον, το μέγεθος των προγραμμάτων γινόταν όλο και μεγαλύτερο
και οι δίσκοι (και η φυσική μνήμη) ήταν ακόμη σχετικά μικροί και κάπως
έτσι γεννήθηκε η ιδέα της κοινής βιβλιοθήκης. Το σύστημα VM έγινε
επίσης περισσότερο περίπλοκο. Κάθε μία από τις βελτιώσεις γινόταν
με βάση τον τύπο a.out, που όμως γινόταν όλο και
πιο δύσχρηστος με κάθε νέα προσθήκη. Επιπρόσθετα, ο κόσμος ήθελε να
φορτώνει τμήματα δυναμικά ενώ το σύστημα ήταν σε φάση εκτέλεσης, ή να
εξαλείφει μέρη προγραμμάτων αφού είχε εκτελεστεί ο κώδικας αρχικοποίησης
(init) ώστε να εξοικονομηθεί φυσική μνήμη και χώρος swap. Οι γλώσσες
προγραμματισμού γινόντουσαν ακόμα πιο περίπλοκες και ο κόσμος ήθελε
αυτόματη φόρτωση και εκτέλεση κώδικα πριν την κλήση της main. Έγιναν
πρόχειρες διορθώσεις (hacks) στον τύπο a.out ώστε
να συμβαδίζει με όλες αυτές τις αλλαγές, και πράγματι, για μια περίοδο
έδειχνε να λειτουργεί. Με τον καιρό όμως, φάνηκε ότι ο τύπος
a.out δεν θα μπορούσε να αντεπεξέλθει σε όλα αυτά
τα προβλήματα, αφού θα έπρεπε να αναπτύσσεται συνεχώς και με περίπλοκο
τρόπο. Αν και το ELF έλυνε πολλά από αυτά τα
προβλήματα, η μετάβαση σε αυτό ενός συστήματος που βασικά λειτουργούσε,
θα οδηγούσε σε οδυνηρές καταστάσεις. Έτσι ο τύπος
ELF έπρεπε να περιμένει μέχρι τη στιγμή όπου η
παραμονή στο a.out θα δημιουργούσε περισσότερα
προβλήματα από ότι η μετάβαση στο ELF.
Ωστόσο, όσο ο καιρός περνούσε, και τα εργαλεία μεταγλώττισης από τα οποία προέρχονται τα αντίστοιχα εργαλεία του FreeBSD (ειδικότερα ο assembler και ο loader), αναπτύχθηκαν παράλληλα σε δύο δέντρα. Το δέντρο του FreeBSD πρόσθεσε κοινές βιβλιοθήκες και διόρθωσε κάποια σφάλματα. Η ομάδα του GNU που είχε αρχικά γράψει αυτά τα προγράμματα, τα έγραψε ξανά και πρόσθεσε ευκολότερη υποστήριξη για κατασκευή cross compilers, την ενσωμάτωση διαφορετικών τύπων κατά βούληση, κλπ. Αν και πολλοί ζητούσαν να κατασκευαστούν cross compilers για FreeBSD, ήταν άτυχοι, αφού ο παλιός πηγαίος κώδικας του FreeBSD για τα as και ld τα έκανε ακατάλληλα. Η νέα αλυσίδα εργαλείων του GNU (binutils) υποστηρίζει cross compiling, ELF, κοινές βιβλιοθήκες, προεκτάσεις C++, κτλ. Επιπλέον, πολλοί τρίτοι κατασκευαστές προσφέρουν εκτελέσιμα ELF, και είναι πολύ καλό να μπορούν να εκτελεστούν στο FreeBSD.
Ο ELF είναι πιο εκφραστικός από τον
a.out και περισσότερο επεκτάσιμος στο βασικό
σύστημα. Τα εργαλεία ELF είναι ευκολότερα στην
συντήρηση και προσφέρουν υποστήριξη για cross compilers,
κάτι που είναι πολύ σημαντικό για μερικούς ανθρώπους. Μπορεί ο
ELF να είναι λίγο πιο αργός από τον
a.out, αλλά η διαφορά δεν είναι αισθητή. Υπάρχουν
επίσης πολλές άλλες διαφορές μεταξύ τους, σε λεπτομέρειες όπως τον τρόπο
που αντιστοιχίζουν σελίδες, που χειρίζονται τον κώδικα init, κλπ.
Καμιά από αυτές δεν είναι πολύ σημαντική, αλλά ωστόσο δεν παύουν να
είναι διαφορές. Με τον καιρό η υποστήριξη για το
a.out θα απομακρυνθεί από τον πυρήνα GENERIC, και
τελικά θα αφαιρεθεί εντελώς από τον πυρήνα όταν εκλείψει ολοκληρωτικά η
ανάγκη εκτέλεσης παλαιών προγραμμάτων τύπου a.out.
Η πιο κατανοητή τεκμηρίωση στο FreeBSD προσφέρεται με τη μορφή των
σελίδων βοηθείας (manual pages). Σχεδόν για κάθε πρόγραμμα του
συστήματος δίνεται μια σύντομη αναφορά που εξηγεί τις βασικές
λειτουργίες και διάφορα άλλα θέματα. Αυτές οι σελίδες προβάλλονται με
την εντολή man. Η χρήση της εντολής
man είναι απλή:
% man commandόπου command είναι το όνομα της εντολής για την
οποία επιθυμείτε να μάθετε περισσότερες πληροφορίες. Για παράδειγμα,
για να μάθετε περισσότερα για την εντολή ls
πληκτρολογήστε:
% man lsΤο online manual χωρίζεται σε τέσσερις αριθμημένες ενότητες:
Εντολές χρήστη.
Κλήσεις συστήματος και αριθμοί σφαλμάτων.
Συναρτήσεις των βιβλιοθηκών της C.
Οδηγοί συσκευών.
Τύποι αρχείων.
Παιχνίδια και άλλες εφαρμογές διασκέδασης.
Διάφορες πληροφορίες.
Συντήρηση συστήματος και εντολές λειτουργίας.
Ανάπτυξη πυρήνα.
Σε μερικές περιπτώσεις, το ίδιο θέμα μπορεί να εμφανίζεται σε
περισσότερες ενότητες των σελίδων βοηθείας. Για παράδειγμα, υπάρχει
η εντολή χρήστη chmod και η κλήση συστήματος
chmod(). Σε αυτή τη περίπτωση, μπορείτε να
πείτε στην εντολή man ποια ακριβώς θέλετε
επιλέγοντας την ενότητα:
% man 1 chmodΜε αυτόν τον τρόπο θα εμφανιστεί η σελίδα βοηθείας για την
εντολή χρήστη chmod. Οι αναφορές σε μια ειδική
ενότητα των σελίδων βοηθείας τοποθετούνται παραδοσιακά μέσα σε
παρένθεση στην τυπωμένη τεκμηρίωση, επομένως το chmod(1)
αναφέρεται στην εντολή χρήστη chmod και το
chmod(2) αναφέρεται στην κλήση συστήματος.
Αυτό είναι χρήσιμο όταν γνωρίζουμε το όνομα της εντολής και απλά
επιθυμούμε να μάθουμε πως να την χρησιμοποιήσουμε, αλλά τι γίνεται
αν δεν γνωρίζουμε το όνομα της; Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε το
man για να αναζητήσετε λέξεις κλειδιά από τις
περιγραφές των εντολών χρησιμοποιώντας την επιλογή
-k:
% man -k mailΜε την εντολή αυτή θα εμφανιστεί μία λίστα από εντολές που
περιέχουν την λέξη κλειδί “mail” στην περιγραφή τους.
Αυτό είναι αντίστοιχο με το να χρησιμοποιήσετε την εντολή
apropos.
Επομένως, βλέπετε όλες αυτές τις γουστόζικες εντολές στον
/usr/bin αλλά δεν έχετε την παραμικρή ιδέα του
τι πραγματικά κάνουν; Απλά πληκτρολογήστε:
% cd /usr/bin
% man -f *ή
% cd /usr/bin
% whatis *το οποίο κάνει ακριβώς το ίδιο πράγμα.
Το FreeBSD περιλαμβάνει πολλές εφαρμογές και βοηθητικά προγράμματα
που έχουν δημιουργηθεί από την Free Software Foundation (FSF). Πέρα
από τις σελίδες βοηθείας, τα προγράμματα αυτά παρέχονται με
τεκμηρίωση μορφής hypertext σε αρχεία που ονομάζονται
info και τα οποία μπορείτε να προβάλλετε με την
εντολή info ή, αν έχετε εγκαταστήσει το
emacs, μέσω της κατάστασης λειτουργίας
info mode του emacs.
Για να χρησιμοποιήσετε την εντολή info(1), απλά πληκτρολογήστε:
% infoΓια μια σύντομη εισαγωγή, πληκτρολογήστε h.
Για μια γρήγορη αναφορά εντολής, πληκτρολογήστε
?.
[1] Αυτό ακριβώς σημαίνει το i386. Ακόμη και
αν δεν χρησιμοποιείτε επεξεργαστή Intel 386 CPU στο FreeBSD σύστημα
σας, θα εμφανίζεται το i386. Αυτή είναι η
“αρχιτεκτονική”, κατασκευής του επεξεργαστή και όχι
το μοντέλο του επεξεργαστή.
[2] Τα σενάρια εκκίνησης (startup scripts) είναι προγράμματα που τρέχουν αυτόματα κατά την εκκίνηση του FreeBSD. Η κύρια λειτουργία τους είναι να βοηθούν στην σωστή λειτουργία όλων των συστατικών του συστήματος, και να ξεκινούν όλες τις υπηρεσίες που έχετε ρυθμίσει να τρέχουν στο παρασκήνιο.
[3] Για όλες τις τεχνικές λεπτομέρειες και ακριβείς περιγραφές των οδηγών (drivers) που χρησιμοποιούνται στο FreeBSD για κονσόλες και πληκτρολόγια μπορείτε να βρείτε στις σελίδες syscons(4), atkbd(4), vidcontrol(1) και kbdcontrol(1) των σελίδων βοήθειας (manual pages). Δεν θα συνεχίσουμε περαιτέρω, αλλά ο ενδιαφερόμενος αναγνώστης μπορεί να συμβουλεύεται πάντα τις σελίδες βοηθείας για περισσότερο λεπτομερή και ολοκληρωμένη επεξήγηση των λειτουργιών.
[4] Αυτό δεν είναι απόλυτα αληθές — Υπάρχουν μερικά πράγματα που δεν μπορούν να διακοπούν. Για παράδειγμα, εάν η διεργασία προσπαθεί να διαβάσει ένα αρχείο από άλλον υπολογιστή στο δίκτυο και ξαφνικά αυτός ο άλλος υπολογιστής διακόψει για κάποιο λόγο (λόγω κλεισίματος του pc ή λόγω βλάβης στο δίκτυο), τότε η διεργασία ονομάζεται μη “διακόψιμη”. Πιθανώς η διεργασία να κάνει time out, συνήθως μετά από δύο λεπτά. Μόλις συμβεί αυτό, θα τερματιστεί άμεσα.
Το FreeBSD συνοδεύεται από μία πλούσια συλλογή από προγράμματα σαν μέρος του βασικού συστήματος. Όμως, λίγα μπορεί να κάνει κάποιος πριν βρεθεί στην ανάγκη να εγκαταστήσει μια πρόσθετη εφαρμογή για να υλοποιήσει μια πραγματική εργασία. Το FreeBSD παρέχει δυο συμπληρωματικές τεχνολογίες για να εγκαταστήσετε πρόσθετες εφαρμογές στο σύστημα σας: τη Συλλογή των Ports (Ports Collection, για εγκατάσταση από τον πηγαίο κώδικα), και τα πακέτα (packages, για εγκατάσταση από προ-μεταγλωττισμένα εκτελέσιμα πακέτα). Κάθε μία από τις δυο μεθόδους μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να εγκαταστήσετε τις νεότερες εκδόσεις από τις αγαπημένες σας εφαρμογές, από τοπικά αποθηκευτικά μέσα ή απευθείας από το δίκτυο.
Αφού διαβάσετε αυτό το κεφάλαιο, θα ξέρετε:
Πως να εγκαθιστάτε προ-μεταγλωττισμένα πακέτα λογισμικού.
Πως να μεταγλωττίζετε πρόσθετο λογισμικό από τον πηγαίο κώδικα χρησιμοποιώντας την Συλλογή των Ports.
Πως να κάνετε απεγκατάσταση εγκαταστημένων πακέτων ή ports.
Πως να αλλάζετε τις προκαθορισμένες ρυθμίσεις που χρησιμοποιεί η Συλλογή των Ports.
Πως να βρίσκετε τα κατάλληλα πακέτα λογισμικού.
Πως να αναβαθμίζετε τις εφαρμογές σας.
Αν έχετε χρησιμοποιήσει ένα UNIX® σύστημα στο παρελθόν, θα γνωρίζετε ότι η συνηθισμένη διαδικασία για την εγκατάσταση πρόσθετου λογισμικού είναι περίπου η παρακάτω:
“Κατέβασμα” του λογισμικού, που μπορεί να διανέμεται σε μορφή πηγαίου κώδικα, ή σαν εκτελέσιμο.
Αποσυμπίεση του λογισμικού από την μορφή της διανομής του (συνήθως ένα tarball συμπιεσμένο με το compress(1), gzip(1), ή bzip2(1)).
Εντοπισμός της τεκμηρίωσης (πιθανώς ένα αρχείο
INSTALL ή README
ή μερικά αρχεία μέσα σε ένα υποκατάλογο doc/)
και ανάγνωσή τους για το πως θα εγκατασταθεί το λογισμικό.
Αν το λογισμικό διανέμεται με τη μορφή πηγαίου κώδικα,
μεταγλώττιση του. Αυτό μπορεί να περιλαμβάνει την επεξεργασία ενός
Makefile, ή την εκτέλεση ενός
configure script, και άλλες εργασίες.
Δοκιμή και εγκατάσταση του λογισμικού.
Και αυτά μόνο αν όλα πάνε καλά. Αν εγκαθιστάτε ένα λογισμικό που δεν έχει μεταφερθεί στο FreeBSD ίσως να πρέπει να τροποποιήσετε τον πηγαίο κώδικα για να δουλέψει σωστά.
Αν το θέλετε, μπορείτε να συνεχίσετε να εγκαθιστάτε λογισμικό με τον “παραδοσιακό” τρόπο στο FreeBSD. Όμως, το FreeBSD παρέχει δυο τεχνολογίες που μπορούν να σας γλιτώσουν από πολύ κόπο: τα πακέτα και τα ports. Την στιγμή που γράφτηκε αυτό το κείμενο, διατίθονταν με αυτόν τον τρόπο πάνω από 24,000 πρόσθετες εφαρμογές.
Για οποιαδήποτε εφαρμογή, το αντίστοιχο FreeBSD πακέτο της είναι ένα μοναδικό αρχείο που πρέπει εσείς να “κατεβάσετε”. Το πακέτο περιέχει προ-μεταγλωττισμένα αντίγραφα από όλες τις εντολές της εφαρμογής, όπως επίσης και αρχεία παραμετροποίησης ή τεκμηρίωσης. Ένα τέτοιο πακέτο σε μορφή αρχείου, μπορείτε να το χειριστείτε με τις εντολές διαχείρισής πακέτων του FreeBSD, όπως οι pkg_add(1), pkg_delete(1), pkg_info(1), και πάει λέγοντας. Η εγκατάσταση μιας νέας εφαρμογής μπορεί να γίνει με μία μόνο εντολή.
Ένα FreeBSD port για μία εφαρμογή είναι μια συλλογή από αρχεία σχεδιασμένα για να αυτοματοποιήσουν την διαδικασία μεταγλώττισης της εφαρμογής από τον πηγαίο κώδικα.
Θυμηθείτε ότι υπάρχουν μερικά βήματα που θα πρέπει λογικά να κάνετε αν μεταγλωττίσετε ένα πρόγραμμα μόνος σας (“κατέβασμα”, αποσυμπίεση, προσαρμογή (patching), μεταγλώττιση, εγκατάσταση). Τα αρχεία που αποτελούν ένα port περιέχουν όλες τις απαραίτητες πληροφορίες για να επιτρέψουν στο σύστημα να κάνει όλα αυτά για εσάς. Εσείς εκτελείτε μερικές απλές εντολές, και ο πηγαίος κώδικας για την εφαρμογή αυτόματα “κατεβαίνει”, αποσυμπιέζεται, προσαρμόζεται, μεταγλωττίζεται, και εγκαθίσταται για εσάς.
Στην πραγματικότητα, το σύστημα ports μπορεί επίσης να
χρησιμοποιηθεί για να δημιουργηθούν πακέτα που μπορείτε αργότερα να
διαχειριστείτε με την pkg_add και τις άλλες εντολές
διαχείρισής πακέτων που θα αναφερθούν σε λίγο.
Τόσο τα πακέτα, όσο και τα ports κατανοούν τις
εξαρτήσεις (dependencies). Ας υποθέσουμε ότι
θέλετε να εγκαταστήσετε μία εφαρμογή που εξαρτάται από μία συγκεκριμένη
βιβλιοθήκη για να λειτουργήσει. Τόσο η εφαρμογή, όσο και η βιβλιοθήκη
διατίθενται ως πακέτα και ports του FreeBSD. Αν χρησιμοποιήσετε την εντολή
pkg_add ή το σύστημα των ports για να εγκαταστήσετε
την εφαρμογή, αμφότερα θα παρατηρήσουν ότι η βιβλιοθήκη δεν είναι
εγκατεστημένη, και αυτόματα θα την εγκαταστήσουν πριν από το
πρόγραμμα.
Έχοντας αναφέρει ότι οι δύο τεχνολογίες είναι αρκετά όμοιες, ίσως να αναρωτιέστε γιατί το FreeBSD προσφέρει και τις δύο. Τα πακέτα και τα ports αμφότερα έχουν τα δικά τους πλεονεκτήματα, και το τι θα χρησιμοποιήσετε εξαρτάται από την δική σας προτίμηση.
Ένα συμπιεσμένο tarball πακέτου είναι συνήθως μικρότερο από το συμπιεσμένο tarball που περιέχει τον πηγαίο κώδικα για την εφαρμογή.
Τα πακέτα δεν χρειάζονται μεταγλώττιση. Για μεγάλες εφαρμογές, όπως είναι ο Mozilla, το KDE, ή το GNOME αυτό μπορεί να είναι σημαντικό, ιδιαίτερα αν βρίσκεστε σε ένα αργό μηχάνημα.
Τα πακέτα δεν απαιτούν να κατανοήσετε την διαδικασία που σχετίζεται με την μεταγλώττιση λογισμικού στο FreeBSD.
Τα πακέτα συνήθως είναι μεταγλωττισμένα με συντηρητικές επιλογές, επειδή πρέπει να λειτουργούν στον μέγιστο αριθμό συστημάτων. Με εγκατάσταση από το port, μπορείτε να ρυθμίσετε τις επιλογές μεταγλώττισης (για παράδειγμα) να δημιουργήσουν εκτελέσιμο κώδικα που να εκμεταλλεύεται τις ικανότητες ενός Pentium 4 ή Athlon επεξεργαστή.
Μερικές εφαρμογές έχουν επιλογές μεταγλώττισης που σχετίζονται με το τι μπορούν να κάνουν και τι όχι. Για παράδειγμα, ο Apache μπορεί να μεταγλωττιστεί με ένα ευρύ φάσμα από επιλογές. Μεταγλωττίζοντας τον από το port, δεν είναι ανάγκη να δεχτείτε τις προεπιλεγμένες επιλογές, μπορείτε να κάνετε τις δικές σας.
Σε μερικές περιπτώσεις, μπορεί να υπάρχουν πολλαπλά πακέτα
για την ίδια εφαρμογή, με διαφορετικές ρυθμίσεις. Για παράδειγμα,
το Ghostscript διατίθεται ως ένα πακέτο
ghostscript και ένα πακέτο
ghostscript-nox11, αναλόγως αν
θα εγκαταστήσετε ή όχι έναν X11 server. Αυτού του τύπου
οι ρυθμίσεις είναι δυνατές με τα πακέτα, αλλά γρήγορα
γίνονται αδύνατες αν μία εφαρμογή έχει περισσότερες από μία ή δύο
διαφορετικές ρυθμίσεις μεταγλώττισης.
Οι συνθήκες των αδειών διανομής από μερικές διανομές λογισμικού, απαγορεύουν την διανομή εκτελέσιμου κώδικα. Πρέπει να διανεμηθούν με την μορφή πηγαίου κώδικα.
Μερικά άτομα δεν εμπιστεύονται τα έτοιμα εκτελέσιμα. Τουλάχιστον με τον πηγαίο κώδικα, μπορείτε (θεωρητικά) να τον διαβάσετε και να ψάξετε για πιθανά προβλήματα μόνος σας.
Αν έχετε τοπικά, δικά σας patches, θα χρειαστείτε τον πηγαίο κώδικα για να τα εφαρμόσετε.
Μερικά άτομα γουστάρουν να έχουν τον πηγαίο κώδικα, ώστε να τον διαβάσουν αν βαρεθούνε, να τον αλλάξουν (hack), να δανειστούν από αυτόν (αν βέβαια το επιτρέπει η άδεια), κ.λ.π.
Για να είστε ενήμερος για τα ανανεωμένα ports, εγγραφείτε στην ηλεκτρονική λίστα των FreeBSD ports και στην ηλεκτρονική λίστα αναφορών προβλημάτων των FreeBSD ports.
Πριν εγκαταστήσετε οποιοδήποτε εφαρμογή, πρέπει να ελέγχετε το http://vuxml.freebsd.org/ για θέματα ασφαλείας που σχετίζονται με την εφαρμογή σας.
Μπορείτε επίσης να εγκαταστήσετε το ports-mgmt/portaudit το οποίο αυτόματα
θα ελέγχει όλες τις εγκαταστημένες εφαρμογές για γνωστά τρωτά
σημεία. Έλεγχος επίσης θα πραγματοποιείται πριν τη μεταγλώττιση
οποιουδήποτε port. Στο ενδιάμεσο, μπορείτε να χρησιμοποιείτε την
εντολή portaudit -F -a αφότου έχετε πρώτα
εγκαταστήσει μερικά πακέτα.
Το υπόλοιπο αυτού του κεφαλαίου εξηγεί πως να χρησιμοποιήσετε τα πακέτα και τα ports για να εγκαταστήσετε και να διαχειριστείτε πρόσθετο λογισμικό στο FreeBSD.
Πριν εγκαταστήσετε οποιαδήποτε εφαρμογή πρέπει να γνωρίζετε τι θέλετε να κάνει, και πως ονομάζεται η εφαρμογή.
Η λίστα των διαθέσιμων εφαρμογών στο FreeBSD μεγαλώνει συνεχώς. Ευτυχώς, υπάρχουν πολλοί τρόποι να βρείτε αυτό που θέλετε:
Στη δικτυακή τοποθεσία του FreeBSD θα βρείτε μια λίστα από όλες τις διαθέσιμες εφαρμογές, στο http://www.FreeBSD.org/ports/. Η λίστα αυτή ανανεώνεται συχνά, ενώ υπάρχει και δυνατότητα αναζήτησης. Τα ports είναι χωρισμένα σε κατηγορίες, και μπορείτε να αναζητήσετε μία εφαρμογή είτε με το όνομα (αν το ξέρετε), ή να δείτε όλες τις εφαρμογές που είναι διαθέσιμες σε μια κατηγορία.
Ο Dan Langille διατηρεί το FreshPorts, στο http://www.FreshPorts.org/. Το FreshPorts καταγράφει τις αλλαγές των εφαρμογών στο δέντρο των ports καθώς συμβαίνουν, επιτρέποντάς σας να “παρακολουθείτε” ένα ή περισσότερα ports, και μπορεί να σας στείλει email όταν αυτά ανανεώνονται.
Αν δεν γνωρίζετε το όνομα της εφαρμογής που θέλετε, δοκιμάστε να χρησιμοποιήσετε ένα site σαν το Freecode(http://www.freecode.com/) για να βρείτε μία εφαρμογή, και μετά μπορείτε να ελέγξετε ξανά το site του FreeBSD για να δείτε αν η εφαρμογή έχει γίνει port.
Αν ξέρετε το ακριβές όνομα του port, και θέλετε μόνο να
βρείτε σε ποια κατηγορία είναι, μπορείτε να χρησιμοποιήσετε την
εντολή whereis(1). Απλά γράψτε
whereis , όπου
αρχείοαρχείο είναι το πρόγραμμα που θέλετε να
εγκαταστήσετε. Αν αυτό βρίσκεται στο σύστημα σας, η εντολή θα σας
πει που είναι, όπως παρακάτω:
# whereis lsof
lsof: /usr/ports/sysutils/lsofΑυτό μας λέει ότι το lsof (ένα εργαλείο
συστήματος) μπορεί να βρεθεί στον κατάλογο
/usr/ports/sysutils/lsof.
Επιπρόσθετα, μπορείτε να χρησιμοποιήσετε μια απλή εντολή echo(1) για να εντοπίσετε την τοποθεσία κάποιου προγράμματος μέσα στα ports. Για παράδειγμα:
# echo /usr/ports/*/*lsof*
/usr/ports/sysutils/lsofΣημειώστε ότι το παραπάνω θα δείξει επίσης και οποιαδήποτε
αρχεία έχουν κατέβει στον κατάλογο
/usr/ports/distfiles εφόσον
ταιριάζουν στην αναζήτηση.
Ακόμη ένας τρόπος να βρείτε ένα συγκεκριμένο port, είναι
χρησιμοποιώντας τον εσωτερικό μηχανισμό αναζήτησης της Συλλογής των
Ports. Γα να χρησιμοποιήσετε αυτό τον τρόπο αναζήτησης, Θα
χρειαστεί να βρίσκεστε στον κατάλογο
/usr/ports. Όταν βρεθείτε σε αυτόν τον
κατάλογο, εκτελέστε το make όπου
search
name=όνομα--προγράμματοςόνομα--προγράμματος είναι το όνομα
του προγράμματος που θέλετε να βρείτε. Για παράδειγμα, αν αναζητάτε
το lsof:
# cd /usr/ports
# make search name=lsof
Port: lsof-4.56.4
Path: /usr/ports/sysutils/lsof
Info: Lists information about open files (similar to fstat(1))
Maint: obrien@FreeBSD.org
Index: sysutils
B-deps:
R-deps: Το τμήμα της εξόδου που πρέπει να προσέξετε ιδιαίτερα είναι η γραμμή “Path:”, αφού αυτή σας λέει που να βρείτε το port. Οι υπόλοιπες πληροφορίες που παρέχονται δεν χρειάζονται για να εγκατασταθεί το port, για αυτό δεν θα αναλυθούν εδώ.
Για πιο λεπτομερή αναζήτηση μπορείτε να χρησιμοποιήσετε επίσης
make όπου
search key=φράσηφράση είναι κάποιο κείμενο προς
αναζήτηση. Αυτό αναζητά ονόματα port, σχόλια, περιγραφές και
εξαρτήσεις, και μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να βρεθούν ports που
σχετίζονται με ένα συγκεκριμένο θέμα, εάν δεν γνωρίζετε το όνομα
του προγράμματος που αναζητάτε.
Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις, η φράση προς αναζήτηση είναι case-insensitive (δεν λαμβάνει υπόψη τις διαφορές κεφαλαίων-μικρών). Η αναζήτηση για το “LSOF”, θα δώσει τα ίδια αποτελέσματα με την αναζήτηση για το “lsof”.
Υπάρχουν διάφορα εργαλεία με τα οποία μπορείτε να διαχειριστείτε τα πακέτα στο FreeBSD:
Σε ένα σύστημα που βρίσκεται ήδη σε λειτουργία, μπορείτε να εκτελέσετε το sysinstall για να εγκαταστήσετε, να διαγράψετε, και να δείτε τις εγκατεστημένες και τις διαθέσιμες εφαρμογές. Για περισσότερες πληροφορίες, δείτε το Τμήμα 2.10.11, “Εγκατάσταση Πακέτων”.
Τα διάφορα εργαλεία διαχείρισης μέσω της γραμμής εντολών, που αποτελούν και το αντικείμενο συζήτησης αυτής της ενότητας.
Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε το εργαλείο pkg_add(1) για να εγκαταστήσετε ένα πακέτο λογισμικού του FreeBSD από ένα τοπικά αποθηκευμένο αρχείο ή από έναν διακομιστή στο δίκτυο.
# ftp -a ftp2.FreeBSD.org
Connected to ftp2.FreeBSD.org.
220 ftp2.FreeBSD.org FTP server (Version 6.00LS) ready.
331 Guest login ok, send your email address as password.
230-
230- This machine is in Vienna, VA, USA, hosted by Verio.
230- Questions? E-mail freebsd@vienna.verio.net.
230-
230-
230 Guest login ok, access restrictions apply.
Remote system type is UNIX.
Using binary mode to transfer files.
ftp> cd /pub/FreeBSD/ports/packages/sysutils/
250 CWD command successful.
ftp> get lsof-4.56.4.tgz
local: lsof-4.56.4.tgz remote: lsof-4.56.4.tgz
200 PORT command successful.
150 Opening BINARY mode data connection for 'lsof-4.56.4.tgz' (92375 bytes).
100% |**************************************************| 92375 00:00 ETA
226 Transfer complete.
92375 bytes received in 5.60 seconds (16.11 KB/s)
ftp> exit
# pkg_add lsof-4.56.4.tgzΕάν δεν έχετε μία τοπική πηγή πακέτων (όπως είναι ένα
FreeBSD CD-ROM set) τότε ίσως είναι ευκολότερο να χρησιμοποιήσετε
την επιλογή -r για το pkg_add(1). Αυτή θα
κάνει το εργαλείο να καθορίσει αυτόματα τη σωστή μορφή και έκδοση
και έπειτα να ανακτήσει και να εγκαταστήσει το πακέτο από ένα FTP
site.
# pkg_add -r lsofΤο παραπάνω παράδειγμα θα “κατεβάσει” και θα
εγκαταστήσει το σωστό πακέτο χωρίς περαιτέρω επέμβαση του χρήστη.
Αν δεν θέλετε να χρησιμοποιήσετε το κύριο site διανομής πακέτων,
μπορείτε να χρησιμοποιήσετε κάποιο mirror. Για το σκοπό αυτό, θα
πρέπει να ρυθμίσετε σωστά την τιμή της PACKAGESITE,
ώστε να παρακάμψετε τις προεπιλεγμένες ρυθμίσεις. Το pkg_add(1)
χρησιμοποιεί το fetch(3) για να “κατεβάσει” τα
αρχεία, και αυτό με τη σειρά του χρησιμοποιεί διάφορες μεταβλητές
περιβάλλοντος, περιλαμβανομένων των
FTP_PASSIVE_MODE, FTP_PROXY, και
FTP_PASSWORD. Ίσως χρειαστεί να ρυθμίσετε μία ή
περισσότερες από αυτές αν βρίσκεστε πίσω από ένα firewall, ή ίσως να
χρειαστεί να χρησιμοποιήσετε έναν FTP/HTTP proxy. Δείτε το
fetch(3) για την πλήρη λίστα των μεταβλητών. Προσέξτε ότι στο
παραπάνω παράδειγμα χρησιμοποιείται το lsof αντί
του lsof-4.56.4. Όταν γίνεται απομακρυσμένη λήψη,
πρέπει να αφαιρεθεί ο αριθμός έκδοσης του πακέτου.
Το pkg_add(1) θα “κατεβάσει” αυτόματα την τελευταία
έκδοση της εφαρμογής.
Το pkg_add(1) θα “κατεβάσει” την τελευταία
έκδοση της εφαρμογής αν χρησιμοποιείτε FreeBSD-CURRENT ή
FreeBSD-STABLE. Αν τρέχετε μια -RELEASE έκδοση, θα
“κατεβάσει” την έκδοση του πακέτου που έχει
μεταγλωττιστεί με την έκδοση σας. Είναι δυνατό να το αλλάξετε
αυτό, αλλάζοντας την PACKAGESITE.
Για παράδειγμα, αν τρέχετε ένα σύστημα FreeBSD 8.1-RELEASE,
το pkg_add(1), από προεπιλογή, θα προσπαθήσει να
“κατεβάσει” πακέτα από το
ftp://ftp.freebsd.org/pub/FreeBSD/ports/i386/packages-8.1-release/Latest/.
Αν θέλετε να αναγκάσετε το pkg_add(1)
να “κατεβάσει” πακέτα του FreeBSD 8-STABLE, θέστε
την PACKAGESITE ως
ftp://ftp.freebsd.org/pub/FreeBSD/ports/i386/packages-8-stable/Latest/.
Τα αρχεία των πακέτων διανέμονται σε μορφές
.tgz και .tbz. Μπορείτε
να τα βρείτε στο ftp://ftp.FreeBSD.org/pub/FreeBSD/ports/packages/,
ή στα CD-ROM της διανομής του FreeBSD. Κάθε CD στο FreeBSD 4-CD set (και
στο PowerPak, κλπ.) περιέχει πακέτα στον κατάλογο
/packages. Η κατηγοριοποίηση των πακέτων
ακολουθεί την δομή του δέντρου /usr/ports.
Κάθε κατηγορία έχει το δικό της κατάλογο, και κάθε πακέτο μπορεί να
βρεθεί στον κατάλογο All.
Η δομή των καταλόγων του συστήματος πακέτων ταιριάζει με την αντίστοιχη των ports. Τα δύο συστήματα συνεργάζονται μεταξύ τους για να δημιουργήσουν το συνολικό σύστημα πακέτων/ports.
Το pkg_info(1) είναι ένα εργαλείο που παραθέτει και περιγράφει τα διάφορα πακέτα που είναι εγκαταστημένα.
# pkg_info
cvsup-16.1 A general network file distribution system optimized for CV
docbook-1.2 Meta-port for the different versions of the DocBook DTD
...Το pkg_version(1) είναι ένα εργαλείο που συνοψίζει τις εκδόσεις όλων των εγκαταστημένων πακέτων. Συγκρίνει την έκδοση κάθε πακέτου, με την τρέχουσα έκδοση που βρίσκεται στο δέντρο των ports.
# pkg_version
cvsup =
docbook =
...Τα σύμβολα στην δεύτερη στήλη δηλώνουν την σχετική ηλικία μεταξύ των εγκατεστημένων εκδόσεων και των εκδόσεων που είναι διαθέσιμες στο τοπικό δέντρο των ports.
| Σύμβολο | Σημασία |
|---|---|
| = | Η έκδοση του εγκατεστημένου πακέτου ταιριάζει με αυτή που είναι διαθέσιμη στο τοπικό δέντρο των ports. |
| < | Η εγκατεστημένη έκδοση είναι παλαιότερη από αυτή που είναι διαθέσιμη στο δέντρο των ports. |
| > | Η εγκατεστημένη έκδοση είναι νεότερη από αυτή που είναι διαθέσιμη στο τοπικό δέντρο των ports. (Το τοπικό δέντρο των ports είναι πιθανότατα απαρχαιωμένο.) |
| ? | Το εγκατεστημένο πακέτο δεν βρίσκεται στα περιεχόμενα των ports. (Αυτό μπορεί να συμβεί, για παράδειγμα, αν ένα εγκατεστημένο port έχει αφαιρεθεί από την Συλλογή των Ports, ή έχει μετονομαστεί.) |
| * | Υπάρχουν πολλαπλές εκδόσεις του πακέτου. |
| ! | Το εγκατεστημένο πακέτο υπάρχει στο index, αλλά για
κάποιο λόγο το pkg_version δεν κατάφερε να
συγκρίνει την έκδοση του εγκατεστημένου πακέτου με την
αντίστοιχη καταχώρηση στο index. |
Για να αφαιρέσετε ένα εγκατεστημένο πακέτο λογισμικού, χρησιμοποιήστε το εργαλείο pkg_delete(1).
# pkg_delete xchat-1.7.1Σημειώστε ότι το pkg_delete(1) απαιτεί το πλήρες όνομα και
αριθμό έκδοσης του πακέτου. Η παραπάνω εντολή δεν θα λειτουργήσει
αν δώσετε απλώς xchat αντί για
xchat-1.7.1. Είναι ωστόσο εύκολο να
χρησιμοποιήσετε την pkg_version(1) για να βρείτε την έκδοση του
εγκατεστημένου πακέτου. Αντί για αυτό, μπορείτε επίσης να
χρησιμοποιήσετε ένα μπαλαντέρ:
# pkg_delete xchat\*Στην περίπτωση αυτή, θα διαγραφούν όλα τα πακέτα που τα ονόματα
τους αρχίζουν με xchat.
Τα παρακάτω τμήματα δίνουν βασικές οδηγίες χρήσης της
Συλλογής των Ports για εγκατάσταση ή διαγραφή προγραμμάτων στο
σύστημα σας. Μπορείτε να βρείτε λεπτομερή περιγραφή των διαθέσιμων
επιλογών του make και των μεταβλητών περιβάλλοντος
στο ports(7).
Πριν μπορέσετε να εγκαταστήσετε προγράμματα μέσω των ports,
πρέπει πρώτα να ανακτήσετε την Συλλογή των Ports. Πρόκειται
ουσιαστικά για μια συλλογή από Makefiles,
patches, και αρχεία περιγραφής που τοποθετούνται στο
/usr/ports.
Όταν εγκαταστήσατε το FreeBSD σύστημα σας, το sysinstall σας ρώτησε αν θέλατε να εγκαταστήσετε την Συλλογή των Ports. Αν επιλέξατε όχι, μπορείτε να ακολουθήσετε αυτές τις οδηγίες για να ανακτήσετε την Συλλογή των Ports:
Αυτή είναι μια γρήγορη μέθοδος για να ανακτήσετε και να διατηρήσετε ένα ανανεωμένο αντίγραφο της Συλλογής των Ports, χρησιμοποιώντας το πρωτόκολλο CVSup. Αν θέλετε να μάθετε περισσότερα για το CVSup, δείτε το Χρησιμοποιώντας το CVSup.
Η υλοποίηση του CVSup που περιλαμβάνεται σε ένα σύστημα FreeBSD, ονομάζεται csup.
Σιγουρευθείτε ότι το
/usr/ports
είναι άδειο πριν εκτελέσετε το csup για
πρώτη φορά! Εάν έχετε ήδη ανακτήσει τη Συλλογή των Ports μέσω
κάποιας άλλης πηγής, το csup
δεν θα διαγράψει patches που έχουν αφαιρεθεί στο μεταξύ.
Εκτελέστε το csup:
# csup -L 2 -h cvsup.FreeBSD.org /usr/share/examples/cvsup/ports-supfileΑλλάξτε το
cvsup.FreeBSD.org με έναν
κοντινό σας διακομιστή CVSup. Δείτε
το CVSup Mirrors (Τμήμα A.6.7, “Τοποθεσίες CVSup”) για την πλήρη λίστα των mirror
sites.
Αν θέλετε, μπορείτε να χρησιμοποιήσετε το δικό σας
ports-supfile, ώστε να αποφύγετε
(για παράδειγμα) να δηλώσετε τον διακομιστή
CVSup στην γραμμή εντολών.
Σε αυτή την περίπτωση, ως root,
αντιγράψτε το
/usr/share/examples/cvsup/ports-supfile
σε μία νέα τοποθεσία, όπως το /root ή
τον δικό σας home κατάλογο.
Τροποποιήστε το ports-supfile.
Αλλάξτε το
CHANGE_THIS.FreeBSD.org
με έναν κοντινό σας διακομιστή
CVSup.Δείτε το CVSup Mirrors
(Τμήμα A.6.7, “Τοποθεσίες CVSup”) για την
πλήρη λίστα των mirror sites.
Εκτελέστε τώρα το csup, με τον
ακόλουθο τρόπο:
# csup -L 2 /root/ports-supfileΕκτελώντας την εντολή csup(1) αργότερα, θα “κατεβάσει” και θα εφαρμόσει όλες τις πρόσφατες αλλαγές στην Συλλογή των Ports, εκτός από το να επανα-μεταγλωττίσει τα ports για το σύστημα σας.
Το Portsnap είναι ένα εναλλακτικό σύστημα για την διανομή της Συλλογής των Ports. Παρακαλώ ελέγξτε το Χρησιμοποιώντας το Portsnap για μία λεπτομερή περιγραφή όλων των χαρακτηριστικών της εφαρμογής.
“Κατεβάστε” ένα συμπιεσμένο snapshot της
Συλλογής των Ports
/var/db/portsnap.
Αν θέλετε, μπορείτε να αποσυνδεθείτε από το Διαδίκτυο μετά από
αυτό το βήμα.
# portsnap fetchΑν εκτελείτε το Portsnap για
πρώτη φορά, κάντε εξαγωγή του snapshot μέσα στο /usr/ports:
# portsnap extractΕάν ήδη έχετε ένα γεμάτο /usr/ports και απλώς το ανανεώνετε,
εκτελέστε την ακόλουθη εντολή:
# portsnap updateΑυτή η μέθοδος χρησιμοποιεί το sysinstall για την εγκατάσταση της Συλλογής των Ports από το μέσο εγκατάστασης. Σημειώστε ότι με αυτό τον τρόπο θα εγκαταστήσετε το παλαιό αντίγραφο της Συλλογής των Ports, που αντιστοιχεί στην ημερομηνία της έκδοσης του FreeBSD που χρησιμοποιείτε. Εάν έχετε πρόσβαση στο Διαδίκτυο, πρέπει πάντα να χρησιμοποιείτε μία από τις μεθόδους που αναφέρθηκαν πιο πάνω.
Ως root, εκτελέστε το
sysinstall όπως φαίνεται παρακάτω:
# sysinstallΕπιλέξτε το , και πιέστε Enter.
Επιλέξτε το , και πιέστε Enter.
Μετακινηθείτε στο , και πιέστε Space.
Μετακινηθείτε στο , και πιέστε Enter.
Επιλέξτε το μέσο εγκατάστασης της επιθυμίας σας, όπως CDROM, FTP, και πάει λέγοντας.
Μετακινηθείτε στο και πιέστε Enter.
Πιέστε X για να βγείτε από το sysinstall.
Το πρώτο πράγμα που πρέπει να διευκρινιστεί σχετικά με την Συλλογή των Ports είναι η έννοια του όρου “skeleton (σκελετός)”. Με λίγα λόγια, ένα port skeleton είναι η ελάχιστη συλλογή αρχείων που καθοδηγούν ένα σύστημα FreeBSD ώστε να μεταγλωττίσει και να εγκαταστήσει σωστά ένα πρόγραμμα. Κάθε port skeleton περιέχει:
Ένα Makefile. Το
Makefile περιέχει διάφορες δηλώσεις
που ορίζουν πως πρέπει να μεταγλωττιστεί η εφαρμογή και που
πρέπει να εγκατασταθεί στο σύστημά σας.
Ένα αρχείο distinfo. Αυτό το αρχείο
περιέχει πληροφορίες για τα αρχεία που πρέπει να
“κατέβουν” για την μεταγλώττιση του port, και τα
checksums τους (χρησιμοποιώντας το sha256(1)), για να
επιβεβαιωθεί ότι τα αρχεία δεν έχουν αλλοιωθεί κατά την διάρκεια
της μεταφοράς τους.
Έναν κατάλογο files. Αυτός ο
κατάλογος περιέχει τα patches που επιτρέπουν στο πρόγραμμα να
μεταγλωττιστεί και εγκατασταθεί στο FreeBSD σύστημα σας. Τα patches
είναι μικρά αρχεία που ορίζουν αλλαγές σε συγκεκριμένα αρχεία.
Είναι σε μορφή κοινού κειμένου, και βασικά λένε
“Αφαίρεσε την γραμμή 10” ή
“Μετέτρεψε τη γραμμή 26 σε αυτό ...”. Τα patches
είναι επίσης γνωστά ως “diffs” επειδή δημιουργούνται
με το πρόγραμμα diff(1).
Αυτός ο κατάλογος μπορεί να περιέχει και άλλα αρχεία που χρησιμοποιούνται για να μεταγλωττιστεί το port.
Ένα αρχείο pkg-descr. Αυτό είναι μία πιο
λεπτομερής, συχνά πολλών γραμμών, περιγραφή του
προγράμματος.
Ένα αρχείο pkg-plist. Αυτό περιέχει μια
λίστα όλων των αρχείων που θα εγκατασταθούν από το port.
Επίσης καθοδηγεί το σύστημα των ports τι αρχεία να αφαιρέσει
κατά την απεγκατάσταση.
Μερικά ports έχουν και άλλα αρχεία, όπως το
pkg-message. Το σύστημα των ports χρησιμοποιεί
αυτά τα αρχεία για να χειριστεί ειδικές περιστάσεις. Αν θέλετε
περισσότερες λεπτομέρειες για αυτά τα αρχεία, και τα ports
γενικότερα, δείτε το FreeBSD Porter's
Handbook.
Το port περιέχει οδηγίες για το πως να μεταγλωττιστεί ο πηγαίος κώδικας, αλλά δεν περιέχει τον πηγαίο κώδικα. Μπορείτε να προμηθευτείτε τον πηγαίο κώδικα από ένα CD-ROM ή από το Διαδίκτυο. Ο πηγαίος κώδικας διανέμεται με οποιοδήποτε τρόπο επιθυμεί ο δημιουργός του. Συχνά είναι ένα tarred και gzipped αρχείο, αλλά μπορεί να είναι συμπιεσμένος με κάποιο άλλο εργαλείο ή να είναι ακόμα και ασυμπίεστος. Ο πηγαίος κώδικας του προγράμματος, σε οποιαδήποτε μορφή κι αν διατίθεται, λέγεται “distfile”. Οι δύο μέθοδοι για να εγκαταστήσετε ένα FreeBSD port περιγράφονται παρακάτω.
Πρέπει να συνδεθείτε ως root για να
εγκαταστήσετε ports.
Πριν εγκαταστήσετε οποιαδήποτε port, πρέπει να σιγουρευτείτε ότι έχετε μία ανανεωμένη Συλλογή των Ports, και πρέπει να ελέγξετε το http://vuxml.freebsd.org/ για θέματα ασφαλείας σχετικά με το port που ενδιαφέρεστε.
Αν θέλετε να ελέγχετε αυτόματα για τυχόν προβλήματα ασφαλείας
πριν από κάθε εγκατάσταση νέας εφαρμογής, μπορείτε να
χρησιμοποιήσετε το portaudit.
Θα βρείτε αυτό το εργαλείο στην Συλλογή των Ports
(ports-mgmt/portaudit). Είναι
καλή ιδέα να εκτελέσετε το portaudit -F πριν
εγκαταστήσετε ένα νέο port, για να ανακτήσετε την τρέχουσα βάση
δεδομένων προβλημάτων ασφαλείας. Αντίστοιχος έλεγχος και ανανέωση
της βάσης δεδομένων εκτελείται επίσης αυτόματα κατά τον καθημερινό
έλεγχο ασφαλείας του συστήματος. Για περισσότερες
πληροφορίες διαβάστε τις σελίδες manual portaudit(1) και
periodic(8).
Η Συλλογή των Ports προϋποθέτει ότι έχετε λειτουργική σύνδεση με
το Διαδίκτυο. Εάν δεν έχετε, θα χρειαστεί να βάλετε μόνος σας ένα
αντίγραφο του distfile μέσα στο
/usr/ports/distfiles.
Αρχικά, μετακινηθείτε στον κατάλογο του port που θέλετε να εγκαταστήσετε:
# cd /usr/ports/sysutils/lsofΜόλις βρεθείτε στον κατάλογο lsof, θα
δείτε τον port skeleton. Το επόμενο βήμα είναι να μεταγλωττίσετε,
ή να “κτίσετε (build)”, το port. Αυτό γίνεται απλά
πληκτρολογώντας make στην γραμμή εντολών. Όταν το
κάνετε, θα δείτε κάτι όπως αυτό:
# make
>> lsof_4.57D.freebsd.tar.gz doesn't seem to exist in /usr/ports/distfiles/.
>> Attempting to fetch from ftp://lsof.itap.purdue.edu/pub/tools/unix/lsof/.
===> Extracting for lsof-4.57
...
[extraction output snipped]
...
>> Checksum OK for lsof_4.57D.freebsd.tar.gz.
===> Patching for lsof-4.57
===> Applying FreeBSD patches for lsof-4.57
===> Configuring for lsof-4.57
...
[configure output snipped]
...
===> Building for lsof-4.57
...
[compilation output snipped]
...
#Προσέξτε ότι μόλις η μεταγλώττιση ολοκληρωθεί θα επιστρέψετε
στην γραμμή εντολών. Το επόμενο βήμα είναι να εγκαταστήσετε το
port. Για να το εγκαταστήσετε, χρειάζεται απλώς να προσθέσετε μια
λέξη στην εντολή make, και αυτή η λέξη είναι
install:
# make install
===> Installing for lsof-4.57
...
[installation output snipped]
...
===> Generating temporary packing list
===> Compressing manual pages for lsof-4.57
===> Registering installation for lsof-4.57
===> SECURITY NOTE:
This port has installed the following binaries which execute with
increased privileges.
#Μόλις επιστρέψετε στην γραμμή εντολών, θα πρέπει να μπορείτε
να εκτελέσετε την εφαρμογή που μόλις εγκαταστήσατε. Θα δείτε μια
προειδοποίηση ασφαλείας, επειδή το lsof είναι ένα
πρόγραμμα που τρέχει με αυξημένα προνόμια. Κατά την μεταγλώττιση
και εγκατάσταση των ports, θα πρέπει να προσέχετε οποιαδήποτε
προειδοποίηση εμφανιστεί.
Μια καλή ιδέα, είναι να διαγράψετε τον υποκατάλογο που περιέχει όλα τα προσωρινά αρχεία που χρησιμοποιήθηκαν κατά την μεταγλώττιση. Όχι μόνο καταναλώνουν πολύτιμο χώρο, άλλα μπορεί να προκαλέσουν προβλήματα αργότερα όταν θα θελήσετε να εγκαταστήσετε μια νεότερη έκδοση του port.
# make clean
===> Cleaning for lsof-4.57
#Μπορείτε να γλιτώσετε δύο πρόσθετα βήματα απλώς εκτελώντας
make αντί
για install cleanmake,
make και
installmake
ως τρία ξεχωριστά βήματα.clean
Μερικά κελύφη κρατάνε μια λίστα από τις εντολές που βρίσκονται
διαθέσιμες στους καταλόγους που αναφέρονται στην μεταβλητή
περιβάλλοντος PATH, για να επιταχύνουν τις
αναζητήσεις για τα εκτελέσιμα αρχεία αυτών των εντολών.
Αν χρησιμοποιείτε ένα από αυτά τα κελύφη, θα πρέπει
να χρησιμοποιήσετε την εντολή rehash μετά
την εγκατάσταση ενός port, πριν μπορέσετε να χρησιμοποιήσετε τις
νέες εντολές. Αυτή η εντολή λειτουργεί σε κελύφη όπως το
tcsh. Χρησιμοποιήστε την εντολή
hash -r για κελύφη όπως το
sh. Δείτε την τεκμηρίωση του κελύφους σας για
περισσότερες πληροφορίες.
Μερικά προϊόντα τρίτων κατασκευαστών σε DVD-ROM, όπως το FreeBSD
Toolkit από το FreeBSD Mall, περιέχουν
distfiles. Αυτά μπορούν να χρησιμοποιηθούν με την Συλλογή των Ports.
Προσαρτήστε το DVD-ROM στο /cdrom. Αν
χρησιμοποιείτε κάποιο διαφορετικό σημείο προσάρτησης, ρυθμίστε την
μεταβλητή CD_MOUNTPTS του make. Τα αναγκαία
distfiles θα χρησιμοποιηθούν αυτόματα αν υπάρχουν στο δισκάκι.
Πρέπει να γνωρίζετε ότι οι άδειες μερικών ports δεν επιτρέπουν την διανομή τους σε CD-ROM. Αυτό μπορεί να οφείλεται π.χ. στο ότι πρέπει να συμπληρώσετε μια φόρμα εγγραφής πριν “κατεβάσετε” την εφαρμογή, ή στο ότι δεν επιτρέπεται η επαναδιανομή, ή σε κάποιο άλλο λόγο. Εάν θέλετε να εγκαταστήσετε ένα port που δεν περιλαμβάνεται στο CD-ROM, θα χρειαστεί να είστε συνδεδεμένος στο Διαδίκτυο για να το επιτύχετε.
Το σύστημα των ports χρησιμοποιεί το fetch(3) για να
“κατεβάσει” τα αρχεία. Το fetch(3)
χρησιμοποιεί διάφορες μεταβλητές περιβάλλοντος, περιλαμβανομένων των
FTP_PASSIVE_MODE, FTP_PROXY, και
FTP_PASSWORD. Ίσως χρειαστεί να ρυθμίσετε μία ή
περισσότερες αν βρίσκεστε πίσω από ένα firewall, ή ίσως να χρειαστεί
να χρησιμοποιήσετε έναν FTP/HTTP proxy. Δείτε το fetch(3) για
μια πλήρη λίστα των μεταβλητών αυτών.
Για χρήστες που δεν μπορούν να είναι συνδεδεμένοι όλη την ώρα,
διατίθεται η επιλογή
make .
Απλώς εκτελέστε την εντολή στον κατάλογο
(fetch/usr/ports) και τα απαραίτητα αρχεία
θα “κατέβουν” για εσάς. Η εντολή αυτή θα λειτουργήσει
και σε υποκαταλόγους, όπως για παράδειγμα:
/usr/ports/net. Προσέξτε ότι αν ένα port
εξαρτάται από βιβλιοθήκες ή άλλα ports, η εντολή αυτή
δεν θα ανακτήσει τα distfiles τους.
Αντικαταστήστε το fetch με το
fetch-recursive
αν θέλετε μαζί με το port να ανακτήσετε και όλες τις
εξαρτήσεις του.
Μπορείτε να μεταγλωττίσετε όλα τα ports σε μία κατηγορία ή
ακόμα και σε όλες, εκτελώντας το make στον αρχικό
κατάλογο, όπως με την προαναφερθείσα
make μέθοδο.
Αυτό όμως είναι επικίνδυνο, γιατί μερικά ports δεν μπορούν να
συνυπάρχουν. Σε άλλες περιπτώσεις, μερικά ports μπορεί να
εγκαταστήσουν δυο διαφορετικά αρχεία με το με το ίδιο
όνομα.fetch
Σε μερικές σπάνιες περιπτώσεις, οι χρήστες μπορεί να χρειάζεται
να ανακτήσουν τα tarballs από ένα site διαφορετικό από τα
MASTER_SITES (η τοποθεσία από όπου
“κατεβαίνουν” τα αρχεία). Μπορείτε να αλλάξετε την
επιλογή MASTER_SITES με την ακόλουθη
εντολή:
# cd /usr/ports/directory
# make MASTER_SITE_OVERRIDE= \
ftp://ftp.FreeBSD.org/pub/FreeBSD/ports/distfiles/ fetchΣε αυτό το παράδειγμα αλλάξαμε την επιλογή
MASTER_SITES σε ftp.FreeBSD.org/pub/FreeBSD/ports/distfiles/.
Μερικά ports επιτρέπουν (ή απαιτούν) να δώσετε επιλογές
μεταγλώττισης που μπορούν να ενεργοποιήσουν/απενεργοποιήσουν
τμήματα της εφαρμογής που είναι αχρείαστα, συγκεκριμένες επιλογές
ασφαλείας, και άλλες τροποποιήσεις. Κοινά παραδείγματα τέτοιων
ports είναι τα www/firefox,
security/gpgme, και το
mail/sylpheed-claws. Όταν
υπάρχουν διαθέσιμες τέτοιες επιλογές, θα εμφανιστεί στην οθόνη
σας σχετικό μήνυμα.
Μερικές φορές είναι χρήσιμο (ή επιτακτικό) να χρησιμοποιήσετε
ένα διαφορετικό κατάλογο εργασίας και εγκατάστασης. Οι μεταβλητές
WRKDIRPREFIX και PREFIX
μπορούν να παρακάμψουν τους προεπιλεγμένους καταλόγους. Για
παράδειγμα, η εντολή:
# make WRKDIRPREFIX=/usr/home/example/ports installθα μεταγλωττίσει το port στο
/usr/home/example/ports και θα εγκαταστήσει
τα πάντα στο /usr/local, ενώ η εντολή:
# make PREFIX=/usr/home/example/local installθα μεταγλωττίσει το port στο /usr/ports και
θα το εγκαταστήσει στο
/usr/home/example/local.
Και φυσικά η εντολή:
# make WRKDIRPREFIX=../ports PREFIX=../local installθα συνδυάσει και τα δυο (είναι πολύ μεγάλη για να την δείξουμε εδώ, άλλα πρέπει να πήρατε την γενική ιδέα).
Εναλλακτικά, αυτές οι μεταβλητές μπορούν να ρυθμιστούν ως μέρος του περιβάλλοντος σας. Διαβάστε την σελίδα manual για το κέλυφος σας, για να βρείτε τις σχετικές οδηγίες.
Μερικά ports που χρησιμοποιούν το imake
(μέρος του X Window System) δεν συνεργάζονται σωστά με το
PREFIX, και επιμένουν να εγκατασταθούν
στο /usr/X11R6. Όμοια, μερικά Perl
ports αγνοούν το PREFIX και εγκαθίστανται στο
δέντρο Perl. Το να κάνετε αυτά τα ports να σέβονται το
PREFIX είναι μία δύσκολη ή αδύνατη
δουλειά.
Όταν μεταγλωττίζετε κάποια ports, μπορεί να εμφανιστεί στην
οθόνη σας ένα μενού επιλογών (βασισμένο σε ncurses) το οποίο να σας
επιτρέπει να αλλάξετε διάφορες επιλογές μεταγλώττισης. Δεν είναι
σπάνιο κάποιοι χρήστες να θέλουν να επισκεφτούν ξανά αυτό το μενού,
για να προσθέσουν, να αφαιρέσουν ή να αλλάξουν κάποιες επιλογές,
μετά την μεταγλώττιση του port. Μια επιλογή είναι να μετακινηθείτε
στον κατάλογο του port και να γράψετε
make , με το
οποίο θα εμφανιστεί ξανά το μενού με τις προηγούμενες ρυθμίσεις σας
ήδη επιλεγμένες. Μια άλλη δυνατότητα, είναι να χρησιμοποιήσετε την
εντολή configmake ,
με την οποία θα δείτε όλες τις επιλεγμένες ρυθμίσεις του port.
Τέλος, μια ακόμα επιλογή είναι να εκτελέσετε την εντολή
showconfigmake η οποία
θα αφαιρέσει όλες τις αποθηκευμένες επιλογές και θα σας επιτρέψει να
ξεκινήσετε ξανά από την αρχή. Όλες αυτές οι επιλογές, και ακόμα
περισσότερες, εξηγούνται στη σελίδα manual του ports(7).rmconfig
Τώρα που γνωρίσατε πως να εγκαθιστάτε ports, πιθανώς θα
αναρωτιέστε πως αφαιρούνται, στην περίπτωση που εγκαταστήσατε ένα
και αργότερα αποφασίσατε ότι εγκαταστήσατε το λάθος port.
Θα αφαιρέσουμε το προηγούμενο παράδειγμα (που ήταν το
lsof για όσους δεν το πρόσεξαν). Τα ports
αφαιρούνται όπως και τα πακέτα (το αναλύσαμε στην ενότητα Χρησιμοποιώντας το Σύστημα των
Πακέτων), χρησιμοποιώντας την
εντολή pkg_delete(1):
# pkg_delete lsof-4.57Αρχικά, δείτε τα παρωχημένα ports για τα οποία υπάρχουν διαθέσιμες νεότερες εκδόσεις στην Συλλογή των Ports, με την εντολή pkg_version(1):
# pkg_version -vΜόλις ανανεώσετε την Συλλογή των Ports, πρέπει να ελέγξετε το
αρχείο /usr/ports/UPDATING, πριν επιχειρήσετε
την αναβάθμιση ενός port. Αυτό το αρχείο περιγράφει διάφορα πιθανά
προβλήματα, καθώς και ενδεχόμενα πρόσθετα βήματα που πρέπει να
εκτελέσετε όταν ανανεώνετε ένα port. Παραδείγματα των παραπάνω,
είναι η αλλαγή μορφής κάποιων αρχείων, αλλαγή στην τοποθεσία
των αρχείων ρυθμίσεων, ή άλλες ασυμβατότητες
με παλαιότερες εκδόσεις.
Αν το UPDATING αναιρεί κάτι που διαβάσατε
εδώ, θεωρήστε ότι ισχύει το UPDATING.
Το εργαλείο portupgrade είναι
σχεδιασμένο για να αναβαθμίζει εύκολα εγκατεστημένα ports.
Διατίθεται από το
ports-mgmt/portupgrade port.
Εγκαταστήστε το όπως κάθε port, χρησιμοποιώντας την εντολή
make :install clean
# cd /usr/ports/ports-mgmt/portupgrade
# make install cleanΗ εντολή pkgdb -F θα διαβάσει και θα
διορθώσει όλες τις ασυνέπειες που ίσως υπάρχουν στη λίστα των
εγκατεστημένων ports. Είναι καλή ιδέα είναι να την εκτελείτε
συχνά, ενδεχομένως πριν από κάθε αναβάθμιση.
Όταν εκτελείτε το portupgrade -a, το
portupgrade θα αρχίσει να αναβαθμίζει
όλα τα παρωχημένα ports που είναι εγκατεστημένα στο σύστημα σας.
Χρησιμοποιήστε την επιλογή -i αν θέλετε να σας
ρωτά για επιβεβαίωση για κάθε ξεχωριστή αναβάθμιση.
# portupgrade -aiΑν θέλετε να αναβαθμίσετε μόνο μία συγκεκριμένη εφαρμογή, και
όχι όλα τα διαθέσιμα ports, χρησιμοποιήστε το
portupgrade .
Συμπεριλάβετε την επιλογή pkgname-R αν το
portupgrade πρέπει πρώτα να αναβαθμίσει
όλα τα ports που απαιτούνται για την συγκεκριμένη εφαρμογή.
# portupgrade -R firefoxΓια να χρησιμοποιήσετε πακέτα αντί για ports στην εγκατάσταση,
δώστε την επιλογή -P. Με αυτή την επιλογή το
portupgrade αναζητά
τους τοπικούς καταλόγους που ορίζονται στο PKG_PATH,
ή ανακτά τα πακέτα από απομακρυσμένα sites εάν δεν βρεθούν τοπικά.
Αν τα πακέτα δεν μπορούν να ανακτηθούν με τους παραπάνω τρόπους, το
portupgrade θα χρησιμοποιήσει τα ports.
Για να αποφύγετε εντελώς την χρήση των ports, καθορίστε την επιλογή
-PP.
# portupgrade -PR gnome2Για να ανακτήσετε απλώς τα distfiles (ή τα πακέτα, αν έχετε
ορίσει την επιλογή -P) χωρίς να μεταγλωττίσετε ή να
εγκαταστήσετε τίποτα, χρησιμοποιήστε το -F.
Για περισσότερες πληροφορίες, δείτε το portupgrade(1).
Το Portmanager είναι ένα ακόμα
εργαλείο για εύκολη αναβάθμιση εγκατεστημένων ports. Διατίθεται
από το ports-mgmt/portmanager
port:
# cd /usr/ports/ports-mgmt/portmanager
# make install cleanΌλα τα εγκατεστημένα ports μπορούν να αναβαθμιστούν χρησιμοποιώντας αυτή την απλή εντολή:
# portmanager -uΜπορείτε να προσθέσετε την επιλογή -ui
στην παραπάνω εντολή (portmanager -u -ui)
για να ερωτηθείτε να επιβεβαιώσετε κάθε βήμα που θα εκτελέσει το
Portmanager.
Το Portmanager μπορεί επίσης
να χρησιμοποιηθεί για να εγκαταστήσετε νέα ports στο σύστημα.
Σε αντίθεση με την εντολή
make , το
Portmanager θα αναβαθμίσει όλες
τις εξαρτήσεις πριν την μεταγλώττιση και εγκατάσταση του
επιλεγμένου port.install clean
# portmanager x11/gnome2Αν υπάρχουν προβλήματα που σχετίζονται με τις εξαρτήσεις ενός επιλεγμένου port, μπορείτε να χρησιμοποιήσετε το Portmanager για να τις επανα-μεταγλωττίσει όλες με την σωστή σειρά. Μόλις τελειώσει με τις εξαρτήσεις, θα επανα-μεταγλωττίσει και το προβληματικό port.
# portmanager graphics/gimp -fΓια περισσότερες πληροφορίες δείτε τη σελίδα manual portmanager(1).
Το Portmaster είναι ένα ακόμα
εργαλείο για την αναβάθμιση των εγκατεστημένων ports. Το
Portmaster σχεδιάστηκε ώστε να
χρησιμοποιεί τα εργαλεία που παρέχει το “βασικό”
σύστημα (δεν εξαρτάται από άλλα ports) και χρησιμοποιεί τις
πληροφορίες του /var/db/pkg
για να καθορίσει ποια ports θα αναβαθμίσει. Είναι διαθέσιμο μέσω
του port
ports-mgmt/portmaster:
# cd /usr/ports/ports-mgmt/portmaster
# make install cleanΤο Portmaster ομαδοποιεί τα ports σε τέσσερις κατηγορίες:
Root ports (δεν εξαρτώνται από άλλα, και ούτε άλλα εξαρτώνται από αυτά)
Trunk ports (δεν εξαρτώνται από άλλα, ωστόσο κάποια πακέτα εξαρτώνται από αυτά)
Branch ports (έχουν εξαρτήσεις και προς τις δύο κατευθύνσεις)
Leaf ports (εξαρτώνται από άλλα, αλλά όχι το αντίθετο)
Μπορείτε να δείτε μια λίστα όλων των εγκατεστημένων ports και
να ψάξετε για ενημερωμένες εκδόσεις, χρησιμοποιώντας την επιλογή
-L:
# portmaster -L
===>>> Root ports (No dependencies, not depended on)
===>>> ispell-3.2.06_18
===>>> screen-4.0.3
===>>> New version available: screen-4.0.3_1
===>>> tcpflow-0.21_1
===>>> 7 root ports
...
===>>> Branch ports (Have dependencies, are depended on)
===>>> apache-2.2.3
===>>> New version available: apache-2.2.8
...
===>>> Leaf ports (Have dependencies, not depended on)
===>>> automake-1.9.6_2
===>>> bash-3.1.17
===>>> New version available: bash-3.2.33
...
===>>> 32 leaf ports
===>>> 137 total installed ports
===>>> 83 have new versions availableΜπορείτε να αναβαθμίσετε όλα τα εγκατεστημένα ports με την παρακάτω απλή εντολή:
# portmaster -aΑπό προεπιλογή, το Portmaster
θα δημιουργήσει αντίγραφο ασφαλείας του εγκατεστημένου πακέτου
πριν το διαγράψει. Αν η εγκατάσταση της νέας έκδοσης είναι
επιτυχής, το Portmaster θα σβήσει το
αντίγραφο αυτό. Αν χρησιμοποιήσετε την επιλογή
-b, το Portmaster δεν
θα σβήσει αυτόματα το αντίγραφο. Αν χρησιμοποιήσετε την επιλογή
-i, θα θέσετε το
Portmaster σε διαδραστική λειτουργία,
όπου θα σας ζητάει επιβεβαίωση πριν την αναβάθμιση κάθε
port.
Αν αντιμετωπίσετε λάθη κατά τη διαδικασία της αναβάθμισης,
μπορείτε να χρησιμοποιήσετε την επιλογή -f για
να αναβαθμίσετε και να μεταγλωττίσετε ξανά όλα τα ports:
# portmaster -afΜπορείτε επίσης να χρησιμοποιήσετε το Portmaster για να εγκαταστήσετε νέα ports στο σύστημα σας, αναβαθμίζοντας και όλες τις εξαρτήσεις τους πριν τη μεταγλώττιση και εγκατάσταση τους:
# portmaster shells/bashΠαρακαλούμε δείτε τη σελίδα manual του portmaster(8) για περισσότερες πληροφορίες.
Η Συλλογή των Ports καταναλώνει διαθέσιμο χώρο στο δίσκο με την
πάροδο του χρόνου. Μετά την μεταγλώττιση και εγκατάσταση λογισμικού
από τα ports, πρέπει πάντα να θυμάστε να καθαρίζετε τους προσωρινούς
καταλόγους work
χρησιμοποιώντας την εντολή
make . Mπορείτε να
καθαρίσετε όλη την Συλλογή των Ports με την ακόλουθη εντολή:clean
# portsclean -CΜε την πάροδο του χρόνου, θα συσσωρευτούν πολλά αρχεία διανομής
πηγαίου κώδικα στον κατάλογο
distfiles.
Μπορείτε να τα αφαιρέσετε χειροκίνητα, ή μπορείτε να χρησιμοποιήσετε
την ακόλουθη εντολή για να διαγράψετε όλα τα distfiles που δεν
σχετίζονται πλέον με κανένα port:
# portsclean -DΉ για να αφαιρέσετε όλα τα distfiles που δεν σχετίζονται με κανένα port που βρίσκεται εγκατεστημένο στο σύστημα σας:
# portsclean -DDΤο εργαλείο portsclean εγκαθίσταται ως μέρος
του portupgrade.
Μην ξεχνάτε να αφαιρείτε τα εγκατεστημένα ports όταν δεν τα
χρειάζεστε πλέον. Ένα καλό εργαλείο για να αυτοματοποιηθεί αυτή η
εργασία, είναι το port
ports-mgmt/pkg_cutleaves.
Μετά την εγκατάσταση μιας νέας εφαρμογής, λογικά θα θέλετε να διαβάσετε ότι τεκμηρίωση υπάρχει, να τροποποιήσετε τα αρχεία ρυθμίσεων που χρειάζεται, να βεβαιωθείτε ότι η εφαρμογή ξεκινάει κατά την εκκίνηση (αν είναι daemon), κ.λ.π.
Τα ακριβή βήματα που θα χρειαστούν για να ρυθμίσετε κάθε εφαρμογή, θα είναι προφανώς διαφορετικά. Όμως, αν μόλις εγκαταστήσατε μια νέα εφαρμογή και αναρωτιέστε “Τώρα τι;” οι παρακάτω συμβουλές μπορεί να σας βοηθήσουν:
Χρησιμοποιήστε το pkg_info(1) για να δείτε τι αρχεία εγκαταστάθηκαν, και που. Για παράδειγμα, αν μόλις εγκαταστήσατε το FooPackage version 1.0.0, τότε η εντολή:
# pkg_info -L foopackage-1.0.0 | lessθα σας δείξει όλα τα αρχεία που εγκαταστάθηκαν από αυτό το
πακέτο. Προσέξτε τα αρχεία στον κατάλογο
man/, που θα είναι σελίδες manual, τους
κατάλογους etc/, όπου θα είναι τα αρχεία
ρυθμίσεων, και το doc/, όπου θα βρίσκεται πιο
περιεκτική τεκμηρίωση.
Αν δεν είστε σίγουρος ποια έκδοση της εφαρμογής εγκαταστήσατε, μια εντολή όπως αυτή:
# pkg_info | grep -i foopackageθα βρει όλα τα εγκατεστημένα πακέτα που έχουν το
foopackage στο όνομα του πακέτου.
Αντικαταστήστε το foopackage στην
γραμμή εντολών με το πακέτο που αναζητάτε.
Μόλις δείτε που βρίσκονται τα manual pages της εφαρμογής, δείτε τα με την man(1). Όμοια, δείτε τα παραδείγματα των αρχείων ρύθμισης, και όποια άλλη πρόσθετη τεκμηρίωση διατίθεται.
Αν υπάρχει web site για την εφαρμογή, ελέγξτε το για πρόσθετη τεκμηρίωση, συχνές ερωτήσεις (FAQ), και άλλα. Αν δεν είστε σίγουρος για την διεύθυνσή του web site, ίσως το βρείτε στην έξοδο της εντολής:
# pkg_info foopackage-1.0.0Αν υπάρχει γραμμή WWW:, θα πρέπει να
έχει το URL για το web site της εφαρμογής.
Ports που πρέπει να ξεκινούν κατά την εκκίνηση
(όπως διακομιστές Internet) συνήθως εγκαθιστούν ένα script στο
/usr/local/etc/rc.d. Πρέπει να ελέγξετε το
script για την ορθότητα του και να το τροποποιήσετε ή να το
μετονομάσετε αν χρειάζεται. Δείτε το Εκκινώντας
Υπηρεσίες για περισσότερες πληροφορίες.
Αν έρθετε αντιμέτωπος με ένα port το οποίο δεν λειτουργεί, υπάρχουν κάποια πράγματα που μπορείτε να κάνετε:
Δείτε αν εκκρεμεί κάποια διόρθωση για το port στο Problem Report database. Εάν ναι, μπορείτε να χρησιμοποιήσετε τη προτεινόμενη διόρθωση.
Ζητήστε βοήθεια από τον συντηρητή του port. Πληκτρολογήστε
make ή
διαβάστε το maintainerMakefile για να βρείτε την
διεύθυνση email του συντηρητή. Στο μήνυμα σας, θυμηθείτε να
συμπεριλάβετε το όνομα και την έκδοση του port (στείλτε τη γραμμή
$FreeBSD: από το
Makefile) καθώς και την έξοδο του
σφάλματος.
Μερικά ports δεν συντηρούνται από κάποιο συγκεκριμένο άτομο,
αλλά από κάποια mailing
list. Πολλές, αν όχι όλες, από αυτές τις διευθύνσεις
έχουν την μορφή
<freebsd-listname@FreeBSD.org>.
Παρακαλούμε να το έχετε υπόψη σας κατά τη διατύπωση των
ερωτήσεων σας.
Συγκεκριμένα, τα ports που φαίνονται ότι συντηρούνται από το
<ports@FreeBSD.org>, δεν
συντηρούνται από κανέναν στην πραγματικότητα. Διορθώσεις και
υποστήριξη, αν υπάρχουν, έρχονται γενικά από την κοινότητα που
συμμετέχει στην συγκεκριμένη mailing list. Χρειαζόμαστε πάντοτε
περισσότερους εθελοντές!
Αν δεν λάβετε απάντηση, μπορείτε να χρησιμοποιήσετε το send-pr(1) για να στείλετε μια αναφορά σφάλματος (δείτε το Γράφοντας Αναφορές Σφάλματος για το FreeBSD).
Διορθώστε το! Το Porter's Handbook περιέχει λεπτομερείς πληροφορίες για την υποδομή των “Ports” ώστε να μπορείτε να διορθώσετε το περιστασιακό προβληματικό port ή ακόμα και να δημιουργήσετε ένα δικό σας port!
Ανακτήστε το πακέτο από ένα κοντινό σας FTP site. Η
“κύρια” συλλογή πακέτων βρίσκεται στο ftp.FreeBSD.org, στον κατάλογο
πακέτων. Πριν τη χρησιμοποιήσετε, ελέγξτε
πρώτα το τοπικό σας mirror.
Τα πακέτα είναι πιο σίγουρο ότι θα λειτουργήσουν,
από το να προσπαθείτε να μεταγλωττίσετε τον πηγαίο κώδικα, και
η διαδικασία τελειώνει πιο γρήγορα. Χρησιμοποιήστε το πρόγραμμα
pkg_add(1) για να εγκαταστήσετε το πακέτο στο
σύστημα σας.
Το FreeBSD χρησιμοποιεί το X11 για να παρέχει στους χρήστες ένα ισχυρό γραφικό περιβάλλον εργασίας. Το περιβάλλον X11 είναι μια υλοποίηση ανοικτού κώδικα του συστήματος X Window που υλοποιείται στο Xorg (καθώς και σε άλλο λογισμικό που δεν περιγράφεται εδώ). Η προεπιλεγμένη και επίσημη διανομή του X11 είναι το Xorg, ο X11 server που αναπτύχθηκε από το X.Org Foundation με άδεια χρήσης αρκετά όμοια με αυτή που χρησιμοποιείται από το FreeBSD. Υπάρχουν επίσης διαθέσιμοι εμπορικοί X servers για το FreeBSD.
Για περισσότερες πληροφορίες που σχετίζονται με τις κάρτες γραφικών που υποστηρίζονται από το περιβάλλον X11, δείτε την δικτυακή τοποθεσία Xorg.
Αφού διαβάσετε αυτό το κεφάλαιο, θα ξέρετε:
Τα διάφορα τμήματα του συστήματος X Window, και π